Του Μανόλη Σπανάκη*
Κυριακή στο χωριό πολλές δεκαετίες πριν, όντως σκόλη η έβδομη ημέρα, παρεούλες οι άντρες του χωριού στα καφενεία με πολυφορεμένα και μπαλωμένα τα καθαρά τους ρούχα, με γυαλισμένα αλλά αλλόκοτα υποδήματα, ανταλλάσσουν εμπειρίες για τις μικροεπιχειρήσεις τους (για το σήμερα όχι για το αύριο) και γενικά για τον αγώνα επιβίωσης. Μια ανάσα, μια ανάπαυλα με το κυριακάτικο καφεδάκι, ευχαριστημένοι, δοξολόγησαν πιο πριν το θεό γιατί τους βοήθησε να περάσουν και αυτή τη βδομάδα.
Την ηρεμία διακόπτει η παρουσία και η στεντόρεια φωνή του Μανωλάκη, νεωκόρου και ντελάλη του χωριού: «Πενήντα δραχμές το πουλί του αγίου Χαραλάμπους». Στην πένα ο Μανωλάκης, γυαλισμένα τα στιβάνια, καθαρή η κιλότα του, πουλά μούρη με την ξομπλιαστή, φαντή (υφαντή) ποδιά του, με το χιτλερικό μουστάκι και το αυστηρό ύφος κάτω από την τραγιάσκα.
«Πενήντα δραχμές το πουλί του αγίου Χαραλάμπους δυο φορές».
Νάρκισσος ο Μανωλάκης, αγαπούσε τη δουλεία του, τη φάτσα του και τη φωνή του. Μετά από δυο ρακές στο καφενείο και με το ανάλογο ύφος άρχιζε το αγαπημένο του τραγούδι : Όσο βαρούν τα σιδερά βαρούν τα μαύρα ρούχα, γιατί τα φόρεσα και γω, για.... σύννεφα το χειροκρότημα, δυο ρακές ξανά και αποχωρούσε τρισευτυχισμένος για το ρεσιτάλ που έδωσε.
«Ογδόντα δραχμές το πουλί του αγίου Χαραλάμπους μια φορά. Έχει κανείς;». «Ογδόντα δραχμές... δυο φορές. Έχει κανείς;».
Ο κόνδορας κοιτάζει αφ’ υψηλού και διερευνητικά το ακροατήριο. Σιωπή. «Ογδόντα δραχμές …….. τρεις φορές. Κατακυρώνεται στον τάδε ….. » και η συμβολαιογραφική πράξη υπογράφεται με δυο ρακές.
Το «πουλί» του αγίου Χαραλάμπους που προστατεύει τα ζώα ήταν τάξιμο (υπόσχεση-χρέος) της αγρότισσας. Όπως όλα τα πτηνά την άνοιξη, έτσι και οι αλανιάρες κότες εκφράζουν την επιθυμία να αποκτήσουν απογόνους (κλωσσούν). Τότε η αγρότισσα βρίσκει δεκαπέντε περίπου αβγά γονιμοποιημένα από κόκορα, κατασκευάζει μια πρόχειρη φωλιά, τα βάζει μέσα μαζί με την κότα, η οποία τα κλωσσά εικοσιμία μέρες. Όταν βγουν και μεγαλώσουν τα πουλιά, παίρνει ένα (επειδή πήγε καλά η επιχείρηση) το πηγαίνει στον άγιο, και έτσι εκπληρώνει το ΧΡΕΟΣ της προς τον άγιο.
Άλλο χρέος είναι αυτό και άλλο το χρέος που μας πλακώνει σήμερα.
Άλλο το χρέος δοξολογίας και άλλο το χρέος μέχρι το λαιμό.
Το δανεικό κρασί δυο φορές μεθά λέει ο λαός.
Μπορείς να ξαναγεννηθείς, να συνειδητοποιήσεις, να πιστέψεις ότι τα κάτεχες επεράσανε; Αλλιώς: «άμωμοι εν οδω». Που λέει και ο παπάς.
Ουφ...., σας έφαγα την ώρα πάλι σήμερο.
* Ο Μανόλης Σπανάκης είναι συν/χος καθηγητής

