Του Δημήτρη Χ. Σάββα

Σίγουρα η μεθαυριανή μέρα είναι η μεγαλύτερη γιορτή της πόλης μας. Η πόλη του Ηρακλείου, όπως το συνηθίζει, θα γιορτάσει τον πολιούχο της, τον προστάτη και καπετάνιο του Μεγάλου Κάστρου, τον Άγιο Μηνά. Τον δικό της Άγιο! Αυτόν που σε δύσκολους και χαλεπούς καιρούς, καβάλα στο άλογό του, κάθε βράδυ, περνοδιάβαινε τα στενοσόκακα της Καστρινής πολιτείας, θέλοντας να βοηθήσει τον καθένα, να κλείσει ως και το τελευταίο παράθυρο του κάθε φτωχόσπιτου, να ελέγξει και να προλάβει το κάθε τι.

Και οι κάτοικοι του Μεγάλου Κάστρου να περιμένουν πολλά απ’ αυτόν, γνωρίζοντας πως θα τους βοηθήσει, αφού για αυτούς αποτελούσε και αποτελεί σύμβολο ελπίδας και αγάπης, από εκκλησιαστικής, θρησκευτικής και εθνικής πλευράς.

Τιμώντες μεθαύριο τον πολιούχο άγιό μας, τον σωτήρα της πόλης του Ηρακλείου κατά τους μαύρους χρόνους της δουλείας, τιμούμε συγχρόνως την αιματηρή αλλά και πολυτάραχη ιστορία δια μέσου της οποίας το Ηράκλειο προχώρησε με ασφάλεια στην ελευθερία αλλά και στην πρόοδο!

Ευλαβικά ο καθένας θα βρεθεί στον Μητροπολιτικό Ναό της πόλης μας που φέρει τ’ όνομά του, χτισμένος στη μεγαλόπρεπη σημερινή του μορφή από το 1861. Πολλές μαντινάδες έχουν ειπωθεί για τον Αγιο Μηνά. Μια απ’ αυτές εμπνεόμενη από το μέγεθός του και τη στερεότητά του μας λέει:!

«Ώστε να στέκουν τα βουνά κι Αϊ-Μηνάς στη χώρα, ωστοτεσάς θα σ’ αγαπώ, κι ας μη σε πάρω κιόλα».

Τα παραπάνω λόγια είναι από το χειρόγραφο της Ριμάδας για τη θρόνιαση του Αγίου Μηνά που έγινε στις 16 Απριλίου του 1895. Ο Λευτέρης Αλεξίου μάς αναφέρει ότι για πρώτη φορά τυπώθηκε τον Ιανουάριο του 1956 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κρητικά Χρονικά. Πρόκειται για το αυτόγραφο του ριμαδώρου Νικολή Ι. Μαρκάκη Χουδετσανού.

Την εικόνα της μέρας των εγκαινίων μάς την περιγράφει ολοζώντανη και είναι χαρακτηριστικοί κάποιοι στίχοι του:

«Να δει τση χώρας τα τσαρσά, πως είναι στολισμένα

για δε μπορώ να δηγηθώ, χώρια το κάθε ένα.

Εκείνος που ‘τον δεξιά με τον μητροπολίτη

΄που τον Πειρία ήρθενε αξάργου εις την Κρήτη.

Δεν ήρθενε με πληρωμή, γρόσα για να γυρέψει,

Μόνο ‘ρθε στην πανήγυρη και πάλι να μισέψει.

Δεν ημπορώ να δηγηθώ και να τα γράφω όλα.

Μόνο ‘πρεπε για να βρεθεί, καθένας εις την χώρα.

Είχανε κι άλλα γράμματα ομάδι με σημαία,

Κι έλεγαν «Θέ μου, φύλαττε, τον μεγ’ αρχιερέα».

Σαββάτ’ αργά και Κυριακή, η νύκτα ήτο μέρα

Απού τα φώτα που ‘φτανε και ρίκταν στον αέρα,

Λάμπες, φανάρια και κεριά, χρωματιστά κανδήλια,

Όλη η χώρα ήφεγγε σαν να ‘τον μέρα ίδια.

Ανθρωπος δεν το λόγιαζε με τόσονά ασκέρι

Τέθοιας λοής να διάξουνε, πράμα να μη συνέβη.

Μα ‘τον τ’ Αγίου φώτιση κι έγινε ησυχία

Και του παχιά που κράθειενε, μεγάλη ευταξία».

Πράγματι αναρωτιέται ο ριμαδόρος Νικολής Μαρκάκης, πώς με τόσο ασκέρι που είχε μαζευτεί στην πολιτεία του Μεγάλου Κάστρου δεν έγινε το παραμικρό επεισόδιο. Αποδίδει το γεγονός στη φώτιση του Αγίου αλλά και του πασά. Είναι όμως τόσα πολλά αυτά που μπορούν να ειπωθούν και να γραφούν για τον Προστάτη και φύλακα της πόλης μας! Τούτες τις μέρες… Ας περάσουμε όμως στη νηστεία των Χριστουγέννων κατά τα λεγόμενα της εκκλησίας, αλλά και «σαρανταρά ή σαραντάμερο» για το λαό μας, είναι η περίοδος που αρχίζει από την 15η του Νοέμβρη μέχρι και την παραμονή των Χριστουγέννων.

Πρόκειται για μια όχι και τόσο αυστηρή νηστεία, αφού επιτρέπεται η κατάλυση ιχθύος. Μεγάλη κατανάλωση αυτή την περίοδο έχει ο μπακαλιάρος. Παλιότερα δεν υπήρχε τόση αφθονία στα κατεψυγμένα ψάρια, τα φρέσκα δε, ήταν δυσεύρετα, αφού λόγω των καιρικών συνθηκών δεν ήταν και τόσο εύκολη η αλίευσή τους. Ετσι ο κόσμος προτιμούσε τον αλμυρό μπακαλιάρο, τον λεγόμενο «φτωχογιάννη». Πήρε αυτό το όνομα γιατί οικονομικά ήταν προσιτός σε οποιονδήποτε καταναλωτή. Σήμερα έχει γίνει και αυτός είδος πολυτελείας. Παλιότερα το ένα κιλό άξιζε όσο και ένα κιλό λάδι, σήμερα για να πάρει κανείς ένα κιλό μπακαλιάρο πρέπει να δώσει γύρω στα τρία κιλά λάδι. Αρκετά ακριβός λοιπόν και κατ΄επέκταση απλησίαστος για τους οικονομικά ασθενέστερους και κάθε άλλο παρά «φτωχογιάννης». Τα νηστεία βέβαια αυτή κάνουν ευκολότερη και τα θερμαντικά όσπρια, αφού είναι η εποχή τους.

Ολο το σαραντάμερο οι οικογένειες που είχαν νεκρούς δεν έπαυαν να δέονται και να κάνουν μνημόσυνα γι αυτούς. Ο Δ. Λουκόπουλος συγκεκριμένα μάς αναφέρει: «Την σαρακοστή, πριν από τα Χριστούγεννα, τη λένε σαρανταήμερο. Τότε οι ιερείς κάνουν το «Σαραντάρι», δηλαδή κάθε πρωί λειτουργούν για τις ψυχές. Η κάθε οικογένεια που θέλει να μνημονεύονται οι πεθαμένοι της, πρέπει στην αρχή της σαρακοστής να δηλώσει αν θα μπει στο «σαραντάρι» όταν έρθει η σειρά της. Αυτό το κανονίζει ο ιερέας, φέρνει πρόσφορο, ανάμμα, λιβάνι και κεριά για τη λειτουργία. Επίσης γράφει σ’ ένα κομμάτι χαρτί, το «ψυχοχάρτι», τα ονόματα των πεθαμένων της. Το σαραντάρι λέγεται και «σαρανταλείτουργο».

Συμπληρώνοντας πάνω σ’ όλα αυτά ο Δημήτρης Λουκάτος μάς λέει: «Στη μελαγχολική αυτή περίοδο του φθινοπώρου προς τον χειμώνα, που όλα δείχνουν «φθορά», που ο ήλιος μας φωτίζει λιγότερο και το δυσάρεστο σκοτάδι κυριαρχεί, που κρυώνουμε πολύ (μιλούμε για φυσικές και αγροτικές καταστάσεις) και που καταφεύγουμε στο ζεστό ύπνο, είναι εύλογο να θυμόμαστε τον θάνατο και τους νεκρούς μας. Εμείς εδώ κάνουμε τα πάνδημα μνημόσυνα την Άνοιξη (Ψυχοσάββατα), όπως και οι αρχαίοι, γιατί θέλουμε τους νεκρούς μας ν’ ανεβαίνουν απ΄τον σκοτεινό Αδη και να χαίρονται μαζί μας την ελληνική φύση, από το Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή, τότε που είναι το μεγάλο Ψυχοσάββατο και μετά ξαναφεύγουν».

Μια συνήθεια της σαρανταράς, των ημερών αυτών που μας προετοιμάζουν για το χαρούμενο γεγονός της Γέννησης του Χριστού, είναι τα «σαρανταλείτουργα» στα διάφορα ξωκκλήσια και ξωμονάστηρα. Εδώ δεν μνημονεύονται μόνο οι νεκροί αλλά οι άγιοι και αυτό που γίνεται είναι ένα μνημόσυνο, μια τιμή στη μνήμη τους. Τι καλύτερο να ανοίξει και να λειτουργηθεί ένα ξωκκλήσι, ν’ ακουστούν αυτά τα ωραία λόγια τούτων των ημερών από τον ιερέα.

Είναι πολλές οι θύμησες που με πλημμυρίζουν τέτοιες μέρες… που με ταξιδεύουν στη γενέθλια γη, στο χωριό μου το Λαύκο του νότιου Πηλίου. Στο βουνό των Κενταύρων που το κατακλύζουν πλήθος από ξωκκλήσια και ξωμονάστερα, όπως αυτά του χωριού μου, η Αγία Παρασκευή, λίγο πιο μακριά από το χωριό ο Προφήτης Ηλίας (και τα δύο έχουν μια μοναδική θέα στον πάντα ήρεμο σχεδόν Παγασητικό Κόλπο και στον απέραντο κάμπο του Αλμυρού). Επίσης άλλα ξωκκλήσια είναι ο Αγιος Νικόλαος, ο εν Βουναίνοις, ο Αγιος Παντελεήμονας και ο Αϊ Γιάννης στη Σάρα, χωμένος μέσα στη βαθύσκια συστάδα από αιωνόβιες δρυς, αριούς, όπως τις λέμε στο Πήλιο, μέσα στη ρεματιά. Η λέξη Σάρα προέρχεται από το σαρίζομαι που σημαίνει κατακρημνίζομαι λόγω της νεροσυρμής που υπάρχει.

Τέλος το μοναστήρι Άγιος Θανάσιος, με σπουδαίο λαογραφικό ενδιαφέρον, χτισμένο σε μια ευρύχωρη και εύφορη καταπράσινη λαγκαδιά, δίπλα σ’ ένα μικρό ποτάμι. Χρονολογία οικοδόμησης του το 1795 από τον εμπειροτέχνη αρχιτέκτονα και πρωτομάστορα Δήμο Ζουπανιώτη από την Ήπειρο. Ένας χώρος πραγματικής ησυχίας, αυτοσυγκέντρωσης και προσευχής!

Τι ωραιότερο από το να λειτουργηθούν, τούτες τις μέρες, αυτοί οι ιερείς χώροι, που προσέφεραν ανακούφιση και στοργή στους κατατρεγμένους, έδωσαν στέγη και καταφύγιο και συνεχίζουν να το κάνουν στους ταλαιπωρημένους στρατοκόπους και ξωμάχους, στους κυνηγημένους από τους εχθρούς και τους πολέμους,. Σ’ όσους χάθηκαν μέσα στη νύχτα, αλλά και όσους βρέθηκαν να προσκυνήσουν, ανάβοντας ένα κεράκι σε ένδειξη ευχαρίστησης και σεβασμού.

Τέτοιες μέρες όλα αυτά έρχονται στο μυαλό μου και ζωντανεύουν τις... μνήμες μου, τα λόγια του ιερέα, οι ευχές του, το ίσο του ψάλτη, μαζί μ’ εκείνη τη διαπεραστική ευωδία του λιβανιού!

Από τη στήλη μας αυτή σας ευχόμαστε ολόψυχα καλή σαρακοστή.

Νά 'χετε την υγειά σας.