Του Γιώργου Παναγιωτάκη*

Το καθημερινό φαινόμενο της πλημμυρίδας των αιγαιοπελαγίτικων νησιών μας από λογής λογής πρόσφυγες και αλλογενείς μετανάστες, μας μεταφέρει σε άλλες εποχές και ειδικότερα στην περίοδο της βενετοκρατούμενης Κρήτης. Δεν αντικρίζονται βέβαια, ούτε μπορούν να συγκριθούν οι περιπτώσεις αυτές που απέχουν και χρονικά μεταξύ τους.

Οι καθημερινές όμως εικόνες των μέσων μεταφοράς, μας δημιουργούν το ερέθισμα να σκεφτούμε και την περίοδο αυτή, που οι θάλασσες της Κρήτης καθώς και ολόκληρης της Μεσογείου οργώνονταν και λυμαίνονταν από πειρατικά στοιχεία.

Ο κύριος κίνδυνος στον ευρύτερο θαλάσσιο χώρο της ανατολικής μεσογείου, προερχόταν από χώρες της μεσογειακής λωρίδας, που ήταν στην υπηρεσία του Σουλτάνου. Οι χώρες αυτές, που είχαν αναπτύξει έντονη πειρατική δραστηριότητα, ήταν η Τυνησία, το Μαρόκο και η Αλγερία. Η κατά μονοπωλιακό τρόπο πειρατική τους δράση και οι λεηλασίες, είχαν συσσωρεύσει αμύθητο πλούτο, τον οποίο απολάμβαναν όλοι οι κάτοικοι, που δεν ασχολούνται με τίποτα άλλο. Κάτι ανάλογο δηλαδή με μια σημερινή μικρή, αλλά πλούσια πετρελαϊκή χώρα.

Οι πειρατές υπερηφανεύονταν ότι το επάγγελμα τους ήταν το πιο πλούσιο και πιο προσοδοφόρο. Επιδέξιοι και έμπειροι πειρατές κυρίευαν καράβια φορτωμένα με αγροτικά προϊόντα, όπως κρασί, λάδι, σιτάρι, καθώς και υφάσματα, ράβδους χρυσού ή αργύρου, φάρμακα, μπαχαρικά κ.ά. Τα είδη αυτά τα εκποιούσαν και μοιράζονταν την αξία τους, ανάλογα με το αξίωμα του καθενός.

Χιλιάδες Κρήτες μαζί με την εμπράγματη λεία, συλλαμαβάνονταν για να αποτελέσουν είδη αγοραπωλησίας στα σκλαβοπάζαρα της Αφρικής και Ανατολής. Ο περιηγητής P. Belon επισκέπτης της Κρήτης στα μέσα του 16ου αι. μας μεταφέρει τις τιμές των σκλάβων στα σκλαβοπάζαρα αυτά. Η τιμή αγοράς μιας όμορφης γυναίκας ήταν 80-100 δουκάτα μαι μιας μεγάλης 30-40. Η τιμή των ανδρών ήταν επίσης κυμαινόμενη. Ένας δυνατός ανδρας αποτιμούνταν σε 60 δουκάτα και οι έφηβοι σε 40-50.

Ο Αλγερινός Ουλούτς Αλή τον Ιούνιο του 1571 έκαψε την απροστάτευτη πόλη του Ρεθύμνου, λεηλάτησε την επαρχία Αποκορώνου, πυρπόλησε 50 χωριά και αιχμαλώτισε 800 κατοίκους των περιοχών αυτών. Λίγα χρόνια πριν, ο φοβερός αρχιπειρατής Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα, σκορπίζει την καταστροφή στην πόλη της Σητείας και τα χωριά της, συλλαμβάνοντας χιλιάδες ντόπιους, που μεταφέρονται στα σκλαβοπάζαρα της Μπαρμπαριάς.

Το 1562 είχε συλληφθεί από τους πειρατές, η σύζυγος του Γεωργίου Τζαμπάνη από τα Μάλλια. Ο σύζυγος καταφεύγει σε δανεισμό, προκειμένου να μπορέσει, να εξαγοράσει την σύζυγό του. Στην επιστροφή τους όμως είχαν την ατυχία να συλληφθούν και οι δύο.

Όπως γράφει ο καθηγητής κ. Θεοχάρης Δετοράκης, στα νότια της Πελοποννήσου (Κορώνη Μονεμβασιά) είχε συσταθεί και λειτουργούσε ένα είδος γραφείων αναζήτησης και εξαγοράς αιχμαλώτων, έναντι βέβαια γενναίας αμοιβής. Σ' αυτούς τους πράκτορες κατέφευγαν οι Κρητικοί και οι άλλοι νησιώτες και υπέγραφαν συμφωνητικά με όρους επαχθέστατους για την εξέυρεση και εξαγορά των αγαπημένων τους.

Η πειρατεία έφτασε στο αποκορύφωμά της από το 1600 ώς το 1650, περίοδος που θεωρείται ως “Χρυσούς αιώνας” της πειρατείας. Στην πειρατεία γενικά συμμετείχαν και άλλοι λαοί κυρίως του μεσογειακού χώρου. Εδώ ίσως θα πρέπει να διαστείλουμε τους όρους πειρατής και κουρσάρος. Οι πειρατές ήταν ληστές της θάλασσας, που ενεργούσαν για το ατομικό τους συμφέρον και του πληρώματος του πλοίου. Οι επιθέσεις γίνονταν σε κάθε είδους εμπορικά πλοία, σε χωριά και παράλιους οικισμούς.. Οι κουρσάροι βρίσκονταν, σε συνεργασία με το βασιλιά τους και ενεργούσαν κατόπιν εντολών του, που τους εξουσιοδοτούσε να επιτίθενται σε εμπορικά πλοία του εχθρικού στρατοπέδου. Οι κάθε είδους δολιοφθορές εξυπηρετούσαν το ατομικό αλλά και το γενικότερο εθνικό συμφέρον.

Τα νότια παράλια της Κρήτης αποτελούσαν τους κυριότερους στόχους των πειρατικών επιδρομών. Η Γαύδος ήταν το πιο σημαντικό πέρασμα από την ανατολική στη δυτική Μεσόγειο. Ορμητήριο των πειρατών από το Αλγέρι ήταν το νησάκι Χρυσή (σημερινό Γαϊδουρονήσι) νότια της Ιεράπετρας. Αυτό ασφαλώς αποτέλεσε τη βασικότερη αιτία να μην αναπτύσσονται παράλιοι οικισμοί, αλλά χωριά στον εσωτερικό χώρο, για λόγους προστασίας και καταφυγής. Τα χωριά δηλαδή αυτά λειτουργούσαν και ως κρησφύγετα, αφού η λέξη αυτή έχει και κρητική την προέλευση. Τα παράλια του νομού Λασιθίου από την Ιεράπετρα ως ακρωτήριο Σίδερο είχαν εγκαταλειφθεί τελείως από το φόβο των πειρατών και των κουρσάρων και η γη έμεινε έρημη και ακαλλιέργητη. Το χωριό Γδόχια της επαρχίας Ιεράπετρας αποτελεί ως λέγεται γλωσσικό κατάλοιπο του ολοκληρωτικού πειρατικού του γδυσίματος.

Αποτελεί κανόνα ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Έτσι, η κερά Χενού σύζυγος του Νικηφόρου Μαυρομιχάλη κάτοικος Ανατολής Ιεράπετρας συντάσσει τη διαθήκη της στο νοτάριο (συμβολαιογράφο) της Ιεράπετρας το 1538 ευρισκόμενη τότε σε μεγάλη ηλικία. Συνιστά λοιπόν τα 50 υπέρπυρα που διαθέτει, να δοθούν στους κουρασμένους γονείς της αν τυχόν εμφανιστούν. Αν και βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο ηλικίας δεν αποκόβεται από την ελπίδα επιστροφής των γονιών της.

Η Μπαρμπαριά τέλος, θεωρούνταν τόπος καταδίκης, κόλασης, στεναγμού και οδυρμών. Σε κάποιο αντιπροσωπευτικό δημοτικό κρητικό τραγούδι, αποτυπώνεται το δραματικό στοιχείο της εποχής. Αποδέκτης της παράκλησης ο ήλιος

Ήλιε μου και φεγγάρι μου, και κοσμογυρευτή μου,

Σ' όλο τον κόσμο ανάτειλε, σ' όλη την οικουμένη

Στον μπαρμπαρέσω τις αυλές ποτέ μην ανατείλεις,

Κι αν ανατείλεις κάποτε, να γοργοβασιλέψεις,

Για θα βραχούν οι αχτίνες σου, που των σκλαβών τα δάκρυα

Αλλά και κάποια κοπέλα εξορκίζει και καταράται το νέο που αγαπά, αν τυχόν την ξεχάσει και λοξοδρομήσουν τα αμοιβαία αισθήματά τους. Του λέει λοιπόν.

Αν μ' αρνηθείς καμιά φορά, και πιάσεις άλλο ταίρι,

Σκλάβο να σε πουλήσουνε στης Μπαρμπαριάς τα μέρη.

Να σου φορέσουν άλυσον, και στο λαιμό καδένα,

Ν' αναστενάξεις και να λες, πως τα φορείς για μένα.

Το ειδικό βάρος τέλος της κατάρας, το βρίσκουμε συσσωρευμένο σε μια σύντομη βλαπτική φράση: “Στη Μπαρμπαριά να καταντήσεις”.

* Ο Γ. Παναγιωτάκης είναι Συγγραφέας -  Ιστορικός ερευνητής