Ο Μπράντλι Κούπερ εκτελεί μια γνωστή συνταγή με νεύρο και αφοσίωση.



Ο ΣΕΦ ΠΟΥ ΕΠΑΙΖΕ

ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ

BURNT

Σκην.: Τζον Γουέλς

Πρωτ.: Μπράντλι Κούπερ, Σιένα Μίλερ, Ομάρ Σι, Ντάνιελ Μπρουλ, Ούμα Θέρμαν, Έμα Τόμσον

Ο Άνταμ Τζόουνς είναι ένας ιδιοφυής αλλά αυτοκαταστροφικός αμερικανός σεφ, ο οποίος, αφού διέλυσε την επιτυχημένη καριέρα του στο Παρίσι, φτάνει στο Λονδίνο για να ξεκινήσει από την αρχή, αναλαμβάνοντας το εστιατόριο στο πολυτελές ξενοδοχείο ενός παλιού του συνεργάτη, με στόχο να κατακτήσει το τρίτο του αστέρι Μισελέν, τη σπουδαιότερη γαστρονομική διάκριση στον κόσμο.

Γαστρονομική κομεντί με κεντρικό χαρακτήρα έναν σεφ, στην ίδια κατηγορία με τίτλους όπως τα «Φαΐ ποτό αρσενικό θηλυκό» («Yin shi nan nu», Ανγκ Λι, 1994) , «Η μεγάλη βραδιά» («Big Night», Κάμπελ Σκοτ και Στάνλεϊ Τούτσι, 1996), «Γυναίκα από πάνω» («Woman on top», Φίνα Τόρες, 2000), η «Bella Martha» (Σάντρα Νέτελμπεκ, 2001) και το αμερικανικό ριμέικ της «Έχετε κάνει κράτηση;» («No Reservations», Σκοτ Χικς, 2007), «Ο Ρατατούης» («Ratatouille», Μπραντ Μπερντ και Γιαν Πινκάβα, 2007), «Τζούλι και Τζούλια» («Julie and Julia», Νόρα Έφρον, 2009), «Υψηλή μαγειρική» («Les saveurs du Palais», Κριστιάν Βενσάν, 2012), «Chef» (Τζον Φαβρό, 2014) και «Ένα ταξίδι 30,5 μέτρα μακριά» («The hundred-foot journey», Λάσε Χάλστρομ, 2014).

Το φιλμ δε φέρνει στο είδος κάτι σημαντικό που δεν έχουμε δει προηγουμένως, απλώς επικεντρώνεται ακόμη περισσότερο στον ανταγωνιστικό κόσμο της μαγειρικής και στον τύπο του παθολογικά τελειομανούς σεφ που βρίσκεται στο κέντρο αυτού του κόσμου, ενσαρκωμένο με δυναμισμό και σωστή ισορροπία αντιφάσεων από τον Κούπερ, ο οποίος ουσιαστικά συγκρατεί την ταινία δεμένη και στιβαρή, αποδίδοντας το πάθος του ανθρώπου που ζει για τη δουλειά του. Το υπόλοιπο καστ αποδεικνύεται εξαιρετικά εύστοχο, ενώ οι υπο-πλοκές αντιμετωπίζονται με σωστό τάιμινγκ (Μισέλ), εντιμότητα και συνέπεια (Τόνι).



ΠΟΡΦΥΡΟΣ ΛΟΦΟΣ

CRIMSON PEAK

Σκην.: Γκιγιέρμο ντελ Τόρο

Πρωτ.: Μία Ουασικόφσκα, Τομ Χίντλστον, Τζέσικα Τσαστέιν, Τσάρλι Χάναμ

Η Ίντιθ είναι μια νεαρή κληρονόμος με συγγραφικές φιλοδοξίες, που παντρεύεται έναν ξεπεσμένο βρετανό αριστοκράτη και μετακομίζει μαζί του στην παμπάλαια οικογενειακή έπαυλή του, όπου συγκατοικεί με την αδερφή του. Σύντομα, διαπιστώνει ότι οι τρεις τους δεν είναι οι μόνοι κάτοικοι του σπιτιού.

Ταινία τρόμου που αποτίνει φόρο τιμής στο παρελθόν του είδους, φέρνοντας στον νου τίτλους αγωνίας όπως τα «Υποψίες» («Suspicion», Άλφρεντ Χίτσκοκ, 1941), «Gaslight» (Τζωρτζ Κιούκορ, 1944), «Υπόθεση Νοτόριους» («Notorious», Άλφρεντ Χίτσκοκ, 1946) και φυσικά τη φιλμογραφία της βρετανικής Hammer Films, που άκμασε στο είδος του τρόμου.

Όμως, νομίζω ότι η νέα ταινία του 51χρονου μεξικανού σκηνοθέτη αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα με την προηγούμενή του, «Το δαχτυλίδι της φωτιάς» («Pacific Rim», 2013), δηλαδή επαναπαύεται στην αγάπη της για το είδος που υπηρετεί. Όντας εξαρχής στερεότυπη και δευτερογενής, περιστασιακά βεβιασμένη και αδέξια, στήνει μια ιστορία που ακολουθεί όλες τις γνωστές συμβάσεις, αλλά ξεχνάει να προσθέσει κάτι καινούριο και συναρπαστικό- μιλώντας αμιγώς υποκειμενικά, αδυνατεί καν να τρομάξει. Οι ερμηνείες του αξιόπιστου καστ είναι επαρκείς, αλλα αυτοί που κάνουν θαύματα είναι ο διευθυντής φωτογραφίας Νταν Λάουστσεν, ο σχεδιαστής παραγωγής Τόμας Σάντερς και η ενδυματολόγος Κέιτ Χώλι, κι εν τέλει αυτό είναι το ζήτημα με την ταινία, ότι καταλήγει πιο όμορφη απ’ ό,τι τρομακτική.



ΠΑΝ

PAN

Σκην.: Τζο Ράιτ

Πρωτ.: Λίβαϊ Μίλερ, Χιού Τζάκμαν, Αμάντα Σάιφριντ, Γκάρετ Χέντλαντ, Ρούνι Μάρα, Κάρα Ντελεβίν

Ο μικρός Πίτερ είναι ένα ορφανό αγόρι, που ένα βράδυ απάγεται με άλλα παιδιά του ορφανοτροφείου από ένα ιπτάμενο πειρατικό πλοίο, το οποίο τους μεταφέρει στη Χώρα του Ποτέ. Εκεί θα γνωρίσουν τον τυραννικό Μαυρογένη, τον δυναμικό Τζέιμς Χουκ, και την ατρόμητη Τάιγκερ Λίλυ.

Περιπέτεια φαντασίας, εμπνευσμένη από το θεατρικό έργο «Peter Pan or, the Boy Who Wouldn’t Grow Up» του σκωτσέζου Τζέιμς Μάθιου Μπάρι που ανέβηκε το 1904 και το μυθιστόρημά του «Peter and Wendy» που εκδόθηκε το 1911.

«Peter Pan» (Κλάιντ Τζερόνιμι, Γουίλφρεντ Τζάκσον, Χάμιλτον Λασκ, 1953), «Κάπταιν Χουκ» («Hook», Στίβεν Σπίλμπεργκ, 1991), «Πήτερ Παν» («Peter Pan», Πι Τζέι Χόγκαν, 2003), «Ψάχνοντας τη Χώρα του Ποτέ» («Finding Neverland», Μαρκ Φόρστερ, 2004).

Φέτος ήταν η σειρά του Πίτερ Παν ν’ αποκτήσει την ιστορία καταβολών του, σε μια απόπειρα της Warner Bros. ν’ αποκτήσει μια καινούρια σειρά φαντασίας, τώρα που τα «Χάρι Πότερ» και τα «Χόμπιτ» τής τελείωσαν. Δυστυχώς το εμπορικό στοίχημα χάθηκε, καθώς το φιλμ αποδείχτηκε μία από τις μεγαλύτερες αποτυχίες της φετινής χρονιάς, συγκεντρώνοντας μέχρι τώρα μόλις 75 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, μόνο τα μισά δηλαδή από τα 150 εκατομμύρια που κόστισε.

Παρ’ ότι δεν καταφέρνει ν’ αποτινάξει τον διεκπεραιωτικό χαρακτήρα της, κατά τη γνώμη μου στην ταινία άξιζαν μερικά περισσότερα κέρδη, αφού αντεπεξέρχεται επαρκώς στις προσδοκίες του τίτλου, μ’ έναν ικανό θρασύ μικρό πρωταγωνιστή, ο οποίος υποστηρίζεται επάξια από τα ταλαντούχα διάσημα ονόματα που τον περιβάλλουν, όλοι τους μέσα σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο με ευφάνταστο σχεδιασμό παραγωγής (υπέροχο το πολύχρωμο χωριό των ιθαγενών) και θεαματικά οπτικά εφέ.



Ο ΚΛΕΑΡΧΟΣ, Η ΜΑΡΙΝΑ

ΚΑΙ Ο ΚΟΝΤΟΣ

Σκην.: Στράτος Μαρκίδης

Πρωτ.: Χρύσα Ρώπα, Κώστας Ευριπιώτης, Γιάννης Τσιμιτσέλης, Ελευθερία Μπενόβια.

Ο Κλέαρχος είναι ένας ευκατάστατος ιχθυοπώλης, που περνάει τον περισσότερο χρόνο του ξενοκοιτώντας γυναίκες, υπό το άγρυπνο βλέμμα της συζύγου του, Μαρίνας, η οποία παρόλαυτά υποψιάζεται μονάχα τον γαμπρό της, Μάχο. Όταν ο τελευταίος ταξιδεύει στην Κωνσταντινούπολη για ένα ζήτημα υγείας, ο Κλέαρχος βρίσκει αφορμή να τον ακολουθήσει με πρόσχημα ν’ αποκαλύψει τις απιστίες του.

Κωμωδία που αποτελεί ριμέικ της ομώνυμης ταινίας που είχε σκηνοθετήσει το 1961 ο Νίκος Τσιφόρος, σε σενάριο δικό του και του Πολύβιου Βασιλειάδη, με πρωταγωνιστές τον Βασίλη Αυλωνίτη, τη Γεωργία Βασιλειάδου και τον Νίκο Ρίζο, οι οποίοι πρωταγωνιστούσαν επίσης στο ομώνυμο πρωτότυπο θεατρικό έργο των σεναριογράφων.

Μετά από το επίσης φετινό «Οι γαμπροί της Ευτυχίας», ο Μαρκίδης ‘βεβηλώνει’ ακόμα μία σπουδαία κωμωδία του ελληνικού κινηματογράφου, ξαναγυρίζοντάς το με προδιαγραφές βιντεοταινίας, γεμάτο προχειρότητα, χυδαιότητα και φτήνια, χωρίς ίχνος από την πηγαιότητα, την ευρηματικότητα και τη σπιρτάδα του πρωτότυπου φιλμ.