Του Μανόλη Καφφετζάκη

Γιατί αυτή η μυθική γη της Συρίας έχασε το περιεχόμενο της φωνής της; Ποιου τιμωρητικού θεού η κατάρα τη θέλει να είναι προσκολλημένη σε θανούσα ιδέα, μοιραία να εγκυμονεί το δολοφόνο της; Ποιοι μάντεις κακών χρησμοδότησαν τόσες συμφορές και διχασμούς; Παγιδευμένη στο βάλτο του εμφυλίου, χθόνια μίση και αδελφοκτόνες συρράξεις τη δαπάνησαν σε ωμότητες. Φορώντας τώρα το πένθος της, ατενίζει γύρω της μόνο χαλάσματα και θανατικό.

Παντού σπασμένα αγάλματα κι αιχμηρές πέτρες, απομεινάρια της μανίας ενός ισλαμικού φασισμού που αφόρισε γκρεμίζοντας σα σύμβολα σατανικά τα τιμαλφή και τα αρχαία μνημεία της. Θηριωδίες και διωγμοί από χέρια αδελφικά, αφιονισμένα από δογματική επιληψία, σφυροκοπούν στο αμόνι ενός θρήσκοντος αναχρονισμού όλους όσοι δεν συστρατεύονται με τις ορδές και τις ιδέες του ISIS, σοκάροντας την ανθρωπότητα με βάρβαρες τελετές κοινωνικής ωμοφαγίας και με στυγνές παραστάσεις προβοκάτσιας με δήμιους και αποκεφαλισμούς.

Ασκώντας μια θανατηφόρα υπαρξιακή βία, αναγκάζουν στο ανάθεμα της προσφυγιάς στρατιές εξαθλιωμένων που γίνονται παραμάζωμα μιας δράκας κακούργων που στραγγίζουν την αναλγησία τους πάνω τους, κραδαίνοντας όλεθρο και λαιμητόμους. Στο άτακτο φευγιό της σωτηρίας τους ανυποψίαστοι για το χάρο, στοιβάζονται σε χάρβαλα, πλωτά φέρετρα, ανήμποροι στην ανεπάρκειά τους, αψηφώντας κινδύνους και αντιμέτωπα, λαχταρίζοντας απέναντι στα θεριά της θάλασσας, ενώ πολλοί γίνονται βορά των κυμάτων.

Για όσους κατάφεραν να ξεφύγουν του πνιγμού, καλούνται τώρα να υπερβούν τη διάλυσή τους, την απονεύρωση των στόχων και των ιδεών τους να θρηνούν για την κατεδάφιση της ζωής τους, συγκάτοικοι όλοι του ίδιου χαλασμού. Ανθρώπινα ράκη, απολιθώματα του ξεριζωμού, καλούνται να ψηλαφήσουν παλιές και νέες πληγές, να συντάξουν ερωτήσεις για τα όριά τους για την κατάληξη του βιου τους. Με ασάλευτο το βλέμμα μπρος τον αφανισμό/με πρόσωπα ωχρά και τσακισμένα/με χείλη πικρά και μαγκωμένα/μαζεύουν γύρω από τα μοιρολόγια τους τα ονόματα των νεκρών. Βουβή μια θρηνωδία για τα άταφα λείψανα των πνιγμένων παιδιών. Τα πένθη τους άραγε πως θα εξαϋλωθούν, οι μνήμες που θα κυλήσουν; Στη θέα του δράματος αυτών των θυμάτων/όσοι ξέρετε από δάκρυα μη φοβηθείτε/επισκεφθείτε με τη συμπόνια σας την ικέτιδα καλοσύνη τους/και μην τους προσπερνάτε στη βιασύνη σας.

Μπροστά σε τόση φρίκη, αλλοίμονο, οι λέξεις υποχωρούν/ στο περιθώριο της ύβρεως, εικόνες ντροπής. Καθώς εξορύσσεται βάναυσα το συναίσθημα κάτι σα σύγκρυο σα ταραχή σου κόβει το αίμα/μέσα σου μάχονται φωτιές τα ερωτηματικά, το στέρνο δε λέει να ησυχάσει απ’ την οδύνη και το βρασμό. Απόβλητοι ενός εμφύλιου σπαραγμού/άοπλοι ανέστιοι και περιφρονημένοι/αχθοφόροι του πεπρωμένου τους/έρμαια της αρρώστιας και του θυμού των καιρών/σε ξέσκεπες πλατείες παραμερισμένοι/μια η βροχή και μια ο αέρας/μια η πείνα και μια η δίψα κι ο πανικός.

Πεινάω, φωνάζουν σε γλώσσα ξένη/για μας τους χορτάτους άγνωστη λέξη. Βιώνοντας ένα καθημερινό τραγικό/σαν να μην έχει χάραμα γι αυτούς που θάρθει/σαν να μην έχει ορίζοντα να φέξει. Στον ξύπνιο και στον ύπνο το ίδιο δέος/ο ίδιος εφιάλτης με τους άγριους μορφασμούς/αβάσταχτες αγωνίες, ματαιωμένες προσδοκίες. Μετέωρη, λες, συντηρούν στου ονείρου τον άνεμο την ελπίδα. «Απεργάζοντας το κινούν άγνωστο»/ υπόσταση να πάρει το αβέβαιο/με το βλέμμα όπου αστράφτει το αναπότρεπτο της φυγής/ας ξεπηδήσει ένα φύσημα να φτερώσει τον πηγαιμό/αγκυροβόλιο να φανεί να στεγάσουν τα άπορα όνειρα/τον άξονα της ζωής τους να ξαναβρούν, αχρείαστος να μένει χρησμός ο νόστος της επανόδου.