
Στις δικαστικές αρχές του Πειραιά πέρασε η σκυτάλη για τη διερεύνηση της μυστηριώδους υπόθεσης του πλοίου HADDAD I που μετέφερε στα αμπάρια του σχεδόν μισό εκατομμύριο σφαίρες και περίπου 5000 καραμπίνες. Αρχικώς η υπόθεση, που περιγράφεται από πολλούς ως «γρίφος» σε σχέση με την διαδρομή του πλοίου αλλά και την ταυτότητα της πλοιοκτήτριας και διαχειρίστριας εταιρείας, είχε παραπεμφθεί στις δικαστικές αρχές του Ηρακλείου, όμως μετά από ένσταση που υποβλήθηκε, διαβιβάστηκε στον Πειραιά λόγω αρμοδιότητας.
Για το λόγο αυτό έχουν μεταχθεί στις φυλακές Κορυδαλλού και τα προφυλακισμένα μέλη του πληρώματος, τα οποία αρνούνται κάθε εμπλοκή σε σχέση με το παράνομο φορτίο.
Όπως έχει γράψει η «Π» πολλά είναι τα ερωτηματικά που ανακύπτουν από τη δικογραφία, ενώ έντονες είναι οι πιέσεις από την πλευρά τουρκικής εταιρείας για την επανάκτηση του οπλισμού και των πυρομαχικών με τον εκπρόσωπο τύπου του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών να δηλώνει ότι «ήταν δηλωμένα και νόμιμα». «Γκρίζα» σημεία εντοπίζονται τόσο στη «διαδρομή» που ακολούθησαν τα δύο κοντέινερ στα οποία βρέθηκαν τα όπλα όσο και στην παραμονή του πλοίου στο λιμάνι της Αμμοχώστου, στα Κατεχόμενα.
Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε στα ανευρεθέντα έγγραφα φορτίου, τις εγγραφές του πλοιάρχου στο ημερολόγιο του πλοίου και την αντιπαραβολή των συνοδευτικών εγγράφων του φορτίου που δόθηκαν προκύπτει ότι στις 29 Ιουνίου του 2015 το πλοίο αγκυροβόλησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου προερχόμενο από το Τομπρούκ της Λιβύης. Σύμφωνα με το ημερολόγιο, το πλοίο παρέμεινε στο αγκυροβόλιο έως τις 10 Ιουλίου και δύο ημέρες μετά ολοκλήρωσε τη φόρτωση και άλλαξε καπετάνιο. Στις 18 Ιουλίου αγκυροβόλησε στην Αλεξανδρέττα της Τουρκίας. Σύμφωνα με τη φορτωτική που βρέθηκε στο πλοίο, έφερε 12 εμπορευματοκιβώτια που φορτώθηκαν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου με προορισμό το λιμάνι της Αμμοχώστου στα Κατεχόμενα. Στην φορτωτική που επέδειξε ο καπετάνιος κατά τον αρχικό εν πλω έλεγχο, αναφέρονταν ότι ναι μεν αυτά φορτώθηκαν στην Αλεξάνδρεια , είχαν όμως προορισμό το Τομπρούκ της Λιβύης. Διαπιστώνονται επίσης ανακρίβειες στους αριθμούς που έφεραν τα εμπορευματοκιβώτια σε σχέση με αυτούς που αναγράφονταν στα δηλωτικά του φορτίου.
Στη δικογραφία αναφέρεται ότι «σύμφωνα με ιδιόχειρη σχηματική απεικόνιση που βρέθηκε μέσα στην καμπίνα του καπετάνιου, εμφανίζονται δύο αριθμοί εμπορευματοκιβωτίων που δεν φαίνεται να φορτώθηκαν στην Αλεξάνδρεια, ενώ δύο εμπορευματοκιβώτια που εμφανίζονται να έχουν φορτωθεί, λείπουν. Σημειώνεται ότι η ημερομηνία της σχηματικής απεικόνισης είναι η ημέρα κατά την οποία το πλοίο κατέφθασε στο αγκυροβόλιο της Αλεξανδρέττας της Τουρκίας και από την ημέρα που απέπλευσε από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου δεν είχε καταπλεύσει σε κάποιο λιμένα για να φορτοεκφορτώσει».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προς διερεύνηση παρουσιάζουν τα όσα παραθέτει στην κατάθεση του λιμενικός και αφορούν τις ημερολογιακές εγγραφές του πλοίου.
«Το πλοίο από 18 Ιουλίου έως τις 16 Αυγούστου παρέμεινε στο αγκυροβόλιο της Αλεξανδρέττας, χωρίς να δέσει στον λιμένα. Απέπλευσε για την Αμμόχωστο των Κατεχόμενων στις 17 Αυγούστου όπου κατέπλευσε στις 18 Αυγούστου. Πρόσδεσε στον λιμένα στις 19 Αυγούστου και απέπλευσε στις 20 Αυγούστου χωρίς να αναφέρει οποιαδήποτε πράξη φορτοεκφόρτωσης, κατευθυνόμενο και πάλι στις 23 Αυγούστου στην Αλεξανδρέττα. Από τις 25 Αυγούστου παρέμεινε στο αγκυροβόλιο έως τις 27 Αυγούστου όταν και προσέδεσε στον λιμένα, φορτοεκφόρτωσε και στις 28 Αυγούστου απέπλευσε με προορισμό την Μισράτα της Λιβύης. Από αντιπαραβολή με τα φορτωτικά έγγραφα που βρέθηκαν επί του πλοίου, στις 24 Αυγούστου στην Αμμόχωστο απλώς φορτοεκφόρτωσε «στα χαρτιά» τα εμπορευματοκιβώτια που μετέφερε και δήλωσε προορισμό την Αλεξανδρέττα». Διαπιστώνεται δηλαδή μία «σκοτεινή» διαδρομή του πλοίου από την Τουρκία προς τα Κατεχόμενα, για να γυρίσει και πάλι πίσω και στη συνέχεια να αποπλεύσει και να ακινητοποιηθεί νότια της Κρήτης.

