
Σταθερή κινηματογραφική αξία, αγέραστη διασκέδαση.
SPECTRE
Σκην.: Σαμ Μέντες.
Πρωτ.: Ντάνιελ Κρεγκ, Λέα Σεντού, Κριστόφ Βαλτς, Ρέιφ Φάινς, Ναόμι Χάρις, Μπεν Γουίσο, Άντριου Σκοτ, Μόνικα Μπελούτσι, Ντέιβ Μπατίστα.
Από το Μεξικό ως τη Ρώμη κι από τις αυστριακές Άλπεις μέχρι το Μαρόκο και το Λονδίνο, ο βρετανός κατάσκοπος Τζέιμς Μποντ ακολουθεί τα ίχνη μιας μυστικής εγκληματικής οργάνωσης, που σκοπεύει να ελέγξει όλα τα ψηφιακά καταχωρισμένα προσωπικά δεδομένα του πλανήτη.
Κατασκοπική περιπέτεια, που αποτελεί την 24η προσθήκη στη σειρά ταινιών της EON Productions με ήρωα τον Τζέιμς Μποντ, πράκτορα 007 των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, τον οποίο δημιούργησε ο βρετανός συγγραφέας Ίαν Φλέμινγκ στη λογοτεχνική σειρά που ξεκίνησε το 1953 με το μυθιστόρημα «Casino Royale». Αφού το «Skyfall» (2012) ξεπέρασε κάθε εισπρακτική προσδοκία, συγκεντρώνοντας 1,1 δισεκατομμύριο δολάρια παγκοσμίως, οι παραγωγοί Μάικλ Γουίλσον και Μπάρμπαρα Μπρόκολι αποφάσισαν να περιμένουν τον 50χρονο βρετανό Μέντες να ξεμπερδέψει με τις θεατρικές του υποχρεώσεις, ώστε να σκηνοθετήσει για δεύτερη συνεχόμενη φορά τον 47χρονο Κρεγκ στην τέταρτη εμφάνισή του ως Μποντ. Παρά τις επιμέρους ανισότητές της, μεταξύ των οποίων η περιστασιακή αρρυθμία κι η ασθενέστερη συναισθηματική βαρύτητα της πλοκής σε σύγκριση με τις προηγούμενες προσθήκες στη θητεία του ηθοποιού, η ταινία παραμένει μία από τις διασκεδαστικότερες της σειράς, με τον ήρωα σε εξαιρετική φόρμα.
Ο τίτλος της προέρχεται από την εγκληματική οργάνωση SP.E.C.T.R.E., που κυριολεκτικά σημαίνει φάντασμα, αλλά ως ακρωνύμιο κρύβει το απολαυστικά εξωφρενικό Special Executive for Counter-intelligence Terrorism Revenge and Extortion, παρότι στη φετινή εκδοχή της δεν εμφανίζεται μ’ αυτή τη δεύτερη σημασία. Επικεφαλής της βρίσκεται ο μεγαλομανής Ερνστ Σταύρο Μπλόφελντ, που έπαιξε κεντρικό ρόλο στην πρώιμη εποχή της σειράς, όταν οι Σων Κόνερι και Τζωρτζ Λέιζενμπι υποδύονταν τον 007. Λόγω μιας διαμάχης πνευματικών δικαιωμάτων, η EON Productions για δεκαετίες δε δικαιούτο να χρησιμοποιήσει στα σενάριά της την οργάνωση ή τον αρχηγό της, τα οποία επανήλθαν στη δικαιοδοσία της εταιρείας πριν από λίγα χρόνια.
Έτσι, φέτος τα χρησιμοποιεί για ν’ αποκαταστήσει τη φόρμουλα και τον συναισθηματικό τόνο της σειράς στην παραδοσιακότερή τους μορφή, ακολουθώντας τη χαρακτηρολογική εξέλιξη του ήρωα και την αντίστοιχη υφολογική των ταινιών που επανεκκίνησαν με το «Casino Royale» (Μάρτιν Κάμπελ, 2006), προσθέτοντας έκτοτε σταδιακά ανά ταινία στον ίδιο τον Μποντ και στις ταινίες συνολικότερα τα επιμέρους ιδιόμορφα στοιχεία τους: το σμόκιν, την αυτο-σύσταση του πράκτορα, τον πυροβολισμό μέσα από την κάννη που φέτος επιτέλους επιστρέφει στη σωστή του θέση στην έναρξη της ταινίας, τον Q με τη Μάνιπένι, τα γκάτζετ και τελικά τον μεγαλομανή κακό με το κρυφό αρχηγείο μέσα στη γη και το σχέδιο για ολοκληρωτική εξουσία του πλανήτη. Στην πορεία, αυτά πλαισιώθηκαν από πλήθος αναφορών στο παρελθόν της σειράς, με δύο από τα πιο προφανή φετινά παραδείγματα τον κρατήρα που παραπέμπει στο «Ζεις μονάχα δυο φορές» («You only live twice», Λούις Γκίλμπερτ, 1967) και το άσπρο σμόκιν που ο ήρωας φόρεσε μεταξύ ελαχίστων άλλων στα «Χρυσοδάκτυλος» («Goldfinger», Γκάι Χάμιλτον, 1964) και «Επιχείρηση Όκταπούσι» («Octopussy», Τζων Γκλεν, 1983). Ας σημειωθεί δε, ότι η αρχική σεκάνς στο Μεξικό, συνεχίζει την παράδοση της σειράς να περιλαμβάνει παραδοσιακούς εορτασμούς με κοστούμια από εξωτικές κοινότητες, όπως το Junkanoo στις Μπαχάμες στο «Επιχείρηση Κεραυνός» («Thunderball», Τέρενς Γιανγκ, 1965), η μουσική κηδεία στη Νέα Ορλεάνη του «Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν» («Live and let die», Γκάι Χάμιλτον, 1973) και το καρναβάλι του Ρίο στο «Επιχείρηση Μούνρεϊκερ» («Moonraker», Λούις Γκίλμπερτ, 1979).
Αυτό που ευτυχώς επίσης επανέρχεται φέτος, είναι το χιούμορ και η ανεμελιά που η σειρά έμοιαζε να είχε χάσει στις τρεις προηγούμενες προσθήκες της. Χωρίς να ζημιώνει τον σοβαρό του τόνο, παραμένοντας μακριά από την αυτο-παρώδηση της εποχής του Ρότζερ Μουρ και τα άνοστα διαλογικά κλισέ της περιόδου του Πιρς Μπρόσναν, το σενάριο καταφέρνει να εμφυσήσει χιούμορ στην πλοκή, μέσα από διαφορετικούς χαρακτήρες σε διαφορετικό βαθμό, και κρισιμότερα από τον ίδιο τον Κρεγκ, ο οποίος στην τέταρτη εξόρμησή του πια ως 007, καταφέρνει να εξισορροπήσει απολαυστικά τη δική του σκληροτράχηλη απεικόνιση του ήρωα με την παραδοσιακή ελαφρότερη εκδοχή του.
Ειδικότερα, με τη φετινή ταινία σχηματίζεται ένα συνεχώς πιο συνεκτικό αφηγηματικό σύμπαν που διατρέχει τις ταινίες της θητείας του Κρεγκ στον ρόλο, καθώς το σενάριο τη συνδέει με τις τρεις προηγούμενες. Ο διωγμός της ΜΙ6 από τους γραφειοκράτες συνεχίζεται, όπως επίσης οι “συγγενικές’ σχέσεις και οι ζωικές μεταφορές που δημιουργήθηκαν στο «Skyfall» ανάμεσα στους χαρακτήρες και διαχέονται εδώ, αυτή τη φορά ανάμεσα στον Μποντ και στον “Όμπερχάουζερ”. Ο δεύτερος αποκαλεί κούκο τον πρώτο, ενώ μεταξύ τους διεξάγεται ένα κυνηγητό γάτας και ποντικιού. Στο τέλος του προηγούμενου φιλμ, ο Μποντ ήταν ο “τελευταίος όρθιος αρουραίος” ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Σίλβα (Χαβιέ Μπαρδέμ). Εδώ συστήνεται ως Μίκυ Μάους στον μπράβο του Spectre στη Ρώμη, κι αυτό που του αποκαλύπτει το μυστικό στο Μαρόκο είναι ένα μικρό ποντίκι, ενώ την κατά τ’ άλλα προφανή ταύτιση του κακού με τη γάτα θ’ αντιληφθούν περισσότερο όσοι θυμούνται το παρελθόν της σειράς. Ωστόσο νομίζω ότι σ’ έναν σεναριακό πλεονασμό, τονίζεται υπερβολικά η σχέση των προηγούμενων κακών με το Spectre, η οποία αποκαλύπτεται ήδη στους τίτλους αρχής, αποσαφηνίζεται στη διασταύρωση DNA του δαχτυλιδιού κι επικυρώνεται στον λόγο του “Όμπερχάουζερ”, οπότε μέχρι τη στιγμή όπου επαναλαμβάνεται στο κτήριο της MI6, έχει κάτι παραπάνω από εμπεδωθεί πια.
Συνεκτικό ρόλο ανάμεσα στις ταινίες παίζει επίσης η μουσική επένδυση, την οποία αναλαμβάνει για δεύτερη συνεχόμενη φορά ο Τόμας Νιούμαν. Ο συνθέτης χρησιμοποιεί συχνά πανομοιότυπα μοτίβα μ’ εκείνα του «Skyfall», δημιουργώντας την εντύπωση ότι πρόκειται για μια ταινία χωρισμένη σε δύο μέρη- κάτι όχι εντελώς άστοχο, αφού όπως είδαμε, πολλά από τα σεναριακά ζητήματα της προηγούμενης ιστορίας συνεχίζονται κι εδώ. Ο Νιούμαν αντεπεξέρχεται ικανοποιητικά (ειδικά τα ρομαντικά θέματα και η καταδίωξη στη Ρώμη είναι εκπληκτικά), αλλά μοιάζει να διστάζει να παρασυρθεί από τις καταστάσεις, και δεν καταφέρνει να μου διώξει την αίσθηση ότι ο προκάτοχός του, Ντέιβιντ Άρνολντ, καταλάβαινε το πνεύμα και τις ανάγκες της σειράς ακόμη καλύτερα. Για παράδειγμα, είναι χαρακτηριστικό ότι ο Νιούμαν αφενός χρησιμοποιεί το James Bond theme πάντα μερικώς και συγκρατημένα, αλλά ποτέ στη θριαμβική εκδοχή του, αφετέρου όταν επιτέλους το παραθέτει ολόκληρο (και στο «Skyfall» κι εδώ σε μια παρόμοια σκηνή), εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την ενορχήστρωση του Άρνολντ από το «Casino Royale» αντί για μια καινούρια δική του. Ωστόσο, το τραγούδι τίτλων του Σαμ Σμιθ που έγραψε ο ίδιος ο τραγουδιστής με τον Τζίμυ Νέιπς, είναι ένα από τα καλύτερα της σειράς, γεμάτο με over the top μελοδραματισμό που υποστηρίζεται από όμορφη μελωδία και πληθωρική ενορχήστρωση.
Προσωπικά εξακολουθώ να θεωρώ το «Casino Royale» την καλύτερη ταινία Μποντ στη θητεία του Κρεγκ μέχρι στιγμής, με το «Spectre» ν’ ακολουθεί αμέσως μετά. Ωστόσο, η φετινή ταινία διαθέτει κάτι που εκ των πραγμάτων το «Casino» δε μπορούσε να έχει: έναν Κρεγκ στην καλύτερή του ερμηνεία ως τώρα, πιο ώριμο και άνετο στον ρόλο από ποτέ, με φυσικότητα και αυτοπεποίθηση που επισκιάζουν τους περισσότερους από τους προκατόχους του ρόλου και τον τοποθετούν επάξια στο πλάι του Κόνερι ως τους καλύτερους ενσαρκωτές του. Πιστεύω λοιπόν ότι ο πρωταγωνιστής θα συνεχίσει σε τουλάχιστον μία ακόμα ταινία, αφού όχι μόνο δε φαίνεται να έχει κουραστεί, αλλά συνεχίζει με ανεξάντλητη ενέργεια, γοητεία και σπιρτάδα, που σε συνδυασμό με το τέλος της ταινίας, την εμπορική της επιτυχία και τις αστρονομικές απολαβές που αυτή συνεπάγεται για τον ηθοποιό, καθώς είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της σειράς που ο πρωταγωνιστής απολαμβάνει επίσης τίτλο συμπαραγωγού, κάνουν την επιστροφή του να μοιάζει αναπόφευκτη.
Αναφορικά με το υπόλοιπο καστ, τα μέλη που επανέρχονται (Φάινς, Χάρις, Γουίσο) έχουν ουσιαστικότερη συμβολή στην πλοκή από τους νεόφερτους. Η Μπελούτσι είναι σαγηνευτική όσο ποτέ, αλλά η συμμετοχή της δεν ξεπερνάει τα 10 λεπτά, στα οποία το μόνο της καθήκον είναι να αποπλανηθεί από τον Μποντ. Η Σεντού κρατάει έναν από τους δυναμικότερους γυναικείους ρόλους της σειράς, αλλά το αίσθημά της με τον Μποντ μοιάζει βεβιασμένο, χωρίς τον απαιτούμενο χρόνο για ν’ αναπτυχθεί όσο πειστικά χρειάζεται, δεδομένης της σημασίας του και της επιρροής που ασκεί στις αποφάσεις του ήρωα. Με το σαρωτικό του εκτόπισμα και την ατρόμητη αλαζονεία του, ο Μπατίστα υπηρετεί ιδανικά τον τύπο του σιωπηλού μπράβου (πρβλ. μεταξύ άλλων τον Oddjob στο «Χρυσοδάκτυλος» και τον Σαγόνια στα «Η κατάσκοπος που μ’ αγάπησε» και «Επιχείρηση Μούνρεϊκερ»), ενώ ο Σκοτ αποδίδει αβίαστα τον υστερόβουλο δολοπλόκο που του ανατίθεται.
Όσο για τον Βαλτς, αναλαμβάνει να ενσαρκώσει τον εμβληματικότερο κακό στη μυθολογία του ήρωα, και το κάνει με εξαιρετική ισοροπία παράνοιας και απειλής, όμως ίσως περισσότερο συγκρατημένα απ’ όσο απαιτούν οι προσδοκίες που δημιουργεί η παράδοση του συγκεκριμένου χαρακτήρα. Όση ένταση λείπει πάντως από την ερμηνεία του, αναπληρώνεται από τη σκηνοθετική μαεστρία του Μέντες, ο οποίος συστήνει τον “Όμπερχάουζερ’ σε δύο σκηνές δεξιοτεχνικής υποβλητικότητας, στη συνεδρίαση της οργάνωσης στη Ρώμη και στην αίθουσα του μετεωρίτη στο καταφύγιό του. Όμως όπως οι περισσότερες διαλογικές σκηνές του φιλμ, έτσι κι αυτές αδικούνται από τον αδικαιολόγητα επιβραδυμένο ρυθμό τους.
Επειδή παρόλαυτά μια ταινία Μποντ αξίζει -σχεδόν- όσο οι σκηνές δράσης της, ακόμη ένας λόγος που με κάνουν να προτιμώ το «Spectre» απ’ το «Skyfall» είναι ότι η δράση είναι όχι μόνο πιο πλούσια, αλλά και πιο “εξωστρεφής”, καθώς εκτείνεται σε πέντε διαφορετικές χώρες, αποκαθιστώντας τον πληθωρικό εξωτισμό που έλειπε από την προηγούμενη ταινία. Αυτό που δυστυχώς επαναλαμβάνεται εδώ, είναι η ίδια δομική ανισορροπία με το «Skyfall», καθώς ξανά η θεαματικότερη σκηνή της ταινίας συναντάται μόλις στο ξεκίνημά της. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το υπόλοιπο φιλμ στερείται θεάμα, απλώς αυτό ποτέ δεν ξαναγίνεται εξίσου επικίνδυνο όσο η μάχη στο ελικόπτερο, η οποία αποτελεί παραλλαγή της παρόμοιας εναρκτήριας σεκάνς του «Για τα μάτια σου μόνο» («For your eyes only», Τζων Γκλεν, 1981). Μοναδική εξαίρεση, η σωματική μάχη μέσα στο τρένο, η οποία είναι όσο αμείλικτα σκληρή περιμένει κανείς, ισάξια με την αντίστοιχη του «Από τη Ρωσία με αγάπη» («From Russia with love», Τέρενς Γιανγκ, 1963), στην οποία φυσικά παραπέμπει.
Όμως, σε μια μάλλον παράδοξη σκηνοθετική ασυνέχεια, όσο συνωστισμένη είναι η εναρκτήρια σεκάνς στο Μεξικό, τόσο άδειες από κομπάρσους είναι οι υπόλοιπες σκηνές δράσης του φιλμ, μειώνοντας την αληθοφάνεια, τον οπτικό τους πλούτο και την κρισιμότητά τους. Κι αν το κυνηγητό στη Ρώμη είναι δικαιολογημένο επειδή εκτυλίσσεται μετά τα μεσάνυχτα, η συντριβή του αεροπλάνου στα χιόνια δε φαίνεται να ενοχλεί κανέναν στα γύρω ξυλόσπιτα, με το ζόρι εντοπίζονται στα κάδρα άλλοι επιβάτες στο τρένο, ενώ θα περίμενε κανείς ο “Όμπερχάουζερ” να διαθέτει μερικούς ακόμη μπράβους για τη φύλαξη των εγκαταστάσεών του.
Μιλώντας για την καταδίωξη στη Ρώμη, παραμένει ασφαλώς εντυπωσιακή χάρη στα υπερ-αυτοκίνητα με τα οποία εκτελείται, τη Jaguar C-X75 και την πρότυπη Aston Martin DB-10, την οποία η εταιρεία σχεδίασε αποκλειστικά για τις ανάγκες της ταινίας. Όμως στερείται τον κίνδυνο που θα περίμενε κανείς να προκαλεί ο θηριώδης Χινξ, αφού το μοντάζ είναι πολύ χαλαρό, ενώ η σεκάνς διακόπτεται ανά διαστήματα είτε για να προωθηθεί η πλοκή, είτε για να εξυπηρετηθεί ένα κωμικό εύρημα. Η έκβασή της πάντως συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο Μποντ-στιγμές της ταινίας, μαζί με το “stay” που επιβάλλει άνετα ο ήρωας σ’ έναν μπράβο στην κλινική και την απόδραση ανθολογίας από το κτήριο της MI6.
Όσο για το τέλος του φιλμ, αυτό φαινομενικά εξυπηρετεί την αποχώρηση του Κρεγκ από τον ρόλο, αλλά ουσιαστικά αφήνει πολυάριθμες εκκρεμότητες, ανοίγοντας ακόμη περισσότερους δρόμους για την επιστροφή του, για την οποία επαναλαμβάνουμε τη βεβαιότητά μας.
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΤΟ ΧΡΟΝΟ
LOVE THE COOPERS
Σκην.: Τζέσι Νέλσον.
Πρωτ.: Νταϊάν Κίτον, Τζον Γκούντμαν, Άλαν Άρκιν, Εντ Χελμς, Αμάντα Σάιφριντ, Άντονι Μάκι, Μαρίσα Τομέι, Ολίβια Γουάιλντ, Τζουν Σκουίμπ.
Μια σειρά από απρόοπτα γεγονότα, θα οδηγήσει τα μέλη της οικογένειας Κούπερ να επανεκτιμήσουν τους δεσμούς αγάπης που τους ενώνουν.
Χριστουγεννιάτικη οικογενειακή κομεντί μ’ ένα καλό καστ που ανταποκρίνεται επαρκώς σε μια φορτωμένη και γι’ αυτό αναπόφευκτα άνιση πλοκή, αφήνοντας τη σερβιτόρα Ρούμπι παραμελημένη, τον αστυνομικό Γουίλιαμς μετέωρο και τον γιο Χανκ ακόμη άνεργο. Τα επιμέρους ζητήματα επιλύονται ή παραβλέπονται με την ίδια αναγκαστική, επιβεβαιωτική ευκολία με την οποία παρασύρεται κανείς στο “πνεύμα των Χριστουγέννων”, προσφέροντας μια όμορφη, ζεστή, αλλά όχι ιδιαιτέρως πειστική ιστορία.

