
Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σημερινούς ευρωπαίους σκηνοθέτες κι ένας από τους ικανότερους ηθοποιούς της γενιάς του, δοκιμάζονται επιτυχημένα σε πρωτόγνωρα για τον καθένα τους κι απαιτητικά εγχειρήματα.
ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ
TALE OF TALES
Σκην.: Ματέο Γκαρόνε
Πρωτ.: Σάλμα Χάγιεκ, Βενσάν Κασέλ, Τόμπι Τζόουνς, Τζον Σι Ράιλι
Τρία βασίλεια, οι ηγεμόνες των οποίων βασανίζονται από διαφορετικά προβλήματα. Η βασίλισσα του Λόνγκτρελίς προσπαθεί να εμποδίσει τον γιό της να συναναστρέφεται τον δίδυμο αδερφό του, που είναι γεννημένος από άλλη γυναίκα. Ο βασιλιάς του Χάιχιλς αποφασίζει μια μάλλον περίεργη διαδικασία για να βρει σύζυγο στην κόρη του. Και ο βασιλιάς του Στρόνγκλιφ, που ερωτεύεται μια γυναίκα από τη νεαρή φωνή της, ώσπου ανακαλύπτει ότι στην πραγματικότητα είναι ηλικιωμένη.
Παραμυθιακή κομεντί φαντασίας, βασισμένη στη συλλογή παραμυθιών που ανθολόγησε ο Τζιαμπατίστα Μπαζίλε, «Lo cunto de li cunti overo lo trattenemiento de peccerille», που εκδόθηκαν για πρώτη φορά σε δύο τόμους το 1634 και το 1636 από την αδερφή του Μπαζίλε, ο οποίος πέθανε το 1632.
Έχοντας διαπρέψει στον κοινωνικό και ψυχολογικό ρεαλισμό με τις προηγούμενες ταινίες του, ο 47χρονος ιταλός σκηνοθέτης εδώ δοκιμάζεται στο είδος του παραμυθιού και το αποτέλεσμα παραμένει ενδιαφέρον παρά τις ανισότητές του, με κυριότερες την αρρυθμία που προκαλεί περιστασιακό πλατειασμό και τον άνευρο χειρισμό επιμέρους ζητημάτων μέσα στις ιστορίες.
Η φωτογραφία του Πίτερ Σουστσίτσκι σε συνδυασμό με τον σχεδιασμό παραγωγής του Ντιμίτρι Καπουάνι, ντυμένα με τη μουσική του Αλεξάντρ Ντεσπλά, ζωντανεύουν έναν πανέμορφο και ταυτόχρονα γκροτέσκο, αλλόκοτο κόσμο, κατοικημένο από προβληματικούς ήρωες, ενσαρκωμένους απολαυστικά απ’ όλο το καστ, με καλύτερη όλων την άγνωστη 18χρονη βρετανή αρχάρια Μπέμπε Κέιβ ως πριγκίπισσα Βάιολετ, έξυπνη και δυναμική από χαρακτήρα, ευάλωτη και ταλαιπωρημένη από θέση, τελικά καλόψυχη και συμπονετική μετά από δοκιμασία.
ΔΙΔΥΜΟΙ ΘΡΥΛΟΙ - LEGEND
Σκην.: Μπράιαν Χέλγκελαντ
Πρωτ.: Τομ Χάρντι, Έμιλυ Μπράουνινγκ, Τάρον Έγκερτον, Κρίστοφερ Έκλεστον
Ο Ρέτζι και ο Ρόνι Κρέι είναι δίδυμα αδέρφια και οι πιο επικίνδυνοι γκάνγκστερ της Βρετανίας κατά τη δεκαετία του ’60, με έδρα το ανατολικό Λονδίνο.
Βιογραφικό δράμα εγκλήματος, βασισμένο στο βιβλίο του 85χρονου βρετανού Τζον Πίρσον, «The Profession of Violence: The Rise and Fall of the Kray Twins», που εκδόθηκε το 1972 με θέμα τη δράση των αδερφών Κρέι, δύο από τους πιο διαβόητους εγκληματίες στην ιστορία της Βρετανίας.
Γραμμένη από τον σκηνοθέτη με επιδέξια ισορροπία βίας και χιούμορ, πειστικά αναπαραστημένη από τον σχεδιασμό παραγωγής του Τομ Κόνροϊ και αριστοτεχνικά ζωντανεμένη από το καστ της, η ταινία προσφέρει όχι μία αλλά δύο από τις καλύτερες ερμηνείες της χρονιάς και μάλιστα από τον ίδιο ηθοποιό, τον πρωταγωνιστή Χάρντι, που καταφέρνει να χωρίσει τον εαυτό του στα δύο με υποδειγματική αληθοφάνεια, αποδίδοντας μ’ εντυπωσιακή λεπτομέρεια, την ιδιοσυγκρασία, τις αποχρώσεις και τις διακυμάνσεις των δύο αδερφών. Όπως συνέβη και με την πρόσφατη παρόμοια «Ανίερη συμμαχία» («Black mass», Σκοτ Κούπερ), η πλοκή από ένα σημείο και μετά απλώς επαναλαμβάνεται, αλλά ευτυχώς υπάρχει αρκετός ερμηνευτικός πλούτος για να κρατήσει το ενδιαφέρον ζωντανό.
THE REPUBLIC
Σκην.: Δημήτρης Τζέτζας
Πρωτ.: Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Γιάννης Στάνκογλου, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Τάκης Σπυριδάκης, Ερρίκος Λίτσης, Βίκυ Παπαδοπούλου, Αλεξάνδρα Χασάνη
Στη σημερινή Ελλάδα, ο Αχιλλέας εργάζεται για τον μεγαλοδημοσιογράφο Σφήκα, ο οποίος τον πληρώνει για να πραγματοποιεί παράνομες παρακολουθήσεις, παγιδεύοντας πολιτικούς και άλλους παράγοντες της δημόσιας ζωής. Ο Σφήκας μαζί μ’ έναν υπουργό, μηχανεύονται την εκχώρηση εδαφών της ελληνικής επικράτειας σε αμερικανούς επιχειρηματίες, σε βάρος του εθνικού συμφέροντος κι ενός πανίσχυρου επιχειρηματία, ο οποίος έχει αντιληφθεί τη δολοπλοκία και δε σκοπεύει να κάτσει με σταυρωμένα χέρια.
Πολιτικό κι αστυνομικό θρίλερ που αποτελεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη, επιδεικνύοντας παρόμοια φιλοδοξία με τις «Μαριονέτες» του Παντελή Καλατζή που είδαμε πριν από έναν μήνα. Παρότι τεχνικά αρτιότερη από το φιλμ του Καλατζή, η ταινία δεν καταφέρνει ν’ αποτινάξει τον προφανή, τετριμμένο και δευτερογενή χαρακτήρα της, βαλτώνοντας στα αφηγηματικά στερεότυπα και στη σκηνοθετική επιτήδευσή της.

