Του Γεωργίου Δημ. Φλουρή

Πριν κάποια χρόνια (7) που άνοιγα, Μανόλη, την «Πατρίδα»
μ' ενδιαφέρον έψαχνα να δω στις Προεκτάσεις,
ένα δικό σου κείμενο, που δυστυχώς, δεν είδα
κι αναρωτιόμουν το γιατί κρατούσες αποστάσεις

Σα ζήτησα και έμαθα της αποχής το λόγο,
ομολογώ ήταν σκληρό, ό,τι άκουσα για σένα
μεγάλης θλίψης μαχαιριά που χτύπησε ντελόγο
φίλους, δικούς και συγγενείς , εχτύπησε και μένα

Η σκέψη μου εγύρισε δεκάδες χρόνια πίσω.
Εσύ απ' τον Αϊμονα κι εγώ απ' τη Θοδώρα
του Γυμνασίου τις σπουδές μαζί σου θα γνωρίσω,
όπου γι' αυτό, μικρά παιδιά, μας έστειλαν στη χώρα

Μαζί τότε τη ζήσαμε την κρίση τη μεγάλη.
Σα φεύγαμε απ' το σχολειό στη κάμερα να πάμε
δεν ξέραμε, αν φαγητό, έμεινε στο τσουκάλι,
ή, στην γκαζιέρα, πάλι αυγό, θα ψήσουμε να φάμε

Μα σαν τελειώσαν οι σπουδές κείνες του Γυμνασίου
και ήρθαν οι ανώτερες, δεν άλλαξε η ζωή μας.
Στόχος μας, η απόκτηση ήταν ενός πτυχίου,
που σαν το πήραμε χαρά, ένιωσαν κι οι γονείς μας

Και κάπως γρήγορα μετά ήρθ' ο διορισμός μας
κι ήμαστε, όντως, τυχεροί που μείναμε στην Κρήτη.
Δεν απομακρυνθήκαμε πολύ απ' το χωριό μας,
κι εμφανιζόμασταν συχνά στο πατρικό μας σπίτι

Είχες απ' τους Θοδωριανούς εκτίμηση μεγάλη
και δη από τους μαθητές, που σ' είχαν δάσκαλό τους
στην αρχική τους μόρφωση είχες τις βάσεις βάλει
κι ό,τι από σένα πήρανε, τους βγήκε σε καλό τους

Μα τα χωριά σαν ξέμειναν από παιδιά κι ανθρώπους,
τότε κι εμείς βρεθήκαμε στης πόλης τα σχολεία.
Και περπατήσαμε ξανά στους ίδιους πάντα τόπους,
που, ως μαθητές κρατούσαμε, στα χέρια τα βιβλία

Σε σχολικό συγκρότημα διευθυντής θα γίνεις
γιατί 'χες ικανότητες μικρούς μα και μεγάλους
να διοικείς, να γαλουχείς μα και να κατευθύνεις
και όπως μου 'πες στη ζωή είχες και στόχους άλλους

Και όταν πλέον έφτασε το πλήρωμα του χρόνου
και οι φωνές οι παιδικές στ' αυτιά δε θα ηχούνε,
τότε μια πίκρα στην ψυχή και οιμωγή του πόνου
και δυσκολίες κίνησης θα 'ρθούνε να σε βρούνε

Ζωή με περιπέτειες θα 'ναι οι χρόνοι οι άλλοι
με κρίση οικονομική κι υγεία κλονισμένη
θα φέρουν λύπηση βαριά και παιδωμή μεγάλη
μα με το νου σου απείραχτο, που να καταλαβαίνει

Με τον καιρό συνήθισες στα πάθη που σε βρήκαν,
μ' αλλιώς η μοίρα, φαίνεται, είχε αποφασίσει
σιγά σιγά οι δυνάμεις σου κι αυτές σ' απαρνηθήκαν
και το κορμί σου τη στερνή πνοή μετά θ 'αφήσει

Πήρες το δρόμο το μακρύ, που γυρισμό δεν έχει
για άλλους τόπους που, ως γροικώ, ίσως ζωή υπάρχει.
Σ' αυτούς ανέμοι δε φυσούν, δε λιάζει και δε βρέχει,
κι ελπίζω η ψυχή σου εκεί, ανάπαυση πως θα 'χει

Όσο για μας που μένουμε σ' αυτόν τον ψεύτη κόσμο
εκεί που πας θα έρθουμε, αργά ταχιά, Μανόλη,
γιατί δεν είναι δυνατό ν' αλλάξουμε το νόμο
και θέλουμε δε θέλουμε, θα τον τηρήσουμ' όλοι

Μανόλης Κοντογιάννης, Γιώργος Φλουρής,
Στέλιος Φουντουλάκης (χρόνια Γυμνασίου)