Του Μανώλη Κομπολάκη*

Η άποψη της αποδυνάμωσης του πολιτικού κατεστημένου με την αξιοποίηση πολιτικών μέσων δεν έχει να κάνει με ανταποδοτική τακτική στο γράμμα και το πνεύμα της μωσαϊκής εντολής «οφθαλμού αντί οφθαλμού», γιατί η εντολή είναι πέρα και έξω από δημοκρατικές αρχές. Oύτε φυσικά να προκαλέσει τις δημοκρατικές μας ευαισθησίες.

Έχει σκοπό τον προβληματισμό μας, στο κατά πόσο, οι εμμονές μας στα «δημοκρατικά πρέπει και είναι», όταν μάλιστα αυτά παραβιάζονται ασύστολα και καταπατούνται προκλητικά από τις πράξεις και τις συμπεριφορές του πολιτικού κατεστημένου, υπηρετούν τη δημοκρατία ή οφείλουμε, στο γράμμα και στο πνεύμα του ακροτελεύτιου συνταγματικού άρθρου, να τα αξιοποιήσουμε ως πολιτικά ισοδύναμα αντίδρασης, στις πράξεις και συμπεριφορές του πολιτικού κατεστημένου, που πολλές φορές οδηγούν την πολιτική στα όρια του παρανοϊκού και τη λογική στα όρια του παράλογου.

Στα δημοκρατικά «πρέπει και είναι», η αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες χαρακτηρίζεται πράξη αντιδημοκρατική και καταδικαστέα, η ακύρωση του ψηφοδελτίου αναδεικνύει στάση ανευθυνότητας και η επιλογή του λευκού, που εκφράζει απερίφραστα βούληση αποδοκιμασίας για το πολιτικό κατεστημένου στο σύνολο του, προσμετράται στα άκυρα ψηφοδέλτια.

Το ερώτημα φυσικά και δεν αποτελεί σάλπισμα επαναστατικών εξεγέρσεων για όσους δεν εθελοτυφλούν και δεν διστάζουν να δουν κατάματα την πραγματικότητα. Αποτελεί, μακριά από το πνεύμα ανάλογων παροτρύνσεων του ΚΚΕ, προτροπή για προβληματισμό σ’ αυτούς που αλληθωρίζουν σε δεξιόστροφες και αριστερόστροφες ιδεολογίες και δεν βλέπουν τρόπους και μέσα για το ξεπέρασμα του δημοκρατικού ελλείμματος της χώρας, πέραν και έξω από τις προπαγανδιστικές διακηρύξεις, τα ανεκπλήρωτα προεκλογικά προγράμματα και τα εκβιαστικά και φοβικά διλήμματα του φαύλου και βαθιά διαβρωμένου πολιτικού κατεστημένου.

Το βαθιά ριζωμένο και θεσμικά αυτο-προστατευόμενο πολιτικό κατεστημένο, που μόνο η εντροπία αποδομεί νομοτελειακά, θεωρείται απίθανο να αυτοκαταργηθεί, αλλά εφικτό και δυνατό να αποδυναμωθεί στην πράξη από την κοινωνία, με την ίδια της την πράξη. Aποδυναμώνεται στην πράξη, αν αμφισβητηθούν με πολιτικά μέσα η δημοκρατική νομιμότητα και η πολιτική και ηθική ισχύς των οργάνων που εκλέγουν οι μηχανισμοί του. Αυτή την αμφισβήτηση επιτυγχάνει, έστω θεωρητικά, η ανάδειξη της αποχής, σε πλειοψηφικό ποσοστό του εκλογικού σώματος, γιατί σύμφωνα με τις δημοκρατικές αρχές, όργανα που εκλέγονται από μειοψηφία δεν διαθέτουν ηθική και πολιτική ισχύ ούτε δημοκρατική νομιμοποίηση, που εξασφαλίζει η αρχή της πλειοψηφίας.

Φυσικά και δεν τρέφονται αυταπάτες για τις δυνατότητες των εκλογομαγείρων του κατεστημένου, να επινοούν και να διαμορφώνουν εκλογικές πραγματικότητες, που παραβιάζουν ασύστολα τους δημοκρατικούς κανόνες και νομιμοποιούν τα όργανα της μειοψηφίας, στο όνομα εξασφάλισης αυτοδυναμίας μέχρι πρότινος και βιώσιμου κυβερνητικού σχήματος σήμερα. Δείτε, για του λόγου το αληθές, την εκλογική πραγματικότητα που η αποχή, το άκυρο και το λευκό δημιούργησαν στις τελευταίες εκλογές: Επί συνόλου 9.840.525 εκλογέων ψήφισαν 5.566.295 που σημαίνει αποχή της τάξεως του 43,43 %. Έγκυρα ψήφισαν οι 5.431.850 δηλαδή το 51,19 % του εκλογικού σώματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ έλαβε 1.925.904 ψήφους, το 19,57 %, η Ν.Δ έλαβε 1.526.205 ψήφους, το 15,50 %, και οι ΑΝΕΛ έλαβαν 200.423 ψήφους το 2.03 %. Ωστόσο, λόγω της αποχής, του άκυρου και του λευκού ψηφοδελτίου, τα ποσοστά τους διαμορφώνονται σε 35,46 %, 28,10 % και 3,69 % αντίστοιχα, γιατί το ποσοστό που λαμβάνει κάθε κόμμα υπολογίζεται μόνο επί του αριθμού των έγκυρων ψηφοδελτίων. Τα κυβερνητικά κόμματα ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έλαβαν μαζί 2.126.337 ψήφους δηλαδή μόλις το 21,60 % του εκλογικού σώματος και το 39,15% των έγκυρων ψηφοδελτίων.

Τα κόμματα αυτά που αντιπροσωπεύουν μόλις το 21,60 % του εκλογικού σώματος, κυβερνούν σήμερα ελέω εκλογικού νόμου, ως πλειοψηφία, και όλα τα άλλα κόμματα που αντιπροσωπεύουν το 78,40% αποτελούν την αντιπολίτευση ως μειοψηφία.

Το δημοκρατικό αυτό παράδοξο συμβαίνει στη χώρα της πάλαι ποτέ Αθηναϊκής Δημοκρατίας…!

Στις κοινωνίες που τα δημοκρατικά «πρέπει και είναι» γίνονται σεβαστά από όλους, η αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες, ως πολιτική πράξη, θεωρείται και είναι αντιδημοκρατική και καταδικαστέα. Τι γίνεται όμως στις κοινωνίες όπου δεν γίνονται σεβαστά και εύλογα ανακύπτουν τα ερωτήματα:

α. Μπορούν, τα δημοκρατικά μας «πρέπει και είναι» να έχουν «αντιδημοκρατική και καταδικαστέα» θεώρηση, όταν επιστρατεύεται λόγω απουσίας άλλων θεσμικών μέσων, ως πολιτικά ισοδύναμα, για να υπερασπιστούν δημοκρατικές αρχές και αξίες, που παραβιάζει το εκάστοτε πολιτικό κατεστημένο;

β. Οφείλουν ή όχι οι κοινωνίες να αξιοποιούν πολιτικά μέσα που το ίδιο το πολιτικό κατεστημένο καπηλεύεται και χειραγωγεί, ακόμη και όταν εξαναγκάζονται, εκ των πραγμάτων, να ενεργήσουν πέρα και έξω από τα δημοκρατικά «πρέπει και είναι», στο πνεύμα της Αποστολικής ρήσης «πάσσαλος πασσάλω εκκρούεται» ή της ιησουϊτικής αρχής «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»;

Αντικειμενικές απαντήσεις στα ερωτήματα μπορούν να δώσουν μόνο αμερόληπτες τοποθετήσεις στο αρχικό ερώτημα.

Με την αποχή του από τις εκλογικές διαδικασίες ο πολίτης διαμαρτύρεται και αρνείται να νομιμοποιήσει επιλογές του πολιτικού κατεστημένου, που χειραγωγούν και καπηλεύονται την εντολή του.

Το σημαντικό μέρος των 4.274.230 ψηφοφόρων (43,43% του εκλογικού σώματος) που απείχαν της εκλογικής διαδικασίας του Σεπτεμβρίου, προς το παρόν δεν παίζει άμεσο πολιτικό ρόλο, αλλά είναι ο μόνος εν δυνάμει δημιουργικός παράγοντας που φαίνεται να ανησυχεί το πολιτικό κατεστημένο και να προβληματίζει για αξιοποίηση την κοινωνία εάν και εφόσον:

- Οι πνευματικοί ταγοί, οι λειτουργοί της δικαιοσύνης και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες εγκαταλείψουν την ανεξήγητη μέχρι σήμερα στάση τους και ενεργοποιήσουν τα κοινωνικά προτάγματα, που θα μας επιτρέψουν να υπερβούμε τους εαυτούς μας ως παθητικών θεατών-ακροατών απατηλών πολιτικών υποσχέσεων, ως αποδέκτες φοβικών και εκβιαστικών διλημμάτων, ως ψηφοφόρων με ανοχές και ενοχές, που μας χαρακτήρισαν ακόμη και συνδαιτυμόνες στο δημόσιο φαγοπότι.

- Οι υπηρέτες των Μ.Μ.Ε, έντυπων και ηλεκτρονικών, ξεπεράσουν το σύνδρομο της φωνής του κυρίου τους «his master’s voice» και διαμορφώσουν με υπεύθυνη και αμερόληπτη ενημέρωση κοινή γνώμη που θα εκφράζει, θα αναδεικνύει και θα υπηρετεί «Κοινωνίες Πολιτών» όπου ο κάθε πολίτης θα αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο, καταλυτικό λόγο και συμμετοχή στη συλλογική δράση. Θα διεκδικεί τα δικαιώματα του και θα εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του.

- Οι πολίτες αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες της ψηφιακής τεχνολογίας και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης Facebook, Twitter, you tube και μέσω αυτών την τεράστια κοινωνική δυναμική που διαμορφώνουν τα συναισθήματα αγανάκτησης, οργής και απόγνωσης που βιώνουμε.

Για την αναγκαιότητα της αξιοποίησης των δημοκρατικών «πρέπει και είναι», δεν υπάρχουν αμφισβητήσεις. Για την πιθανότητα θεσμοθέτησης της δεν τρέφονται αυταπάτες. Σέβομαι την άποψη όποιου την χαρακτηρίσει «όνειρο θερινής νυκτός», μα ούτε εγώ ούτε εκείνος μπορούμε να αποδείξουμε πως δεν υπάρχει η δυνατότητα να γίνει κάτι τέτοιο στο μέλλον.

* Ο Μανώλης Κομπολάκης είναι τ. ειδικός σύμβουλος νομάρχη