Τι λέει εγκύκλιος του ΥΠΟΙΚ

Με 33% θα φορολογείται κάθε αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας


Σε περιουσιακά στοιχεία (κινητή ή ακίνητη περιουσία οποιασδήποτε μορφής) που αποκτήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2014 και για τα οποία ο φορολογούμενος δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προέλευση των χρημάτων, θα επιβάλλεται φόρος σαν να επρόκειτο για εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα ο οποίος θα υπολογίζεται με συντελεστή 33%.

Αυτό ορίζει νέα εγκύκλιος του υπουργείου Οικονομικών με διευκρινίσεις για θέματα προσαύξησης περιουσίας και ανάλωσης κεφαλαίου προηγουμένων ετών, που υπογράφεται από τον αναπληρωτή γ.γ Δημοσίων Εσόδων Ι.Μπάρκα και δημοσιεύτηκε πριν από λίγο στη «Διαύγεια».

Η εγκύκλιος αναφέρεται σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία και όχι μόνο στις καταθέσεις. Αναφέρεται δηλαδή σε «προσαύξηση της περιουσίας η οποία μπορεί να αναφέρεται σε κινητή ή ακίνητη περιουσία οποιασδήποτε μορφής, όπως οικόπεδα, σπίτια, αυτοκίνητα, σκάφη, αεροσκάφη, τραπεζικές καταθέσεις και πάσης φύσεως χρεόγραφα, (μετοχές, τοκομερίδια, ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια κλπ.), η οποία δεν δικαιολογείται από τα εισοδήματα που δηλώνει ο φορολογούμενος».

Ειδικά για τις καταθέσεις, δίδονται λεπτομερείς οδηγίες στους ελεγκτές προκειμένου να διαπιστώνουν αν υπάρχει αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας ή όχι.

Κάθε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από παράνομη ή αδικαιολόγητη ή άγνωστη πηγή ή αιτία, θεωρείται κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, αναφέρεται σε εγκύκλιο του υπουργείου Οικονομικών. Συνεπώς θα φορολογείται με συντελεστή 33%.

Σε περίπτωση διαπίστωσης προσαύξησης περιουσίας, η προσαύξηση αυτή δεν υπόκειται σε φορολογία, εφόσον ο φορολογούμενος αποδείξει την πραγματική πηγή αυτής, καθώς επίσης και ότι αυτή είτε έχει υπαχθεί σε νόμιμη φορολογία, είτε απαλλάσσεται από τον φόρο σύμφωνα με ειδικές διατάξεις, προστίθεται.

Σε περίπτωση που οι αποδείξεις δεν είναι ικανοποιητικές, η οποιαδήποτε προσαύξηση της περιουσίας χαρακτηρίζεται και φορολογείται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.

Η προσαύξηση της περιουσίας μπορεί να αναφέρεται σε κινητή ή ακίνητη περιουσία οποιασδήποτε μορφής, όπως οικόπεδα, σπίτια, αυτοκίνητα, σκάφη, αεροσκάφη, τραπεζικές καταθέσεις και πάσης φύσεως χρεόγραφα, (μετοχές, τοκομερίδια, ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια κλπ.), η οποία δεν δικαιολογείται από τα εισοδήματα που δηλώνει ο φορολογούμενος, διευκρινίζεται.

Η μεταβολή της σύνθεσης ή της διατήρησης της περιουσίας δεν σημαίνει απαραίτητα και την προσαύξησή της, προστίθεται.

«Σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε προσαύξηση περιουσίας διαπιστωθεί κατά τον έλεγχο, προκειμένου να φορολογηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγρ. 4 του άρθρου 29 του ΚΦΕ, δηλαδή με συντελεστή τριάντα τρία τοις εκατό (33%), απαιτείται να ελέγχονται και να συνεκτιμώνται και οι τυχόν δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 32 του ΚΦΕ».



Για την δικαιολόγηση προσαύξησης περιουσίας μέσω διάθεσης περιουσιακών στοιχείων ή μέσω απόκτησης εισοδημάτων που στο παρελθόν δεν υπήρχε η υποχρέωση της αναγραφής τους στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, είτε γιατί ήταν αφορολόγητα είτε γιατί φορολογούνταν με ειδικό τρόπο (πχ. τόκοι, πώληση εισηγμένων μετοχών), πρέπει να αποδεικνύονται με τα κατάλληλα νόμιμα δικαιολογητικά.

Επίσης, σε όσες περιπτώσεις επικαλείται ο φορολογούμενος ότι η προσαύξηση περιουσίας προέρχεται από δωρεά, δανειοδότηση, γονική παροχή, κληρονομιά κλπ, πρέπει να ελέγχεται αν υπήρχε η δυνατότητα από τον δωρητή, τον δανειοδότη, τον παρέχοντα, τον κληρονομούμενο, να καταβάλλει ποσά που επικαλείται ο φορολογούμενος, καθώς και αν έχουν καταλογιστεί τα ποσά που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις (π.χ. τέλη χαρτοσήμου, φόρος γονικής παροχής, φόρος δωρεάς κ.λπ.).