
Αν και παρήλθαν αρκετές ημέρες από το επίσημο δείπνο του Προέδρου της Δημοκρατίας, προς τιμήν του Γάλλου Προέδρου κ. Ολάντ, στο οποίο ο Πρόεδρος της Βουλής κ. Βούτσης προσήλθε φορώντας μαύρο υποκάμισο χωρίς γραβάτα, ενώ και ο Πρωθυπουργός κ. Τσίπρας, όπως και μερικοί υπουργοί δεν έφεραν επίσης λαιμοδέτη, το ενδυματολογικό της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να απασχολεί τα ΜΜΕ.
Είναι προφανές ότι η ενδυματολογική «επανάσταση» του ΣΥΡΙΖΑ έχει συμβολική έννοια, όπως αυτή του Ανδρέα Παπανδρέου με το «ζιβάγκο» το 1974, η οποία όμως διήρκεσε μόλις 4-5 χρόνια, μέχρι που το 1978-1979 ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ «έβαλε πλώρη» για την εξουσία, οπότε επανήλθε στη γραβάτα, για να πείσει και με την ενδυματολογική παλινδρόμησή του τους συντηρητικούς ψηφοφόρους του Κέντρου ότι δεν έπρεπε να φοβούνται την «αλλαγή» που επαγγελόταν.
Το μήνυμα και η πραγματικότητα
Αν και το “Κίνημα κατά της γραβάτας” δεν ακολουθείται από όλα τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, πολλοί των οποίων εξακολουθούν να είναι πιστοί οπαδοί του «λαιμοδέτη», όπως πιστός παρέμεινε σ’ αυτόν και ο Λένιν και μερικοί περιώνυμοι σύντροφοί του, ο Αλέξης Τσίπρας και οι στενότεροι συνεργάτες του προσπαθούν να δείξουν και μέσω της ενδυματολογικής αλλαγής τους, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως σοσιαλιστικό κόμμα είναι υπέρ της απλότητας και εναντίον του «κονφορμισμού», παρότι η σοσιαλιστική ιδεολογία έχει το δικό της κονφορμισμό. Από τη φύση του ο σοσιαλισμός είναι κονφορμιστικός αφού επιδιώκει μια αταξική κοινωνία, με μέλη χωρίς κοινωνικές διαφορές, ίσα και άρα «όμοια» μεταξύ τους, κοινωνικά και οικονομικά.
Πέραν όμως του μηνύματος υπάρχει η πραγματικότητα. Διότι το ζήτημα δεν αυτό τούτο το μήνυμα, αλλά η εφαρμογή του στην πράξη. Δεν αρκεί δηλαδή να φαίνεσαι αντικονφορμιστής για να τονίσεις το πόσο σοσιαλιστής είσαι, αλλά να διάγεις και βίο σοσιαλιστικό. Συνεπή προς τις αρχές σου, που υποτίθεται πρέπει να τηρούνται απαρέγκλιτα και με ευλάβεια, ιδίως σε εποχή στερήσεων του λαού και γενικής φτώχειας.
Εδώ ισχύει το ρητό με τη γυναίκα του Καίσαρα που δεν πρέπει μόνο να φαίνεται αλλά και να είναι τιμία. Και ασφαλώς δεν μπορείς να προβάλεις την ιδεολογία και να καμαρώνεις γι’ αυτήν, επιδεικνύοντας την απλότητά σου, με το να μη φοράς γραβάτα και από την άλλη να αποκτάς ένα εκατομμύριο ευρώ και μάλιστα να «ξεχνάς» να το δηλώσεις στο ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ.
Το ζήτημα, στην περίπτωση αυτή, κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν είναι μόνο το ότι λησμόνησες να το δηλώσεις, αλλά το ότι μέσα από την επαγγελματική σου δραστηριότητα – δραστηριότητα που συνάδει μόνο σε καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας – επιτυγχάνεις να αποκτήσεις ένα εκατομμύριο ευρώ, έστω πριν γίνεις υπουργός.
Ερωτάται, λοιπόν, εάν ένας γνήσιος σοσιαλιστής επιτρέπεται να συγκεντρώνει δι’ εαυτόν τέτοιο ποσό, προκειμένου να το επενδύσει κατόπιν, ή να το διαθέσει για ανετότερη διαβίωσή του, ή εάν επιτρέπεται να ασκεί επάγγελμα που συνάδει μόνο σε καπιταλιστικές κοινωνίες (χρηματιστής, δανειοδότης, εργολάβος κλπ).
Με το τι πρέπει να ασχοληθεί ένας σοσιαλιστής για να επιζήσει σε μια καπιταλιστική κοινωνία, δεν θα του το πούμε εμείς. Εναπόκειται στην κρίση του και τη σοσιαλιστική του συνείδηση. Στο σοσιαλιστικό ήθος του, που σε καιρούς χαλεπούς δεν μπορεί παρά να είναι ταυτισμένο με την εγκράτεια και το σεβασμό προς τους πάσχοντες συνανθρώπους του. Εφόσον πιστεύει πράγματι στο σοσιαλισμό. Πάντως, το ράσο δεν κάνει τον παπά (η έλλειψη γραβάτας δεν βεβαιώνει την ιδιότητα του σοσιαλιστή).
Ο δημοκοπικός αντικονφορμισμός
Ο αντικονφορμισμός, συνεπώς, μπορεί να εκδηλώνεται και με τον τρόπο ένδυσης και διαβίωσης. Για να είναι όμως ειλικρινής ο αντικομφορμισμός, πρέπει να συνοδεύεται και από ανάλογη λειτουργία της ατομικής συνείδησης του καθενός, διότι αλλιώς είναι πλαστός και επιτρέπει το συμπέρασμα ότι είναι δημοκοπικός, όπως ακριβώς ήταν ο αντικονφορμισμός του εκ των ηγετών του δημοκρατικού κόμματος τις αρχαίας Αθήνας Κλέωνος.
Ο Κλέων, στρατηγός και πολιτικός της εποχής του Περικλέους και εσωκομματικός αντίπαλος του μεγάλου Αθηναίου ηγέτη, εμφανιζόταν τακτικά στην Αγορά για να αγορεύσει, ενδεδυμένος όπως πολλοί της κατώτερης και φτωχότερης τάξης και όχι όπως οι περισσότεροι ηγέτες της ένδοξης πόλης.
Αν η περίπτωση του Κλέωνος ήταν δημαγωγικής φύσεως και απέβλεπε στην επιρροή του επί των φτωχοτέρων στρωμάτων του Αθηναϊκού λαού, αφού μάλιστα ο ίδιος ήταν αρκετά εύπορος, αυτή του Μαχάτμα Γκάντι, που από μια εποχή και μετά φορούσε ένα μανδύα, ήταν απόλυτα ειλικρινής, διότι ο Ινδός φιλόσοφος και πολιτικός ηγέτης ήθελε να περάσει στους συμπατριώτες του το μήνυμα ότι συμπάσχει μαζί τους στον αγώνα για τη ζωή και για την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους από τον κατακτητή.
Στην ίδια κατηγορία με τον Μαχάτμα Γκάντι εντάσσεται και ο Μάο Τσε Τουνγκ που καθιέρωσε την καθολική χρήση της στρατιωτικής φόρμας ως ένδυμα και δεν το χρησιμοποίησε μόνο ως μήνυμα αντικομφορμισμού, αλλά και ως σύμβολο απλότητας και ομόθυμης στάσης απέναντι στη φτώχεια και στη μαζική προσπάθεια για την αντιμετώπισή της και για την ανάταξη τις κινεζικής κοινωνίας.
Τόσο ο Μάο όσο και ο Στάλιν, που από μια εποχή και μετά ουδέποτε φόρεσαν γραβάτα, αλλά παρέμειναν επί δεκαετίες πιστοί σ’ ένα όμοιου τύπου απλό στρατιωτικό ένδυμα, διέφεραν από πολλούς συντρόφους τους που συνέχισαν να ενδύονται όπως οι αστοί.
Επανάσταση και ενδυματολογία
Όλα τα μεγάλα Κινήματα της ιστορίας, όλες οι επαναστάσεις, εθνικές ή κοινωνικές, ακολουθούνται και από ριζικές ενδυματολογικές αλλαγές που είτε επιβλήθηκαν από τους ηγέτες τους, είτε καθιερώθηκαν καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο.
Στη δική μας Επανάσταση του 1821 κυρίαρχη σε όλη την χερσαία Ελλάδα ήταν η φουστανέλα και στην Κρήτη και τα νησιά η βράκα, μέχρι που έφθασε ο Μαυροκορδάτος και αργότερα ο Καποδίστριας και σιγά – σιγά «λάνσαραν» την ευρωπαϊκή αστική αμφίεση. Για πολλά χρόνια, όμως, μετά, στην ελεύθερη πια Ελλάδα, φοριόταν η φουστανέλα ως εθνική ενδυμασία, σε σημείο ώστε να παραμείνει οπαδός της ακόμη και ο πρωθυπουργός Ιωάννης Κωλέτης, παρότι είχε σπουδάσει στο Παρίσι. Ενώ σε οπαδό της φουστανέλας αναδείχθηκε και ο εκ Βαυαρίας βασιλιάς, Όθων.
Το εθνικό ένδυμα σάρωνε για πολλές δεκαετίες ως καθημερινή φορεσιά, ιδιαίτερα στους ανατολικούς λαούς και περισσότερο στην Ιαπωνία και την Κορέα, ακόμη και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα.
Στα εθνικοαπελευθερωτικά Κινήματα της Ανατολής και κυρίως στην Κίνα της περιόδου 1911-1946, ή την Ινδία του μεσοπολέμου, οι τοπικές ηγεσίες τους, Σούν Για Σεν και Τσιάγκ Κάι Σεκ στην πρώτη περίπτωση και Παντίτ Νεχρού στη δεύτερη, χρησιμοποιούσαν ενδυμασίες που αποτελούσαν συνδυασμό εθνικού και μεταρρυθμιστικού ενδύματος, γεγονός που συμβόλιζε το εθνικό και κοινωνικό περιεχόμενο της επανάστασής τους.
Σε κράτη με μονοκομματικό καθεστώς, όπως η Ιταλία και η Γερμανία κατά το μεσοπόλεμο, οι ηγεσίες τους με την καθιέρωση της στρατιωτικού τύπου στολής τους επεδίωκαν να συμβολίσουν τα κύρια χαρακτηριστικά των Κινημάτων τους, ως Κινημάτων κοινωνικών που απαιτούσαν στρατιωτική πειθαρχία και ως Κινημάτων στρατοκρατικών που ενδιαφέρονταν για την μέσω της στρατιωτικής τους δύναμης και του πολέμου επέκτασής της χώρας τους.
Σε καθεστώτα όμως με έντονο θρησκευτικό προσανατολισμό όπως του Χομεϊνί στην Περσία, η ηγεσία τους, οι υπουργοί, τα μέλη του Κοινοβουλίου και μερικά από τα στελέχη της διοίκησης, όλοι όσοι προέρχονται από την τάξη των αγιατολάχ, είναι ενδεδυμένοι το μαύρο ράσο.
Ενώ πολιτείες, όπως του Ερντογάν, σηματοδοτούν και ενδυματολογικά την προτίμησή τους σ’ ένα καθεστώς διαφορετικό από αυτό που ίσχυε κατά την άνοδό τους στην εξουσία. Στην περίπτωση του Ερντογάν, η επιστροφή σ’ ένα μετριοπαθούς τύπου Ισλαμισμό, συμβολίζεται με την επαναφορά της μανδίλας ως καλύμματος της γυναικείας κεφαλής.
Στην Ιστορία έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο, όχι μόνο πολιτικές ηγεσίες αλλά πληθυσμοί ολόκληροι να μεταβάλουν άμεσα ή με την πάροδο κάποιου χρόνου την ενδυμασία τους, ακολουθώντας την πολιτική αλλαγή του καθεστώτος τους.
Κλασσική περίπτωση αυτή της Κίνας, που από το 1978, επί Τένγκ Χσιάο Πινγκ, άρχισε να εγκαταλείπει σε ραγδαίους ρυθμούς τη φόρμα που είχε καθιερωθεί επί Μάο ως καθολικό ένδυμα.
Λίγο μετά το θάνατο του «μεγάλου τιμονιέρη» βρέθηκα στην Κίνα ως δημοσιογράφος και αισθάνθηκα εξωγήινος σε ωκεανό ομοιόμορφα και ομοιόχρωμα ντυμένων Κινέζων στην πλατεία Τιενανμέν του Πεκίνου.
Ενδυμασία και παγκοσμιοποίηση
Μετά τον Τενγκ Χσιάο Πινγκ, η κινεζική ηγεσία και ο λαός φέρουν ευρωπαϊκή ενδυμασία, ως μήνυμα προς τον έξω κόσμο, ότι η Κίνα εγκατέλειψε οριστικά την εποχή της απομόνωσης και της καθολικής προσπάθειας των κατοίκων της, προκειμένου να εξελιχθεί σε σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία, κυβερνώμενη όμως από το ίδιο κόμμα. Το κομμουνιστικό.
Και μπορεί μεν να συνέβη η αλλαγή αυτή στην αμφίεση των Κινέζων, με την έννοια που αναφέρθηκε, από μια άλλη άποψη όμως, η προσχώρηση του Κινεζικού λαού στην ενδυματολογική συνήθεια των Δυτικών (και από ταξική άποψη των αστικών πληθυσμών της Δύσης), συμβολίζει και την προσχώρηση του ίδιου και της ηγεσίας του σ’ αυτό που λέγεται παγκοσμιοποίηση. Διότι χαρακτηριστικό γνώρισμα της παγκοσμιοποίησης είναι και η καθιέρωση ομοιόμορφης ενδυμασίας από όλους, ή σχεδόν όλους, τους λαούς.
Και ενώ σύμπασα η κομμουνιστική ηγεσία της Κίνας, όπως και της Κούβας, καθιερώνει τώρα την αστική ενδυμασία, κύριο γνώρισμα της οποίας είναι η γραβάτα, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, με τον ενθουσιασμό που διακρίνει τους πρωτοπόρους των Κινημάτων και τους νεόκοπους κυβερνητικούς ηγέτες τους, εκδηλώνει τον αντικονφορμισμό της με την κατάργηση του λαιμοδέτη.
Το είχαν επιχειρήσει χωρίς επιτυχία και άλλοι σοσιαλιστές ηγέτες της Δυτικής Ευρώπης στο παρελθόν (π.χ. ο Ζακ Λανγκ υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας και Γενικός Γραμματέας του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος), ενώ οι της Ανατολικής Ευρώπης, όπως και της μεταπολεμικής Σοβιετικής Ένωσης είχαν μείνει πιστοί στη γραβάτα και την εν γένει αστική αμφίεση.
Η δικτατορία της μόδας
Σε όσους πιστεύουν ότι οι ενδυματολογικές αλλαγές στον δυτικό κόσμο κυρίως, όπου κυριαρχεί η πολυκομματικού τύπου δημοκρατία, είναι συνέπεια πολιτικών αποφάσεων (αυτό συμβαίνει μόνο στα μονοκομματικού τύπου καθεστώτα και τις σοσιαλιστικές δημοκρατίες) απατώνται.
Οι αλλαγές στον δυτικό κόσμο, που άγεται και φέρεται από τον καπιταλισμό, είναι αποτέλεσμα της επιβολής της μόδας.
Όπως εγκαταλείφθηκαν το παπιγιόν, το φράκο και το σμόκιν ακόμη και από τους δυτικούς πολιτικούς ηγέτες, έτσι θα έλθει και η ώρα που θα εγκαταλειφθεί και η γραβάτα απ’ αυτούς και τους λαούς τους, όταν θα το επιβάλει η δικτατορία της μόδας, κίνητρο της οποίας είναι το κέρδος.
Υπάρχει μια μικρή περίοδος στην Ελληνική ιστορία που άγραφη πολιτική απόφαση επέτρεπε την είσοδο στη Βουλή των Ελλήνων, παντός μέλους της, βουλευτού ή υπαλλήλου και πολίτη ακόμη, μόνον εφόσον φορούσε γραβάτα. Ήταν απόφαση του από του 1956 μέχρι το 1963 Προέδρου της Κων. Ροδόπουλου.
Περιπτώσεις ενδυματολογίας που δεν είναι δυνατόν να παραβιαστούν είναι αυτές των επισήμων Πρωτοκόλλων Βασιλικών Οίκων, Προεδρίας Δημοκρατίας, Κοινοβουλίων και Υπουργείων Εξωτερικών, αν και σ’ αυτές παρουσιάζεται σταδιακή εξασθένηση της ισχύος τους, πράγμα που διαπιστώθηκε στο πρόσφατο δείπνο της Ελληνικής Προεδρίας προς τιμήν του Ολάντ.
Σπάνιες είναι στην Ιστορία οι περιπτώσεις καθιέρωσης ενδυμασιών όχι λόγω κέρδους, ή αποφάσεων οργανωμένων οίκων μόδας, αλλά λόγω αισθητικών αντιλήψεων.
Η σημαντικότερη από αυτές αφορά την ολική ή μερική υιοθέτηση της επίσημης και λαϊκής ενδυμασίας της Κρήτης, της μινωϊκής και υστερομινωϊκής εποχής, από τους λοιπούς Έλληνες, λόγω της έξοχης γραμμής της, της κομψότητας των κεντημάτων της, του πλούτου των χρωμάτων της, της ποικιλίας των πρώτων υλών της (βαμβάκι, μαλλί, μετάξι) και των ριζικών, επαναστατικών καινοτομιών της (κοντή φούστα, εφαρμοστός και ανοιχτός μπούστος για τις γυναίκες και κοντοί ή μακρείς χιτώνες, με ή χωρίς μανίκια, για τους άνδρες, ανάλογα με την περίσταση).
Αλλά τότε οι περί αισθητικής των ενδυμάτων αντιλήψεις ήταν επιπέδου απέχοντος έτη φωτός από τις σημερινές αντιλήψεις που για να καινοτομήσουν καταλήγουν στην κατασκευή φθαρμένων δήθεν και τρύπιων παντελονιών, η αγοραστική αξία των οποίων είναι τόσο υψηλή, ώστε να είναι αδύνατη η καταβολή τους από τους φτωχούς και ταλαιπωρημένους της εποχής μας.
*Ο Τίτος Ιωαν. Αθανασιάδης είναι δημοσιογράφος

