
Του Θάνου Περβολαράκη
Μια από τις υποθέσεις που προκάλεσαν αίσθηση και το θρησκευτικό αίσθημα των κατοίκων πολλών περιοχών της Κρήτης παραμένει στο σκοτάδι παρά τις έρευνες μηνών από την τοπική αστυνομία. Οι βανδαλισμοί – μάλιστα στην πιο ακραία τους μορφή- μικρών εκκλησιών στο νομό Ηρακλείου αλλά και γειτονικούς νομούς, δεν έχουν εξιχνιαστεί από τις υπηρεσίες που δημιουργήθηκαν με σκοπό να εντοπίσουν και να οδηγήσουν στη Δικαιοσύνη το δράστη ή τους δράστες, οι οποίοι έφτασαν στο σημείο ακόμα και να αφοδεύσουν μέσα στα ιερά των εκκλησιών αυτών.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Π», η δικογραφία που συντάχθηκε από τα αστυνομικά τμήματα στις περιοχές όπου βρίσκονται τα ξωκκλήσια που έγιναν στόχος των δραστών και για τη δικογραφία αυτή συνεργάστηκαν υπηρεσίες όπως η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ηρακλείου, αλλά και η ομάδα κατά του Οργανωμένου Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ, βρίσκεται εδώ και αρκετούς μήνες στον εισαγγελέα με την ένδειξη κατά αγνώστων. Από την προανάκριση δεν προέκυψε ποιος κρύβεται πίσω από αυτές τις πράξεις, αν και σύμφωνα με υψηλόβαθμο αξιωματικό της ΕΛ.ΑΣ «περιμένουν ακόμα κάποιες απαντήσεις για το DNA του δράστη από τα εγκληματολογικά εργαστήρια της Αστυνομίας στην Αθήνα».
Η «Π» είχε εδώ και καιρό γράψει ότι οι διωκτικές Αρχές γνωρίζουν τη γενετική ταυτότητα του ατόμου που ευθύνεται για τους βανδαλισμούς στα ξωκκλήσια, ωστόσο το DNA αυτό παραμένει μέχρι στιγμής «ορφανό» γιατί είτε δεν έχει ταυτοποιηθεί με τα δείγματα υπόπτων που εστάλησαν, είτε δεν έχουν ακόμα γίνει οι απαιτούμενοι εργαστηριακοί έλεγχοι.
Όπως έχουμε γράψει, το γενετικό υλικό που βρέθηκε και ενδεχομένως ανήκει στον δράστη αυτών των ενεργειών, αφορά σε βανδαλισμό που έγινε σε εκκλησία στον Καμαριώτη τον Νοέμβριο του 2013. Όπως ανέφεραν τότε στελέχη της ΕΛ.ΑΣ «πρόκειται για υλικό που είναι αξιοποιήσιμο, αρκεί όμως να συγκριθεί με το δείγμα του δράστη. Μια διαδικασία που πάνω από όλα απαιτεί τύχη, καθώς όπως έλεγαν αρμόδιοι αξιωματικοί «είναι σαν να ψάχνεις βελόνα στα άχυρα».
Το μόνο σίγουρο είναι ότι μετά από τη μεγάλη κινητοποίηση των Αρχών, το άτομο που ευθύνεται για τους βανδαλισμούς σταμάτησε το έργο του, άγνωστο όμως για ποιο λόγο. Μια εξήγηση που δίνεται είναι είτε να φοβήθηκε μην πιαστεί, είτε να έφυγε εκτός Κρήτης...
Οι πρώτοι βανδαλισμοί ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2013 και συνεχίστηκαν για περισσότερο από ένα χρόνο, ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Η αρχή είχε γίνει σε ένα ξωκκλήσι, το οποίο είναι αφιερωμένο στο Γενέσιο της Θεοτόκου και βρίσκεται στην περιοχή της Λυγαριάς. Ακολούθησαν εκκλησίες στα Σπήλια, τις Αρχάνες, το Αβδού, τα Ανώγεια, το Γάζι, το Καραβάδω και αλλού.
Η κάθε περίπτωση ήταν διαφορετική από την προηγούμενη. Άλλοτε άφηναν τα περιττώματά τους, άλλες φορές έκαιγαν εικόνες, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις έγραφαν, χρησιμοποιώντας κάρβουνο, συνθήματα που εξυμνούσαν τον Αλλάχ.
Σύμφωνα με αστυνομικούς που είχαν πάει στα σημεία όπου είχαν γίνει οι βανδαλισμοί, τα ξωκκλήσια αυτά δεν ήταν τις περισσότερες φορές κλειδωμένα με αποτέλεσμα να έχουν εύκολη πρόσβαση. Επέλεγαν επίσης στιγμές κατά τις οποίες δεν πήγαινε κόσμος, όπως πολύ αργά το απόγευμα ή νωρίς το πρωί.
Σημειώνεται τέλος ότι από τις μαρτυρίες που υπήρχαν και ανέφεραν για την παρουσία ενός συγκεκριμένου οχήματος, δεν προέκυψε κάποιο σημαντικό στοιχείο.

