Άγνωστη στο ευρύ κοινό παραμένει η ανάγκη για προστασία και διατήρηση των οικοσυστημάτων εντός των περιοχών Natura, όπως προκύπτει από σχετική έρευνα που πραγματοποίησε το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, στο πλαίσιο του έργου Life Natura2000 Value Crete.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στις 53 περιοχές που καταλαμβάνει το Δίκτυο NATURA 2000 στην Κρήτη. Συμμετέχοντες στην έρευνα ήταν οι κύριοι παραγωγικοί φορείς και μέτοχοι διαχείρισης των περιοχών του Δικτύου στο νησί, δηλαδή αγρότες, κτηνοτρόφοι, κυνηγοί και αλιείς, εργαζόμενοι στον τουρισμό, σε δημόσιες υπηρεσίες και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, αρχιτέκτονες και μηχανικοί, εκπαιδευτικοί, φοιτητές, κάτοικοι και επισκέπτες.

Η έρευνα κατέδειξε τις τεράστιες παρανοήσεις σχετικά με το καθεστώς του Δικτύου NATURA 2000, καθώς μεγάλο τμήμα της τοπικής κοινωνίας της Κρήτης θεωρεί το Δίκτυο ως εμπόδιο για την ανάπτυξη στο νησί. Συγκεκριμένα, οι συμμετέχοντες στην έρευνα, αν και εκτιμούν τα περιβαλλοντικά οφέλη του Δικτύου NATURA 2000 για τη Κρήτη (π.χ. διατήρηση των πολύτιμων υπηρεσιών των οικοσυστημάτων όπως π.χ. καθαρό νερό, καθαρός αέρας και ασφαλής διατροφή) και εν γένει, εμφανίζονται θετικοί σε δράσεις πράσινης οικονομίας (π.χ. βιολογική γεωργία, αειφορική κτηνοτροφία, οικοτουρισμός κ.α.), ωστόσο είτε αγνοούν είτε υποτιμούν τα κοινωνικά και οικονομικά οφέλη που απορρέουν από το Δίκτυο NATURA 2000 για την Κρήτη, παράλληλα με τη προστασία της βιοποικιλότητας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 44,3% του αγροτικού πληθυσμού εντός των περιοχών του Δικτύου NATURA 2000 (αγρότες, κτηνοτρόφοι και κυνηγοί) πιστεύουν ότι οι υποδομές και οι επενδύσεις έχουν περιοριστεί στη περιοχή τους από την ένταξη της στο Δίκτυο NATURA 2000, παρά το γεγονός ότι το νομικό καθεστώς του Δικτύου δεν απαγορεύει καμία οικονομική δραστηριότητα, απαιτεί μόνο τροποποιήσεις στις περιπτώσεις όπου οι εκάστοτε δραστηριότητες έχουν αρνητικό περιβαλλοντικό αντίκτυπο. Επίσης, το 43% του αγροτικού πληθυσμού θεωρεί τη παραγωγή βιολογικών προϊόντων (βιολογική γεωργία/κτηνοτροφία) ως δραστηριότητα με μεγάλο κέρδος, αλλά μόνο το 22% των ερωτηθέντων σκοπεύει να ασχοληθεί με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα στο μέλλον.

Αντίστοιχα, οι κάτοικοι εντός των περιοχών NATURA 2000 της Κρήτης εκτιμούν, σε ποσοστό 43%, ότι το Δίκτυο ωφελεί την ανάπτυξη στην Κρήτη και συμβάλλει στη προστασία της βιοποικιλότητας και του φυσικού περιβάλλοντος, ωστόσο το 54,3% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι οι υποδομές και οι επενδύσεις έχουν περιοριστεί στη περιοχή τους από την ένταξη της στο Δίκτυο NATURA 2000.

Το 80,8% των δημοσίων υπαλλήλων σε φορείς και οργανισμούς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης της Κρήτης δηλώνουν ότι δεν είναι επαρκώς ενημερωμένοι για την νομοθεσία, τα όρια, τις υποχρεώσεις και τα οφέλη αναφορικά με το Δίκτυο NATURA 2000. Το γεγονός αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό αν λάβουμε υπόψη τις αλληλεπικαλύψεις που υπάρχουν ανάμεσα στις δημόσιες υπηρεσίες σχετικά με τη διαχείριση των περιοχών NATURA 2000, λόγω της απουσίας φορέων διαχείρισης για τις προστατευόμενες περιοχές της Κρήτης. Παρά τη μεγάλη έκταση του Δικτύου NATURA 2000 στη Κρήτη, υπάρχει μόνο ένας φορέας διαχείρισης προστατευόμενης περιοχής, ο Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Σαμαριάς.

Τέλος, η έρευνα κατέδειξε ότι, παρά τη δυναμική άνοδο του φυσιολατρικού τουρισμού, το οικολογικό Δίκτυο NATURA 2000 δεν έχει ακόμα συνδεθεί με την ταυτότητα και την τουριστική προβολή της Κρήτης. Συγκεκριμένα, οι επαγγελματίες του τουρισμού, σε ποσοστό 47,7%, δηλώνουν ότι δεν έχουν παρατηρήσει καμία αλλαγή στην επισκεψιμότητα της περιοχής τους από την ένταξη της στο Δίκτυο NATURA 2000, αν και οι επισκέπτες των περιοχών αυτών, σε ποσοστό 86,8%, δηλώνουν ότι προτιμούν να επισκέπτονται περιοχές που ανήκουν στο Δίκτυο NATURA 2000.

Υπό αυτό το πρίσμα, η περιβαλλοντική εκστρατεία LIFE Natura2000Value Crete, μέσα από δράσεις όπως παραγωγή ενημερωτικού υλικού, ημερίδες, σεμινάρια, περιβαλλοντική εκπαίδευση σε σχολεία και δημιουργία ειδικής αίθουσας για τις περιοχές NATURA 2000 της Κρήτης στις εγκαταστάσεις της Έκθεσης του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, έχει ως στόχο την αλλαγή στάσης απέναντι στις προστατευόμενες περιοχές και την καλλιέργεια δεξιοτήτων του τοπικού πληθυσμού έτσι, ώστε να συμμετέχει ενεργά στην προστασία της βιοποικιλότητας και να αναπτύξει δραστηριότητες πράσινης οικονομίας που αξιοποιούν, σέβονται και, ταυτόχρονα, διατηρούν τις υπηρεσίες των οικοσυστημάτων.