Toυ Δημήτρη Χ. Σάββα

“Οκτώβρη, Οκτωβράκη,

το μικρό καλοκαιράκι”

Είναι πράγματι ικανό αυτό το δίστιχο να μας δώσει και να μας εξηγήσει την τελευταία αναλαμπή του καλοκαιριού μέσα στο φθινόπωρο. Μ’ έναν χρυσό, καθαρό ήλιο, που τον πλαισιώνουν, όταν φωτίζει, τα “αγιοδημητριάτικα” λουλούδια, τα χρυσάνθεμα.

Ο καιρός των χρυσανθέμων! όπως θα μας έλεγε και ο Μάνος Ελευθερίου, ο μεγάλος αυτός ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος.

Σίγουρα τα λουλούδια αυτά ήταν σύμβολο αριστοκρατίας, ευαισθησίας, ευγένειας. Και εξακολουθούν να είναι. Ποιος δεν θα σταματούσε σε μια αυλή, απ’ αυτές τις κλειστές με αυλόγυρο αυλές, τις τόσο φορτωμένες και καλοστολισμένες, τις μοναδικές αυλές που κάποτε υπήρχαν στο Μεγάλο Κάστρο. Που σε μάγευαν με το άρωμά τους αλλά και την ποικιλία των λουλουδιών τους, των πολύχρωμων χρυσανθέμων την εποχή αυτή. Ετσι όπως θέλει να μας τα παρουσιάσει η ποιήτρια Αιμιλία Δάφνη, η οποία καθημερινά τα θαύμαζε από το παράθυρο του εξοχικού της σπιτιου στα Κάτω Πατήσια την περίοδο του Μεσοπολέμου.



“Κάθε πρωί (...) βουνά από χρυσάνθεμα πλημμυρίζουν το δρόμο, δίνοντας εξαιρετική γραφικότητα στο χινοπωριάτικο αυτό τοπίο. Αλλοι με γιομάτες αγκαλιές, άλλοι με πανέρια στο κεφάλι, άλλοι με γαϊδουράκια κι άλλοι με σούστες φορτωμένες ως επάνω, κουβαλούν το πολύχρωμο και αβρό φορτίο κάτω στην ΑΘήνα (...) Η έντονη μυρουδιά των λουλουδιών αυτών πλανιέται στο νοτισμένο αέρα...”.



Να είναι τυχαία όλα αυτά άραγε; Αυτές οι μαγικές πραγματικά εικόνες, που χρόνια τώρα τις κουβαλάει μέσα του ο λαός μας.

Αυτός ο λαός που ψυχολογικά αδυνατεί να “κλειστεί” στον χειμώνα, αυτός ο λαός που χαίρεται και εκμεταλλεύεται το μήνα αυτό, που θέλει σε τελική ανάλυση για τις ευκαιρίες που του δίνει: τώρα θα οργώσει, θα σπείρει, θα μαζέψει τα ξύλα για το μαγείρεμα και για τη ζεστασιά του, θα φυτέψει τον κήπο του για κάποια λαχανικά και γενικά θα κατεβεί να πάρει ό,τι του χρειάζεται σε ένδυση και υπόδηση για το χειμώνα. Θα μου πείτε σήμερα μαγειρεύουμε στην ηλεκτρική κουζίνα ή δεν μαγειρεύουμε και καθόλου, αφού παίρνουμε έτοιμα φαγητά, ή δεν βάζουμε λαχανικά, αφού τόσα εισαγόμενα βρίσκεις στην αγορά, ή δεν χρειάζεται να οργώνει ή να καλλιεργεί ελιές κανείς, αφού οι επιδοτήσεις έλυσαν όλα αυτά τα προβλήματα και μείωσαν αρκετά όπως φαίνεται τις αγροτικές δραστηριότητες. 

Πολλές είναι οι ονομασίες που ο λαός μας έδωσε στον Οκτώβρη: Αγιοδημήτρης, Αϊδημητριάτης, Σπαρτής.

Πολλές φορές η ορθόδοξη Εκκλησία φρόντισε να δώσει στους πιστούς της σημάδια χρονικά, με τα οποία να μπορούν να συσχετίζουν τις εποχικές τους δουλειές οι άνθρωποι αλλά και να οργανώνουν το χρόνο τους καλύτερα. Γνωστή είναι η περικοπή από τα κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο: “Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γη αποθάνει, αυτός μόνο μένει. Εάν δε αποθάνει πολύν καρπόν φέρει”.

Για τη σπορά, το θρησκευτικό σημάδι του χρόνου είναι η Κυριακή του Σπορέως, οπότε ο ιερέας διαβάζει την παραβολή αυτή: “εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού...”. Εποχή της σποράς λοιπόν, αλλά και καιρός που χωρίζει την αγροτική μας οικονομία, μια οικονομία που ήταν πάντα γεωργοκτηνοτροφική. Σίγουρα με τη γεωργία και την κτηνοτροφία ο λαός μας προσπαθούσε και προσπαθεί να εξεύρει την τροφή του. Σίγουρα έπρεπε αυτές οι δύο πηγές της αγροτικής οικονομίας μας να ισορροπούν, αφού πολλές φορές υπήρχε διαμάχη γεωργών και κτηνοτρόφων. Οι δεύτεροι κατεβαίνοντας προς τα χειμαδιά δημιουργούσαν αγροζημίες στις διάφορες καλλιέργειες. Και ήταν λογικό να βρίσκονται σ’ έναν ακήρυκτο πόλεμο μεταξύ τους. Κάτι ανάλογο βέβαια γίνεται και σήμερα και πολλές φορές είμαι παρών σε τέτοιους είδους εισβολές στα κτήματά μου, κατά την περίοδο της ελαιοσυγκομιδής. Οι βοσκοί που δεν είναι Βλάχοι ή Σαρακατσάνοι ή ντόπιοι, αλλά Πακιστανοί κυρίως, έχουν αποθρασυνθεί και οδηγούν το ποίμνιο των αφεντικών τους, όπου βρουν και όπου τους βολεύει. Αλλοίμονο και τους κάνεις παρατήρηση, μπορεί να σε καταστρέψουν.

Τόσο η γιορτή του Αγίου Δημητρίου, όσο και η γιορτή του Αη Γιώργη λέγονται από το λαό μας “συνόρατα του χρόνου”. Είναι οι δύο τομές που χωρίζουν το κτηνοτροφικό έτος σε δύο μέρη, σε δύο εξάμηνα, το θερινό και το χειμερινό.

Οι λαοί της Βαλκανικής μοίραζαν το έτος από τη γιορτή του ενός αγίου (μισό του έτους του αγίου Γεωργίου), μέχρι το άλλο μισό (τη γιορτή του αγίου Δημητρίου). “Ο Άγιος Γεώργιος φέρνει το καλοκαίρι και ο Αγιος Δημήτριος φέρνει το χειμώνα” έλεγαν οι Βούλγαροι. Στην αγιογραφία οι δύο άγιοι απεικονίζονται μαζί από τον 9ο αιώνα. Σημαντικό ρόλο γι αυτή την Ένωση των δύο αγίων προφανώς έχει παίξει η ετυμολογία των ονομάτων τους. Έτσι το όνομα Γεώργιος βγαίνει, προέρχεται μάλλον από τις λέξεις “γη” και “έργο”, το όνομα Δημήτριος, από το όνομα της αρχαιοελληνικής Θεάς Δήμητρας, η οποία υπήρξε θεά της γεωργίας αλλά και της γονιμότητας.

Και επειδή ο λόγος είναι για τον Οκτώβρη και φυσικά για τον αντιπροσωπευτικό του άγιο, τον Αη Δημήτρη (όχι ότι οι άλλοι άγιοι είναι παρακατιανοί), θα ήθελα να σταθώ σ’ αυτόν τον φαμελιάρη άγιο όπως τον αποκαλούσαν. Ετσι όπως μας τον παρουσιάζει ο ερευνητής του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, Παναγιώτης Ι. Καμηλάκης.

“Ο αποδημητισμός των νεοελλήνων, ιδιαίτερα για οικονομικούς και επαγγελματικούς λόγους, φαινόμενο που από την τουρκοκρατία ήδη παρουσιάζεται έντονο στις ορεινές ιδίως και άγονες περιοχές, αποτυπώνεται και σε πολλά τραγούδια, ιδιαίτερα “της ξενιτιάς”. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω τραγούδι, πολύ γνωστό και με ευρεία διάδοση στη στεριανή Ελλάδα.



Οι δύο αγίοι μάλωναν ο αϊ-Γιώργης κι ο αϊ-Δημήτρης:

- Αϊ Γιώργη, Γιώργη Βούλγαρε και σκορποφαμελίτη,

εγώ μαζώνω φαμιλιές κι εσύ μου τις σκορπίζεις.

Μαζώνω μάνες με παιδιά, γυναίκες με τους άντρες,

μαζώνω και τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα.

Μαζώνω και μια μικρόνυφη, μικρή ‘ ρραβωνιασμένη,

πόχει τα τέλια στα μαλλιά, τα νύχια τα βαμμένα.

- Εγώ φέρνω την άνοιξη κι εσύ μου τη στεγνώνεις.

- Εγώ φέρνω τα πρόβατα κι εσύ τα ξεδιαγ’μίζεις

- Εγώ φέρνω τσοπάνηδες λαλώντας τις φλογέρες”.



Υστερα από τη γιορτή του Αη Γιώργη, οι μαστόροι και άλλοι πλανόδιοι τεχνίτες αναχωρούσαν για μακρινούς τόπους προκειμένου να δουλέψουν. Τον Οκτώβρη έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής. Ο Αη Δημήτρης τους έβρισκε στα σπίτια τους, κοντά στις οικογένειές τους. Ο ξενιτεμένος, την πρώτη Κυριακή, που επέστρεφε στο σπίτι του έπρεπε να πάρει την οικογένειά του και να πάει στην εκκλησία, να δοξάσει το Θεό που τον αξίωσε να επιστρέψει υγιής και καζαντισμένος (έχοντας φέρει αρκετά χρήματα).

Ετσι, ταξιδιώτες και ξενιτεμένοι, ιδίως όσοι είχαν επαγγέλματα που η εξάσκησή τους ήταν δύσκολη ή αδύνατη το χειμώνα, επέστρεφαν στις εστίες τους από τον Οκτώβρη - κυρίως από το σημαντικό για τον αγροτικό χώρο χρονικό όριο της γιορτής του Αγίου Δημητρίου. Τον χειμώνα θα απολάμβαναν μαζί με τις οικογένειές τους τους καρπούς των κόπων τής αποδημίας τους, συμμετέχοντας σε οικογενειακά γλέντια και κοινοτικές γιορτές.