
Γυναίκες σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από άντρες, κι ένας άντρας στον εντελώς δικό του κόσμο, κυριολεκτικά πάνω απ’ τα σύννεφα.
SICARIO: Ο ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΣ
SICARIO
Σκην.: Ντενί Βιλνέβ
Πρωτ.: Έμιλι Μπλαντ, Μπενίσιο Ντελ Τόρο, Τζος Μπρόλιν, Βίκτωρ Γκάρμπερ, Τζον Μπέρνθαλ, Ντάνιελ Καλούα
Η Κέιτ είναι μια πράκτορας του FBI, που δηλώνει συμμετοχή σε μια επιχείρηση των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, με απώτερο στόχο την εξάρθρωση του μεξικανικού καρτέλ ναρκωτικών. Στην πορεία θ’ ανακαλύψει ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη και κυνική απ’ ό,τι νόμιζε.
Περιπετειώδες δράμα εγκλήματος, με θέμα τις γκρίζες περιοχές της ηθικής και του νόμου, όταν αυτά τα δύο καλούνται να εφαρμοστούν σε συγκεκριμένες πραγματικότητες με ιδιόρρυθμες συνθήκες, διακυβεύματα κι επιπτώσεις. Δεν είναι βεβαίως τυχαίο ότι τον ιδεαλισμό της ιστορίας ενσαρκώνει η κεντρική ηρωίδα Κέιτ, η οποία περιβάλλεται από ένα ολοκληρωτικά αντρικό καστ στους ρόλους των συναδέλφων της, με τους οποίους κατά τ’ άλλα μοιράζεται το ίδιο θάρρος, αυτοθυσία και ικανότητες.
Όπως και στο σπουδαίο «Prisoners» (2013), ο 48χρονος γαλλοκαναδός Βιλνέβ αποδεικνύει γι’ ακόμη μια φορά την εξαιρετική ικανότητά του να δημιουργεί ατμόσφαιρα χωρίς να υπαναχωρεί σε ευκολίες, μένοντας πιστός στις ανάγκες των χαρακτήρων και της πλοκής, έστω αν αυτή η ιστορία μοιάζει να χρειαζόταν την ένταση της ελάχιστης περισσότερης δράσης την οποία υπόσχεται αλλά τελικά μόνο υπονοεί (π.χ. η επιδρομη στο τούνελ). Θυμίζοντας τον παρόμοιο χειρισμό του Μάικλ Μαν στις παλιές καλές εποχές των «Ο ανθρωποκυνηγός» (Manhunter, 1986) και «Ένταση» («Heat», 1995), η συναρπαστική αίσθηση κρισιμότητας και κινδύνου με την οποία ο σκηνοθέτης χειρίζεται την πλοκή, χτίζεται με μια περίτεχνη αφήγηση, προσγειωμένες και σοβαρές ερμηνείες απ’ όλο το καστ, στιβαρή φωτογραφία του μάστορα Ρότζερ Ντίκινς και από την εξαιρετική χρήση της μουσικής του Γιόχαν Γιόχανσον, που αποφεύγει τη μελωδία και τον προβλέψιμο στόμφο, παραμένωντας ελλειπτική, αποσπασματική, σταθερά ανησυχητική, απόκοσμη κι απειλητική.
ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΚΕΝΟ
THE WALK
Σκην.: Ρόμπερτ Ζεμέκις
Πρωτ.: Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ, Σαρλότ Λε Μπον, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Τζέιμς Μπατζ Ντέιλ
Το 1974 στη Νέα Υόρκη, ο γάλλος ισορροπιστής Φιλίπ Πετί σχεδίασε και κατόρθωσε ένα από τα πιο ριψοκίνδυνα κατορθώματα στην ανθρώπινη ιστορία, να περπατήσει χωρίς σκοινί ασφαλείας, πάνω σ’ ένα τεντωμένο καλώδιο ανάμεσα στις δύο κορυφές των νεόδμητων τότε Δίδυμων Πύργων του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου.
Τρισδιάστατα γυρισμένη κομεντί που αφηγείται το απίστευτο αληθινό επίτευγμα του Πετί, όπως αυτό καταγράφηκε από τον ίδιο στο βιβλίο «To reach the clouds». Τον άθλο του έχει περιγράψει επίσης το ντοκιμαντέρ «Σε τεντωμένο σχοινί» («Man on wire», Τζέιμς Μαρς, 2008), που κέρδισε το Όσκαρ στην αντίστοιχη κατηγορία το 2009.
Μία από τις ιστορίες που αν δε γνώριζε κανείς ότι έχει συμβεί στην πραγματικότητα, δύσκολα θα τη δεχόταν απλώς ως κινηματογραφική. Ο σπουδαίος Ζεμέκις την κινηματογραφεί με όλη τη μεγαλοπρέπεια, αλλά και την ταπεινότητα που της αρμόζει, εμφυσώντας της το χιούμορ και την ανεμελιά του ήρωα Πετί με μια εξαιρετική ερμηνεία του Γκόρντον-Λέβιτ, αφήνοντας από ‘κει και πέρα τη στερεοσκοπία να κάνει το θαύμα της στη σεκάνς της πιο αδιανόητης ‘βόλτας’ που ίσως έχει επιχειρήσει ποτέ άνθρωπος.
Ο ΑΡΧΑΡΙΟΣ
THE INTERN
Σκην.: Νάνσι Μάγιερς
Πρωτ.: Ανν Χάθαγουεϊ, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Ρενέ Ρούσο, Ντρένα Ντε Νίρο
Ο 70χρονος συνταξιούχος Μπεν προσλαμβάνεται ως μαθητευόμενος σε μια ανερχόμενη εταιρεία ηλεκτρονικής πώλησης ρούχων, ιδρύτρια και επικεφαλής της οποίας είναι η ταλαντούχα Τζουλς. Η γνωριμία τους θα οδηγήσει σε μια σημαντική φιλία, στο πλαίσιο της οποίας ο καθένας τους απολαμβάνει τα ηλικιακά πλεονεκτήματα του άλλου.
Κοινωνική κι αισθηματική κομεντί που, όπως κάθε ταινία της Μάγιερς, χειρίζεται κι επιλύει τα ζητήματά της ανώδυνα κι ελαφρά, γεγονός που δεν είναι απαραιτήτως κακό αν οι προσδοκίες του θεατή είναι ανάλογες.
Εδώ η σκηνοθέτρια και σεναριογράφος καταπιάνεται με δύο θέματα, με τα οποία έχει επίσης ασχοληθεί ξεχωριστά σε προηγούμενες ταινίες της: τις σχέσεις των φύλων στο «Αυτό που θέλουν οι γυναίκες» («What women want», 2000) και την ηλικιακή ωριμότητα στο «Κάλλιο αργά παρά αργότερα» («Something’s gotta give», 2003). Ο Μπεν ανήκει σε μια γενιά παραδοσιακών αρχών, η οποία όμως στα 70 της διαθέτει ακόμη διαύγεια και ενέργεια για να προσφέρει και να παραμείνει συμμέτοχη στο παρόν. Η Τζουλς από τη μεριά της ενσαρκώνει αυτόν ακριβώς τον καινούριο κόσμο προοδευτικότητας και τεχνολογικής ανάπτυξης, που είναι ξένος στον Μπεν, και στον οποίο οι συσχετισμοί φύλου και κοινωνικού ρόλου έχουν γίνει ακόμη σχετικότεροι απ’ ό,τι είχαν ήδη αρχίσει να γίνονται στην εποχή του, η οποία εξάλλου δεν είναι και τόσο μακρινή, αφού ο σημερινός εβδομηντάρης ήταν στα προχωρημένα 40 του κατά τη δεκαετία του ’80, την εποχή των «Baby boom» (Τσαρλς Σάιερ, 1987) και «Εργαζόμενο κορίτσι» («Working girl», Μάικ Νίκολς, 1988).
Έτσι, μπορεί τα διλήμματα και η πίεση σχετικά με τη θέση της Τζουλς μέσα σ’ έναν ανδροκρατούμενο κόσμο να λύνονται εύκολα και γρήγορα, αλλά εν τω μεταξύ το σχόλιο στο τεχνολογικό χάσμα των γενεών προκύπτει χαριτωμένο και η έκβαση αρκούντως υποστηρικτική για τη σημερινή θέση της γυναίκας- έστω κι αν στην εδραίωσή της αυτός που βοηθάει είναι ένας ‘χτεσινός’ άντρας.
ΚΑΝΙΒΑΛΟΙ
THE GREEN INFERNO
Σκην.: Ίλαϊ Ροθ
Πρωτ.: Λορέντσα Ίζο, Έιριελ Λέβι, Άαρον Μπερνς, Κέρμπι Μπλις Μπλάντον
Μια ομάδα ακτιβιστών φοιτητών, ταξιδεύει στον Αμαζόνιο για να διαμαρτυρηθεί για την καταστροφή του δάσους και μαζί του τον αφανισμό των αυτοχθόνων πληθυσμών. Όμως το αεροπλάνο τους συντρίβεται, και πέφτουν αιχμάλωτοι μιας ανθρωποφάγας φυλής ιθαγενών.
Ταινία τρόμου εμπνευσμένη από το «Το ολοκαύτωμα των κανιβάλων» («Cannibal holocaust», Ρούγκερο Ντεοντάτο, 1980). Ο Ροθ δε φημίζεται ακριβώς για κάτι σπουδαιότερο από το σαδιστικό blood porn ταινιών τρόμου όπως «Το καταφύγιο του τρόμου» («Cabin fever», 2002) και «Hostel» (2005). Οι φιλοδοξίες της φετινής του ταινίας μάλιστα, ίσως είναι οι μικρότερες που εκφράστηκαν ποτέ στη φιλμογραφία του, αφού η απλοϊκότητα και η προχειρότητα που διακρίνουν το φιλμ, από τις επιλεγμένες κάμερες μέχρι την ηθοποιία και την πλοκή, το αφήνουν χαμένο κάπου ανάμεσα στο ξεδιάντροπο σπλάτερ και στην αυτο-παρώδηση, εφόσον βέβαια κάποιος μπει εξαρχής στον κόπο ν’ ασχοληθεί. Το ότι η ηρωίδα θριαμβεύει επί του αδίστακτου δολοπλόκου αρσενικού αρχηγού της ομάδας αποτελεί ένα επιφανειακό φεμινιστικό πλεονέκτημα της πλοκής, το οποίο χάνεται μέσα στη γενικότερη σεναριακή ανοησία, η οποία κορυφώνεται με την αφελή πολιτική ρητορική που υιοθετείται για να δικαιολογήσει τη στάση των ιθαγενών.

