Του Σήφη Φανουράκη*

Οι μετασχηματισμοί της πόλης

Μια πόλη αλλάζει ολοκληρωτικά κάθε πενήντα χρόνια όπως προκύπτει από εξειδικευμένες έρευνες. Όποιος ζει στην ίδια πόλη «βιώνει» σταδιακά αυτή την διαδικασία μετασχηματισμού της.

Βέβαια υπάρχουν χρονικές περίοδοι λίγο – πολύ σημαντικές όπου: οι μετασχηματισμοί είναι γρήγοροι (σεισμοί – βομβαρδισμοί – ρυμοτομήσεις - κατεδαφίσεις ) και μπορούν να αντιστρέψουν, σε μικρό χρονικό διάστημα, πολεοδομικές καταστάσεις που φαίνονται οριστικές.

Για παράδειγμα, η πόλη του Ηρακλείου έχει υποστεί βομβαρδισμούς το Β’ παγκόσμιο πόλεμο και παλαιότερα τους σεισμούς του 1894, 1856, 1810, 1935, και τις κατά καιρούς πολεοδομήσεις, και όπως είναι φυσικό μετασχηματίστηκε στη φάση ανοικοδόμησής της. Σε όλους αυτούς τους μετασχηματισμούς συμμετείχαν πολλές δυνάμεις, που έχουν επιδράσει στη σημερινή μορφή της. Τέτοιες δυνάμεις μπορεί να είναι οικονομικές, πολιτικές, ή άλλες.

Αναλύοντας την πόλη διακρίνουμε τις επιδράσεις αυτών των δυνάμεων, μέσα από τη μελέτη των ιδιοκτησιών, και μπορούμε να παρακολουθήσουμε κάποιες οικονομικές τάσεις όπως : την ιδιοποίηση περιοχών από μεγάλες οικονομικές ομάδες και την κατάτμησή τους σε οικόπεδα, αλλά και τη δημιουργία μεγάλων εκτάσεων γης, που προορίζονται για τελείως διαφορετικά οικοδομικά συγκροτήματα.

Για την κατανόηση της εφαρμογής αυτών των δυνάμεων στη δομή της πόλης, απαιτείται καλή γνώση αυτών των φαινομένων και των μετασχηματισμών.

Το σχέδιο πόλης

Στη σύγχρονη εποχή ένα μεγάλο μέρος αυτών των μετασχηματισμών ερμηνεύεται από το σχέδιο πόλης, που αποτελεί: τη συγκεκριμένη μορφή με την οποία εκδηλώνονται οι δυνάμεις που προηγούνται πριν από το μετασχηματισμό της.

Είναι γνωστό ότι οι πόλεις, από την ίδρυσή τους, έχουν το χαρακτηριστικό να αναπτύσσονται με βάση κάποιο σχέδιο και κύρια με βάση, τον συλλογικό χαρακτήρα των αστικών φαινομένων (αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά στοιχεία).

Εξάλλου τα σχέδια πόλης είναι ισότιμα με οποιοδήποτε άλλο καθορισμένο αστικό και αρχιτεκτονικό γεγονός. Θεσμικά, σε ένα σχέδιο πόλης αναζητείται η «αρμονική ισορροπία» ανάμεσα στο Γενικό Συμφέρον και το Μερικό Συμφέρον. Αυτά τα δυο Συμφέροντα (δημόσιο και ιδιωτικό) νοούνται πάντα, ως φαινόμενα αντιθετικά που δεν δέχονται μεσολαβήσεις.

Βέβαια, οι πιο σημαντικές δυνάμεις που επιδρούν σε αυτά τα σχέδια, είναι οι οικονομικές δυνάμεις. Η δε μελέτη τους μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα κατά την εφαρμογή τους στη δομή της σημερινής πόλης.

Αυτή η εφαρμογή εκδηλώνεται - κύρια- μέσα από την εκμετάλλευση που αποτελεί ένα μέρος του μηχανισμού και των μεθόδων με τις οποίες μεγαλώνουν οι πόλεις.

Οι ρυμοτομήσεις και η ιδιοκτησία του εδάφους – οι «επιστημονικές» μελέτες

Οι επιδράσεις αυτών των δυνάμεων και ιδιαίτερα των οικονομικών εφαρμόζονται επίσης με τις ρυμοτομήσεις και την ιδιοκτησία του εδάφους.

Με τη ρυμοτόμηση, αλλάζουν εντελώς μερικές συνοικίες της πόλης και διατηρούνται άλλες. Μόνο μέσα από την εξέτασή τους μπορούμε να αξιολογήσουμε τις μεγάλες αλλαγές της πόλης στο χώρο και το χρόνο καθώς και το ρόλο των ατομικών ή συλλογικών αποφάσεων και των συμφερόντων που αντιπροσωπεύουν.

Έτσι η σημερινή διαμόρφωση μιας πόλης εμφανίζεται ως συνισταμένη εφαρμοζόμενων πολιτικών, ενώ τα διαφορετικά σχέδια δια-καθορίζουν την εξέλιξή της. Εξάλλου, η σχέση μεταξύ σχεδίου και πόλης πρέπει να κρίνεται παράλληλα με την ανάπτυξή της ,αλλά όχι σε αποκλειστική συνάρτηση με αυτήν.

Για παράδειγμα, οι ρυμοτομήσεις στην εντός των τειχών πόλη του Ηρακλείου, βάσει του σχεδίου του 1936, με τις τροποποιήσεις του 1958, έχουν συντελέσει και συνεχίζουν να συντελούν στη μεταμόρφωσή της.

Αναλύοντας το σχέδιο του ’36 εντοπίζουμε την κυρίαρχη φιλοσοφία του που είναι: η αναζήτηση χώρων στην εντός των τειχών πόλη, αγνοώντας τις εκτός των τειχών περιοχές. Προωθούνται διανοίξεις δρόμων, χωρίς ιεράρχηση, με μικρές ή μεγάλες διαπλατύνσεις των υπαρχόντων. Χαράζονται οι πρώτες λεωφόροι όπως η Πλαστήρα, ο παραλιακός και οι λεωφόροι που οδηγούν στις Πύλες. Οριοθετείται η πόλη περιμετρικά των τειχών περιλαμβάνοντας και τις περιοχές περιμετρικά της τάφρου. Το δε κέντρο πόλης προτείνεται για τη χρήση εμπορίου και διοίκησης.

Η τροποποίησή του, το 1958, περιλαμβάνει μερικές από τις εκτός των τειχών αδόμητες περιοχές. Αποδέχεται τις ρυθμίσεις του ’36 με κύριο σημείο τις ρυμοτομήσεις, που αγνοούν τα μνημεία των νεωτέρων χρόνων, πολλά από τα οποία και κατεδαφίζει. Ενισχύει τις χρήσεις του κέντρου (εμπόριο – διοίκηση).

Η κυρίαρχη φιλοσοφία και του σχεδίου του ’58 είναι: η «ενεργή» ρυμοτομία με τη διαπλάτυνση σχεδόν του συνόλου των δρόμων με αποτέλεσμα τις μαζικές κατεδαφίσεις, κύρια μικροϊδιοκτησιών.

Ουσιαστικά οι ρυμοτομήσεις λειτουργούν, ως ολοκληρωμένη πράξη που οδηγεί στις διαπλατύνσεις δρόμων εκεί που δεν υπάρχει ανάγκη, κατεδαφίζοντας κτήρια αξιόλογα ή μνημεία, στο όνομα της εξυγίανσης, της επικινδυνότητας και της ανανέωσης του κτηριακού αποθέματος. Όλα αυτά βέβαια «προικοδοτούνται», σχεδόν πάντα με την αύξηση των συντελεστών δόμησης.

Κατά συνέπεια, οι ρυμοτομήσεις προηγούνται αλλά και υποθηκεύουν την ανάπτυξη της πόλης. Πρέπει να μελετηθούν, ως το πιο σταθερό φαινόμενο της αστικής ανάπτυξης που εξετάζει τις άμεσες συνέπειές τους επί του αστικού εδάφους.

Είναι σαφές, ότι η ιδιοκτησία του αστικού εδάφους αποτελεί το κυριότερο εμπόδιο για την ανάπτυξη της πόλης, ενώ ο κατακερματισμός της ιδιοκτησίας έχει καταστροφικές συνέπειες στη μορφή της, βλάπτοντας την ορθολογιστική ανάπτυξή της.

Είναι γνωστό εξάλλου ότι μετά την Γαλλική Επανάσταση η αστική γη περνά στην ατομική ιδιοκτησία και γίνεται εμπορεύσιμη, όπως κάθε άλλο πράγμα.

Έτσι η πόλη βρέθηκε και βρίσκεται σε καμπή όταν το δικαίωμα στην ιδιοκτησίας της αστικής γης εκδηλώνεται φανερά υπέρ της δημιουργίας νέων κατασκευών. Οι ιδιοκτησίες αποκτούν τη δυνατότητα να αυξήσουν την αξία της αστικής γης, ευνοώντας τις «ποσοτικές ανακαλύψεις» της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής : τα πολυώροφα κτήρια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου στην πόλη του Ηρακλείου, ιδιαίτερα στην εντός των τειχών, αποτελούν εκείνες οι συγκεκριμένες οικονομικές ομάδες που συνεχίζουν να εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του σχεδίου του ’36 και ’58. Αυτή η φιλοσοφία προωθεί την «ενεργή» ρυμοτομία και τη μετατροπή του κέντρου κύρια σε χώρο οικονομικών δραστηριοτήτων.

Ακόμα και σήμερα- με τη νέα δημοτική αρχή- συγκεκριμένα «ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα» επιχειρούν να επιβάλουν αλλαγές στην κυκλοφορία τμήματος του κέντρου της πόλης, εξυπηρετώντας τα στενά επιχειρηματικά τους συμφέροντα, οδηγώντας «επιστημονικά» την κίνηση των οχημάτων σε συγκεκριμένους χώρους στάθμευσης. Προωθείται έτσι μια ακόμα σημειακή τροποποίηση στον πυρήνα της παλιάς πόλης από τις ίδιες εκείνες «δυνάμεις» που τώρα και χρόνια υποθηκεύουν την ανάπτυξη της πόλης στο βωμό των δικών τους συμφερόντων.

Το δικαίωμα στην πόλη

Είναι σαφές ότι το «δικαίωμα» στην πόλη έχει περάσει πλέον στα χέρια ιδιωτικών και ημι-ιδιωτικών συμφερόντων, που αναμορφώνουν την πόλη σύμφωνα με τις επιθυμίες τους. Με κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, με «αναπλάσεις» και με πεζοδρομήσεις, που ανατρέπουν την υπάρχουσα αξία γης και διαμορφώνουν νέες αξίες, χωρίς να επιτελούν καν το πραγματικό τους ρόλο.

Έτσι, η πόλη έχει μεταβληθεί σε «ομοιογενές» μέρος ενός μοναδικού επιπέδου οικονομικών υπηρεσιών και δεν αντιπροσωπεύει πια το σύστημα, αφού η ίδια «είναι» το σύστημα συσσώρευσης οικονομικών δραστηριοτήτων στο έδαφος και πεδίο κατανάλωσης του δημόσιου χώρου.

Εξάλλου, η πόλη κατά το μετασχηματισμό της από τη βιομηχανική κοινωνία, μετατράπηκε από έργο συλλογικό σε εμπόρευμα. Η δε ποσοτικοποίηση του αστικού χώρου οδήγησε σε μια επικράτηση της ανταλλακτικής αξίας σε βάρος της αξίας χρήσης του χώρου και της πόλης.

Η ποιότητα της αστικής ζωής έχει γίνει εμπόρευμα και ο καταναλωτισμός, ο τουρισμός και ο «πολιτισμός» αποτελούν μείζονες όψεις της αστικής πολιτικής και του οικονομικού τρόπου ζωής.

* Ο Σήφης Φανουράκης

είναι αρχιτέκτονας