Σε καμιά οινοπαραγωγική χώρα της Ευρώπης δεν υπάρχει αντίστοιχος φόρος
Του Γιάννη Ζωράκη
Σε αναβρασμό βρίσκονται οι οινοπαραγωγοί ολόκληρης της χώρας, αλλά και της Κρήτης, με αφορμή την επικείμενη φορολόγηση στο ελληνικό κρασί.
Οι απαιτήσεις των δανειστών και οι ανάγκες για νέα ισοδύναμα μέτρα έριξαν το «μπαλάκι» της φορολογίας σε έναν από τους πιο ευαίσθητους παραγικούς κλάδους της χώρας, που είναι οι αμπελουργοί.
Η επιλογή των δανειστών να επιβάλουν το συγκεκριμένο μέτρο φορολόγησης φαίνεται πως δεν είναι τυχαία, αφού στην Ελλάδα υπάρχουν 200.000 αμπελουργοί, συνολικά 700 οινοποιεία και περισσότεροι από 20.000 εργαζόμενοι στον κλάδο, οι οποίοι βεβαίως εφόσον το φοροεισπρακτικό μέσο περάσει, κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή με απόλυση.
Κι όλα αυτά τη στιγμή που η αμπελουργία αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα στην Ελλάδα, με αρκετά μειωμένες παραγωγές τον τελευταίο χρόνια, αλλά και τεράστιες δυσκολίες λόγω καιρικών συνθηκών.
Τα δίκτυα οινοποιών της Κρήτης ήδη έχουν ζητήσει από τους αγρότες που σήμερα βρίσκονται στην Αθήνα να θέσουν το ζήτημα στον αρμόδιο Υπουργό, ενώ ταυτόχρονα έχουν κοινοποιήσει στο Υπουργείο Οικονομικών και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, σχετική επιστολή στην οποία και αναφέρουν τα εξής:
Ανοικτή επιστολή προς τους Υπουργούς Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης
Κύριοι,
Σε συνέχεια των δηλώσεων του Υπουργού Οικονομικών της Τρίτης 17.11 σχετικά με την επιβολή Ε.Φ.Κ. στο εμφιαλωμένο κρασί, οφείλουμε να εκφράσουμε την έντονη αντίδρασή μας και αγανάκτηση δεδομένου ότι:
1. Σε καμία οινοπαραγωγική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υφίσταται αντίστοιχος φόρος, καλλιεργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού.
2. Το εμφιαλωμένο κρασί αποτελεί προϊόν πλήρους καθετοποίησης με αποτέλεσμα να πλήττονται όλα τα εμπλεκόμενα επαγγέλματα του οινικού κλάδου, μέσα στους οποίους προσμετρούνται 200.000 αμπελουργοί, πάνω από 700 οινοποιητικές μονάδες με πάνω από 20.000 εργαζόμενους και πολλοί άλλοι τομείς οι οποίοι συνδράμουν από το αμπέλι στο τελικό προϊόν.
3. Ο κλάδος της οινοποιίας, παρ’ όλες τις δυσκολίες της περιόδου αυτής, εξακολουθεί να παράγει, να υποστηρίζει την αγροτική οικονομία, να κάνει συγκροτημένες προσπάθειες εξωστρέφειας με απτά αποτελέσματα, να δημιουργεί εθνική ταυτότητα στο χώρο της αγροτικής οικονομίας και να διατηρεί εν γένει μια δυναμική την οποία λίγοι παραγωγικοί κλάδοι σήμερα διαθέτουν.
4. Η πλειονότητα των οινοποιητικών επιχειρήσεων είναι μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, εκσυγχρονισμένες στο μέγιστο με επενδύσεις οι οποίες είχαν την προοπτική της ανάπτυξης πριν την περίοδο της κρίσης και όλος ο σχεδιασμός τους έχει πληγεί σε μεγάλο βαθμό,
5. Η τοπική (ελληνική) αγορά εξακολουθεί να είναι η κύρια βάση απορρόφησης της παραγωγής του κλάδου, παρά την αύξηση των εξαγωγών την τελευταία δεκαετία, σημειώνοντας δε το σημαντικό ρόλο που παίζει η τουριστική αγορά της χώρας η οποία αποτελεί αφ’ ενός σημαντική βάση κατανάλωσης και αφ’ ετέρου γνωριμίας με το προϊόν, με ότι προφανή αντίκτυπο έχει αυτό στις εξαγωγές.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, τίθεται το ερώτημα με ποια λογική ένα μη εισαγόμενο προϊόν προερχόμενο από Ελληνες αγρότες και επιχειρηματίες, πρέπει να δεχθεί το βάρος του ισοδύναμου μέτρου, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωσή του. Αποδυνάμωση η οποία θα προέλθει από την αναπόφευκτα περαιτέρω μείωση της κατανάλωσής του, δίνοντας παράλληλα χώρο στην αγορά για την ανάπτυξη άλλων εισαγόμενων ανταγωνιστικών προϊόντων.
Ελπίζοντας να επικρατήσει τελικά η λογική,
Wines of Crete
Δ.Σ Δίκτυο Οινοποιών Νομού Ηρακλείου
Δ.Σ. Δίκτυο Οινοποιών Νομού Χανίων, Ρεθύμνης.

