Ταξιδευτής εγίνηκα πάλι κι αυτό το βράδυ
Νόμιζα πως ξημέρωσε μα ήτανε σκοτάδι.
Ταξίδευα αμοναχός στα πέρατα του κόσμου
κανένα δεν εγνώριζα για να είναι γνωστός μου
Κάθε λιμάνι αλλιώτικο και κάθε πόλη άλλη
καμιά δεν είδα όμορφη σαν την Αθήνα άλλη.
Βουνά δεν είδα πράσινα και κάμπους με λουλούδια
ούτε τον ‘Ηλιο λαμπερό και των παλιών τραγούδια.
Είδα ανθρώπους σκεφτικούς και άλλους να ζητούνε
κάποια γωνιά για να μπορούν λίγο να κοιμηθούνε.
Είδα λαούς να τρέχουνε το τρένο να προλάβουν
είδα σε δρόμους πτώματα, φωτιές αλλού ν’ ανάβουν
Είδα παιδιά αμοναχά την Μάνα να ζητούνε
είδα φονιάδες πάνοπλους τα όπλα να κρατούνε
Σε κάποιο σαπιοκάραβο είδα απελπισμένους
είδα να πλένε σώματα πολλά από πνιγμένους.,
Σε κάθε πόλη Μέγαρα το ένα δίπλα στ’ άλλο
μα δεν κατάλαβα ποτέ ποιο ήταν πιο μεγάλο.
Σε μια γωνιά είδα φτωχούς σε κούτες να κοιμούνται
την περασμένη τους ζωή στον ύπνο να θυμούνται
Σε κάποια χώρα στάθηκα να δω αυτοί πώς ζούνε
είδα πολλούς να τραγουδούν και άλλους να θρηνούνε
Είδα στους δρόμους ορφανά μικρά παιδιά να κλαίνε
και με το δάκρυ των ματιών τον πόνο τους να λένε
Βαρέθηκα, λυπήθηκα και είπα να γυρίσω
σ’ αυτή τη χώρα την φτωχή εκεί θέλω να ζήσω
Αυτόν τον κόσμο φτιάξανε του κόσμου οι προστάτες
ξεριζωμένους γέμισαν πλατείες και οι στράτες
Ποτέ δεν καταλάβανε πως η ζωή ‘ναι λίγη
σαν χελιδόνι έρχεται, κάθεται και θα φύγει
Το χρήμα για θρησκεία τους κάμανε οι ανθρώποι
για να χαρούνε την ζωή υπήρχαν άλλοι τρόποι.
Ποτέ να μην το ξαναδώ το όνειρο το πρώτο
φονιάδες να σκοτώνουνε παιδιά σε όποιο τόπο.
Εικόνες φρίκης να μη βλέπω να πνίγονται μικρά παιδιά
Μάνες κι αδέλφια να χωρίζουν χωρίς βοήθεια καμιά.
Αυτό που ειν’ αληθινό όλοι μας το ξεχνούμε
νομίζουμε παντοτινά ότι μπορεί να ζούμε...
Ζαχαρίας Λιναρδάκης

