Του Γιάννη Παπαδάκη*

Ο τίτλος είναι επιγραμματικός. Θα μπορούσε να ήταν «η απαράδεκτα αργή και βασανιστική διαδικασία εκλογίκευσης του Ελληνικού παραλόγου» αλλά η ουσία παραμένει η ίδια. Σχεδόν 7 χρόνια μετά (από το 2009, αν και πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η «ζημιά» αρχίζει πολύ νωρίτερα), δεν διαφαίνεται φως στο Ελληνικό τούνελ.

Αν μη τι άλλο, δεν διαφαίνεται ούτε η διάθεση για σοβαρή συζήτηση και συνεργασία σε όλο το φάσμα των προβλημάτων: από τα μικρά που όλοι γνωρίζουμε ότι πρέπει να γίνουν μέχρι τα μεγάλα και τα δύσκολα που πραγματικά χρειάζονται σκληρή και μακροχρόνια δουλειά, έλλειψη εγωισμού, αυταπάρνηση και αφοσίωση, προς θεού όχι στο βωμό ακόμα μιας θεωρίας ή ιδεολογίας. Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα δεν αρκούν αυτά: χρειάζεται και μια βαθιά ελπίδα, μια ουσιαστική επένδυση στις δυνατότητες του νέου Έλληνα και της, υπό διαμόρφωση ακόμα, νέας Ελλάδας. Από πού άραγε θα έρθουν αυτά;

Αν δει κάποιος αυτό που επιγραμματικά ονομάζουμε «Ελληνική κρίση» με υπόβαθρο την παγκόσμια κλίμακα προβλημάτων, θα πεισθεί νομίζω σχετικά εύκολα ότι η επίλυση της Ελληνικής «εξίσωσης» δεν είναι ούτε πολύπλοκη ούτε υψηλού ρίσκου, αρκεί να πληρούνται ορισμένες ικανές συνθήκες που δημιουργούν δυνατότητα μιας κοινά αποδεκτής λύσης.

Όσο αυτές οι συνθήκες δεν υπάρχουν είναι μάταιο να αναζητεί κανείς λύση ή να αποδίδει την απουσία αυτής σε εξωτερικά αίτια που για τον ένα ή άλλο λόγο συγκροτούν ανασχετικούς παράγοντες.

Στόχος του κειμένου δεν είναι να παρουσιάσει λεπτομερείς προτάσεις ούτε λίστες με εκείνα που έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν ή με όσα έγιναν ενώ δεν θα έπρεπε να γίνουν. Αυτό που έχει αξία στην παρούσα φάση είναι να προβληματιστεί και να αναγνωρίσει ο αναγνώστης τα υπόγεια ρεύματα που σαν τεκτονικές δυνάμεις προσπαθούν να ανασυγκροτήσουν τα κομμάτια του Ελληνικού «πάζλ» έτσι ώστε εν καιρώ να υπάρξει δυνατότητα λύσης, δηλαδή μιας αυτοδύναμης Ελληνικής πορείας και δυναμικής στο ευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο οικονομικό και πολιτικό γίγνεσθαι.

Το κύριο ρεύμα –και εδώ περνάμε σε ισχυρά υποκειμενικές εκτιμήσεις οπότε κάθε διαφωνία είναι σεβαστή- είναι η έμμεση πρόθεση των «δανειστών» για εξορθολογισμό του Ελληνικού κράτους, των συλλογικών δηλαδή οργανωτικών δομών πού αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες ως λαός είχαν αποδεχθεί ως λύση στα ατομικά, κοινωνικά, καθημερινά και άλλα προβλήματά τους.

Θα περίμενε κανείς ότι, μια και είναι κοινός τόπος ότι το Ελληνικό κράτος χρειάζεται εκ βάθρων αναδιοργάνωση, κάτι τέτοιο θα ήταν ευχής έργο. Η λογική θα επέβαλλε να υπάρξει έστω ένας βασικός πυρήνας των εσωτερικών πολιτικών δυνάμεων που να δει το «φως», να πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα όπως λέμε και να πείσει Έλληνες και μη να τρέξουν «με τα χίλια» για να καλυφθούν οι μακροχρόνιες αδυναμίες και να γίνουν οι απαραίτητες τομές, που στο κάτω-κάτω έχουν γίνει και αλλού στον κόσμο. Δεν ζητάμε να εφεύρουμε κάτι νέο εδώ ή να ρισκάρουμε το μέλλον για μια ιδέα νέα και αδοκίμαστη.

Και όμως αυτό δεν έχει συμβεί. Η πολύχρονη προσπάθεια εκλογίκευσης του συστήματος αντικρούει σε εσωτερικές πολιτικές, κομματικές και άλλες οργανωμένες δυνάμεις που ενώ φαίνεται να συμφωνούν επί της αρχής, διαφωνούν επί των σημείων.

Το συμπέρασμα όσο κι αν είναι επίπονο και αγωνιώδες, βγαίνει λογικά και αβίαστα: το μαχαίρι δεν έχει φτάσει ακόμη στο κόκαλο.

Δεν έχει σημασία ποιοι αντιδρούν ή ποιες δικαιολογίες προτάσσουν. Αυτό είναι υλικό για τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και για τα κανάλια. Αυτό που μένει έχει σημασία: η παράταση του υπάρχοντος παραλογισμού, συν το δράμα της αργής αλλά συστηματικής καταστροφής ακόμα και των λίγων εκείνων υγιών δομών που υπάρχουν. Και βέβαια συνεπικουρούμενο από την συνεχή οικονομική λεηλασία των συνταξιούχων. Σαν να μην είναι το κράτος συνυπεύθυνο για την υψηλή ανεργία (απώλεια ασφαλιστικών εισφορών) και τους όρους συνταξιοδότησης του Δημοσίου τα οποία δημιούργησαν και επιτείνουν το πρόβλημα. (Αλλά, ποιος ακριβώς είναι το κράτος; Άλλο θέμα αυτό όμως που θα μας πάει μακριά.)

Η σταθερή πρόθεση των δανειστών δεν είναι άλλη από το να υπάρξει ένας εσωτερικός πυρήνας πολιτικών δυνάμεων ο οποίος να αναλάβει δράση για να υλοποιήσει τις τομές πού απαιτούνται έτσι ώστε η Ελλάδα να κερδίσει (σκόπιμα δεν γράφω «επανέλθει», «ανακτήσει» κλπ. διότι δεν πρόκειται για κάτι ανάλογο) μια θέση στην σύγχρονη παγκόσμια αρένα των αναπτυγμένων κρατών.

Για να συμβεί αυτό πρέπει είτε οι δυνάμεις που αντιτάσσονται «επί των σημείων» να πάψουν να υπάρχουν ή οι δυνάμεις που προτείνουν τις «επί της αρχής» τομές να ανασυγκροτηθούν έτσι ώστε να υπερτερούν των όποιων αντιστάσεων. Η παρούσα πολιτική κατάσταση, έτσι εύθραυστη όπως είναι εκ κατασκευής, δεν οδηγεί ούτε στο ένα (δεν μπορεί να αντισταθεί στις εσωτερικές αντιστάσεις για να κάνει τομές) ούτε στο άλλο (δεν είναι πυρήνας μιας ισχυρής εθνικής συσπείρωσης η οποία να υπερβαίνει τις επί μέρους αντιδράσεις). Ο νοών νοείτω.

Η πίεση των δανειστών ούτε τυχαία είναι ούτε θα μειωθεί. Σκοπός της είναι το ελληνικό πολιτικό σύστημα να οδηγηθεί με τρόπο ελεγχόμενο (δηλ. όχι ανεξέλεγκτα και χαοτικά) σε μια εθνική συσπείρωση γύρω από προβλήματα που θα μπορούσαν να λύνονται απλά και με συνοπτικές διαδικασίες αλλά δυστυχώς στην περίπτωση της Ελλάδας έχουν αναχθεί σε ζητήματα εθνικά και ουσιώδη για το μέλλον της χώρας.

Δυστυχώς γι αυτό χρειάζεται κάτι που δεν υπάρχει: χρόνος. Για να επανέλθει το ελληνικό πολιτικό σύστημα από την στρατόσφαιρα του παραλόγου όπου βρισκόταν τις προηγούμενες δεκαετίες (με τις ευλογίες του Ελληνικού λαού) στο έδαφος όπου και υπάρχουν τα προβλήματα που ταλανίζουν τη χώρα.

Όπως άλλωστε έχουν δείξει τα πράγματα τα τελευταία έξι χρόνια, αυτή η «προσγείωση» δεν είναι ομαλή, ούτε σύντομη, ούτε προβλέψιμη. Είναι όμως αναγκαία. Το ουσιαστικό ζητούμενο όμως παραμένει η μεταμόρφωση της Ελλάδας όχι μόνο σε μια χώρα με ένα εξορθολογισμένο και αποτελεσματικό κράτος, αλλά μια ενεργή παρουσία-αντίβαρο στα μεγάλα παγκόσμια προβλήματα που διαφαίνονται στον ορίζοντα, τα οποία απαιτούν ιστορικές και πολιτιστικές υποθήκες μεγατόνων τις οποίες μόνον η Ελλάδα διαθέτει.

Σε αυτό το τελευταίο, οι δανειστές δεν επιμένουν για προφανείς λόγους. Ποιος άραγε θα το εξασφαλίσει αυτό και με ποιο τρόπο; Δυστυχώς εκείνα που θα έπρεπε να μας απασχολούν και να μας προβληματίσουν δεν τίθενται καν ως θέματα προς συζήτηση. Όσα άρθρα κι αν διαβάζει κανείς, αντιλαμβάνεται ότι ο ορίζοντας της προβληματικής είναι μυωπικός και ελλιπής.

Κρίμα, που ενώ η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι μια παγκόσμια πολιτιστική υπερδύναμη, μετά από επτά ολόκληρα χρόνια δεν μπορεί να βρει το βηματισμό της στα απλά και τα εύκολα, σε εκείνα δηλαδή που οι περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες έχουν ήδη ξεπεράσει θεωρώντας τα ως απλά δεδομένα. Διότι στα πραγματικά δύσκολα, σε εκείνα δηλαδή που οι υπόλοιπες ανεπτυγμένες χώρες δεν αντιλαμβάνονται –είτε επειδή δεν θέλουν είτε επειδή δεν μπορούν- η Ελλάδα έχει ήδη λύσεις μέσα από την ιστορία και τον πολιτισμό της.

Στο τελευταίο σημείο, θα ήθελα να παραθέσω κάποιες επιμέρους σκέψεις μια και ίσως θεωρηθεί πως αναμασώ εύκολα λόγια κι εκφράσεις έτοιμες. Αναφέρομαι στον μόνο πολιτισμό και μόνη ιστορία που έχει ως κέντρο τον «δυτικό άνθρωπο» στην πρωταρχική ολότητά του, όπως ακριβώς τον αντιλαμβανόμαστε και σήμερα. Μια κοσμοθεωρία και μια «ανθρωποθεωρία» που εκτείνεται από τον Ηράκλειτο και τον Όμηρο και φτάνει ως τον Καβάφη και τον Ελύτη (για να περιοριστώ σε τέσσερεις μεγάλους). Πρόταση και τρόπος πολιτισμού που αρθρώνει ιδέες, προβληματικές, προτεραιότητες και πράξεις όχι γιατί είναι μόνο χρήσιμες και ωραίες αλλά επειδή χωρίς αυτές δεν έχει αξία το ζην.

Της Ελλάδας μοίρα έτυχε να είναι φύλακας και υποθήκη του Ανθρωπισμού με την πλήρη του έννοια που έδωσαν στον όρο οι Έλληνες, κλασσικοί και σύγχρονοι. Αν είχαμε αντιληφθεί το ρόλο μας, δε θα επιτρέπαμε στους εαυτούς μας -ατομικά και συλλογικά- να αναλωνόμαστε ανελλιπώς σε τόσα μικρά και δευτερεύοντα, ενώ τα μεγάλα και κρίσιμα παγκόσμια προβλήματα μας κοιτάζουν όλους απειλητικά στα μάτια.

Αν είχαμε συναίσθηση του πραγματικού προβλήματος, θα είχαμε από καιρό σηκώσει τα μανίκια, θα είχαμε στρωθεί στη δουλειά, θα είχαμε τακτοποιήσει τους λογαριασμούς μας, θα είχαμε κερδίσει μια θέση στο σύγχρονο παγκόσμιο γίγνεσθαι και θα αρθρώναμε ήδη αποτελεσματικούς τρόπους αντιμετώπισης των μεγάλων «ανθρωπικών» κρίσεων που αρχίζουν ήδη να ταλανίζουν τον πλανήτη.

Κρίμα που ως λαός αρνούμαστε επίμονα να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων. Κρίμα διπλό που ο Ελληνικός τρόπος θα μπορούσε να αποτελέσει πυρήνα λύσης στα φλέγοντα προβλήματα της ανθρωπότητας μα η Ελληνική φωνή δεν διαθέτει ακόμη το σθένος που της πρέπει για να ακουστεί.

* Ο Γιάννης Παπαδάκης κατάγεται από το Ηράκλειο της Κρήτης. Είναι Ηλ/γος Μηχανικός (PhD), ζει και εργάζεται στις ΗΠΑ.