
Η τεχνολογική «επινόηση» της γερμανικής αυτοβιομηχανίας Volkswagen, χάρη στην οποία ορισμένα οχήματα της εταιρείας που κινούνται με καύσιμο diesel, παρουσιάζουν πολύ χαμηλότερους ρύπους από τους εκπεμπόμενους δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη σκάνδαλο.
Είναι «ύβρις» (με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου) κατά της Ανθρωπότητας, διότι η «επινόηση» προσβάλλει την τιμή και την αξιοπρέπεια του Ανθρώπου και παραβιάζει τους νόμους που έχουν θεσπιστεί από την παγκόσμια και ευρωπαϊκή κοινότητα για την προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης ζωής. Όπως επίσης παραβιάζει τον πανανθρώπινο κώδικα Ηθικής, αφού οι πρωταγωνιστές της εγκληματικής τεχνολογικής επινόησης με την ενέργειά τους επεδίωξαν να εξαπατήσουν ξένες κυβερνήσεις και το διεθνές καταναλωτικό κοινό που επί δεκαετίες, μετά τον πόλεμο, περιέβαλε με απόλυτη εμπιστοσύνη τα οχήματα της γερμανικής αυτής αυτοκινητοβιομηχανίας.
Δολιότης
Η δόλια συμπεριφορά της Volkswagen προσλαμβάνει τεράστιες διαστάσεις, εάν ληφθεί υπόψη ότι τα προβληματικά οχήματα παρουσιάζονταν στο καταναλωτικό κοινό ως «φιλικά προς το περιβάλλον», με συνέπεια να αυξάνονται οι πωλήσεις τους εξ αιτίας αυτού του ψέματος, ενώ η εταιρεία εμφανίζεται εκμεταλλευόμενη ασύστολα την ανθρώπινη ευαισθησία για λιγότερο βεβαρημένο περιβάλλον και για συνθήκες που σέβονται την υγεία του ανθρώπου.
Για να ολοκληρωθεί η περί «ύβρεως» αντίληψη (σύμφωνα με την αρχαιοελληνική έννοια), τονίζεται ότι η εξαπάτηση ξένων κυβερνήσεων και καταναλωτών (κυρίως των ΗΠΑ, όπου εντοπίστηκε η αλλαγή του λογισμικού των VW) επιχειρήθηκε σε εποχή παγκόσμιας κινητοποίησης, μιάς πραγματικά πανανθρώπινης εκστρατείας, για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προστασία του περιβάλλοντος.
Το σκάνδαλο επισύρει την οργή εκατομμυρίων καταναλωτών που εμπιστεύτηκαν την εταιρεία για το όνομά της και πλήττει την αξιοπιστία του γερμανικού ιδιωτικού τομέα, τμήμα του οποίου αποκαλύπτεται δόλιο, ενώ εμφανίζει τον γερμανικό δημόσιο ελεγκτικό μηχανισμό ανίκανο να προλάβει επικίνδυνες για το περιβάλλον και την ανθρώπινη ζωή παραβατικές συμπεριφορές.
Αυτό σημαίνει ότι ο γερμανικός δημόσιος ελεγκτικός μηχανισμός είτε δεν αντελήφθη την απάτη, οπότε είναι «πεπαλαιωμένος», είτε την αντελήφθη και «έκλεισε τα μάτια» για άγνωστους μεν, αλλά λίαν προφανείς λόγους. Εάν δεχθούμε το τελευταίο (πιθανότερη εξήγηση), το γερμανικό δημόσιο εμφανίζεται ότι εξαπατά και την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία πρωταγωνιστεί από καιρό για να εξασφαλισθούν όσο το δυνατόν χαμηλότεροι βιομηχανικοί ρύποι στο περιβάλλον.
Υποκρισία
Η υποκριτική αυτή στάση είναι ό,τι χειρότερο για το γερμανικό γόητρο, σε μια εποχή που η Γερμανία επιδιώκει καθαρά να καθιερωθεί ως ηγέτιδα δύναμη της γηραιάς ηπείρου και μια από τις ηγέτιδες δυνάμεις του κόσμου, στηρίζοντας τη φιλοδοξία της αυτή όχι μόνο στην οικονομική ισχύ της και το υψηλό επίπεδο των επιστημόνων, τεχνικών και τεχνοκρατών της, αλλά και στην άριστη υποτίθεται οργάνωση του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα της, στην απαράμιλλη πειθαρχία των εργαζομένων της και στον οφειλόμενο, απόλυτο εννοείται σεβασμό προς τους νόμους και τις πανανθρώπινες ηθικές αξίες.
Τη φιλοδοξία της να ηγεμονεύσει σήμερα σ’ ένα τμήμα του κόσμου, η Γερμανία επιχειρεί αυτοπαρουσιαζόμενη ως πρότυπο και επιφυλάσσοντας εις εαυτήν τον ρόλο «εισαγγελέως» για την τήρηση του Νόμου, της τάξης και των ηθικών κανόνων που η ίδια όμως έχει αποδειχθεί ότι ενίοτε δεν σέβεται.
Στο πλαίσιο αυτό, η Γερμανία εμφανίζεται πολλές φορές να καταγγέλλει πολιτικές άλλων κρατών που βλάπτουν πρώτα απ΄ όλα όμως τα ίδια αυτά κράτη και δεν εμπεριέχουν τη δολιότητα να ζημιώσουν άλλους λαούς.
Τον αλαζονικό αυτό ρόλο της κορύφωσε η Γερμανία την τελευταία τριετία εναντίον της Ελλάδας, με αφορμή την ελληνική οικονομική κρίση, καταγγέλλοντας δια των προπαγανδιστών ή και επισήμων κύκλων της τον Ελληνικό λαό, για καταναλωτισμό και τεμπελιά και τον πολιτικό μας κόσμο για έλλειψη αξιοπιστίας.
Υστέρηση
Εδώ όμως ισχύει η παροιμία «δάσκαλε που δίδασκες». Πολύ περισσότερο μάλιστα που η ελληνική υστέρηση (αν υπάρχει) αποτελεί πταίσμα μπροστά στη γερμανική υστέρηση που δεν στοιχειοθετείται μόνο από το σκάνδαλο της VW που στρέφεται εναντίον του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης ζωής.
Ας μην λησμονείται ότι 149 ανθρώπινες ζωές υπήρξαν πριν μερικούς μήνες θύματα ενός πιλότου της γερμανικής αεροπορικής εταιρείας Germanwings (“Γερμανικά φτερά”), θυγατρικής της Lufthansa, ο οποίος έριξε το αεροσκάφος που πιλοτάριζε στις γαλλικές Άλπεις. Ο ελεγκτικός μηχανισμός της εταιρείας εγνώριζε ότι ο πιλότος διακατέχονταν από ψυχολογικά προβλήματα, διότι παλαιότερα του είχε χορηγήσει άδεια για τον λόγο αυτό!
Τέτοιου είδους συμβάντα (ρύποι VW, πτώση αεροσκάφους της Germanwings) αποκαλύπτουν υστέρηση του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα της Γερμανίας, τουλάχιστον σε ζητήματα ελέγχου, που αφορούν μάλιστα την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής, καθιστούν μύθο τη γερμανική «τελειότητα» και προσδίδουν σε όσα εξ αυτών είναι εσκεμμένα (ρύποι VW) την τάση εξαπάτησης των ανταγωνιστών και καταναλωτών των γερμανικών προϊόντων, σε εποχή που οι πολιτικοί ηγήτορες της Γερμανίας εμφανίζονται σε όλα τα ευρωπαϊκά και διεθνή fora διαπρύσιοι κήρυκες του ανταγωνισμού, κατακεραυνώνοντες τον αθεμίτως επιδιωκόμενο.
Ο νεοναζισμός
Διαπιστώνεται όμως και υστέρηση του γερμανικού κράτους σε ζητήματα αποτελεσματικής θεραπείας παθογενειών του παρελθόντος, όπως αποδεικνύεται δυστυχώς από την ύπαρξη νεοναζιστικών φωλεών, από τις οποίες εξέρχονται κατά καιρούς στίφη νέων, διακατεχομένων από την εγκληματική ιδεολογία του Χίτλερ, απειλούντων την κοινωνική γαλήνη της γερμανικής κοινωνίας και προσβαλλόντων το γερμανικό γόητρο διεθνώς, ιδιαίτερα στις μέρες μας, με σημαντικότερα θύματα τους εκ της Μέσης Ανατολής πρόσφυγες που καταφεύγουν στη Γερμανία, θεωρούντες τη χώρα αυτή ως τον «επί της γης παράδεισο». Αλλά και άτομα ξένων μειονοτήτων, ακόμη και δεύτερης γενιάς, που αγωνίζονται τον τίμιο αγώνα για την επιβίωσή τους και για την ανάπτυξη και το μεγαλείο της Γερμανίας, τα οποία ζουν με το άγχος των εναντίον τους επιθέσεων από μέλη ομοφοβικών, περιθωριακών και νεοναζιστικών ομάδων.
Η συμπεριφορά αυτή, των νεοναζιστικών κυρίως ομάδων, οφείλεται αναμφισβήτητα στο ότι η εκστρατεία για την αποναζιστικοποίηση της Γερμανίας, που διεξήχθη μετά την ήττα του Γ’ Ράιχ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν προχώρησε «μέχρι το κόκκαλο». Δεν είχε το απαραίτητο βάθος. Έτσι, πολλοί χιτλερικοί, που είχαν κάποιο ρόλο στην επιβολή του ναζισμού στη Γερμανία, είτε παρέμειναν ατιμώρητοι, είτε η τιμωρία τους δεν ήταν ανάλογη της εγκληματικής-πολιτικής τους δραστηριότητας, με συνέπεια να επαναδραστηριοποιηθούν με την πάροδο των ετών.
Η αποναζιστηκοποίηση (entnazifizierung) έχει σχέση και με το θέμα μας διότι η VW υπήρξε από τις επιχειρήσεις που βοήθησαν τον Χίτλερ στον πολεμικό αρμαγεδώνα του, μεταφέροντας με τα υδρόψυκτα οχήματά της άνδρες της «Βέρμαχτ» στη Μόσχα, στο Παρίσι και στην Αθήνα και θα έπρεπε ως εκ τούτου, οι ιδιοκτήτες της να υποστούν τις συνέπειες, μια από τις οποίες έπρεπε να είναι η εθνικοποίηση της εταιρείας και η αλλαγή του ονόματός της, όπως συνέβη στην Ελλάδα, μετά την πτώση της χούντας, με την εξαγορά από το Δημόσιο της ESSO-Papas και τη μετονομασία της σε ΕΚΟ.
Αυτό έπρεπε να γίνει με όλες τις γερμανικές μεγάλες βιομηχανίες που στήριξαν την πολεμική προσπάθεια του Χίτλερ, ή έστω χρησιμοποιήθηκαν απλώς από αυτόν.
Η ελληνική εμπειρία
Υστέρηση όμως του γερμανικού κράτους διαπιστώνεται και στην υποχρέωσή του να προλάβει δόλιες συμπεριφορές επιχειρήσεών του και μάλιστα κολοσσών, εναντίον των συμφερόντων φίλιων και συμμάχων κρατών, όπως η Ελλάδα και ξένων υπηκόων, όπως οι Έλληνες, που επιδεικνύουν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη προς τα προϊόντα της γερμανικής βιομηχανίας, συμπεριλαμβανομένης της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας.
Λησμονείται μήπως η σύμβαση για την πώληση στην Ελλάδα, από τη γερμανική Wegmann, των πυροβόλων όπλων ΡΖΗ;
Για να ευνοηθεί η γερμανική εταιρεία δόθηκαν μίζες σε Έλληνες αξιωματούχους.
Είναι αξιοσημείωτο, ότι οι Γερμανοί «συνομιλητές» των Ελλήνων αξιωματούχων δεν διώκονται στην πατρίδα τους για δωροδοκία, αλλά για φοροδιαφυγή, διότι απέκρυψαν την εκ μέρους τους δωροδοκία των εαυτών τους, κρατήσαντες κρυφά στην τσέπη τους ένα μέρος της μίζας που προοριζόταν για τους Έλληνες αποδέκτες της.
Αυτό όμως σημαίνει ότι το γερμανικό δημόσιο κλείνει τους οφθαλμούς σε ζητήματα διαφθοράς από τα οποία ωφελείται ο γερμανικός ιδιωτικός τομέας, στις περιπτώσεις συναλλαγής με το εξωτερικό. Και τιμωρεί τους υπηκόους του μόνο εφόσον βλάπτουν το γερμανικό κράτος (φοροδιαφυγή).
Δεν είναι μακριά οι ημέρες κατά τις οποίες στεντόρειες υψώνονταν διαμαρτυρίες για υποβρύχιο, γερμανικής κατασκευής, που παραδόθηκε στο Ελληνικό κράτος ελαττωματικό και εδημιουργείτο εξ αυτού η εντύπωση ότι “η ελληνική αγορά” είναι υποχωρητική και έτοιμη να δεχθεί οτιδήποτε στραβό και άχρηστο της πλασάρεται, αρκεί να δωροδοκηθούν αρμόδιοι αξιωματούχοι.
Όπως δεν ανήκει στο μακρινό παρελθόν ο θόρυβος που σάρωσε την Ελλάδα για τις σχέσεις εκπροσώπων της γερμανικής βιομηχανίας Siemens, που ενεργούσε μέσω εκπροσώπων της με Έλληνες πολιτικούς και ελληνικά κόμματα, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της και σε βάρος των συμφερόντων του ελληνικού δημοσίου.
Η ευθύνη για ό,τι συνέβη με τις παραβατικές συμπεριφορές των γερμανικών επιχειρήσεων δεν βαρύνει μόνο τους συναλλαγέντες μαζί τους, αλλά και αυτή την ίδια την γερμανική πλευρά, περισσότερο μάλιστα αυτήν, ως έτοιμη να συνεργήσει, ακόμη και να έχει την πρωτοβουλία στη διάπραξη εγκλήματος διαφθοράς.
Ανάληψη ευθυνών
Αναφέρθηκαν τα παραπάνω όχι από λόγους χαιρεκακίας για ένα κράτος οι πολιτικοί του οποίου στρίμωξαν πιεστικά τον τελευταίο καιρό τους Έλληνες, αλλά για να υπομνησθεί σ΄ ένα λαό, που έχει το ελάττωμα να ακολουθεί τυφλά την εν γένει ηγεσία του, ότι πρέπει να σταματήσει να διαπράττει το ίδιο λάθος συνεχώς, διότι ο κίνδυνος να βρεθεί προ της οριστικής καταστροφής του δεν έχει εκλείψει.
Οφείλει ο λαός αυτός ν΄ αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στην Ιστορία και στην Ανθρωπότητα. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, της VW, οφείλει να μην ικανοποιηθεί με την απομάκρυνση τριών-τεσσάρων στελεχών της, αλλά να απαιτήσει την τιμωρία όλων των συνεργών στο έγκλημα της ρύπανσης του περιβάλλοντος που δεν στρέφεται μόνο κατά της ζωής των Αμερικανών ή των Ινδών πολιτών, αλλά και κατά των ιδίων των Γερμανών υπηκόων και των Ευρωπαίων πολιτών. Όλης της Ανθρωπότητας. Και ακόμη, να ζητήσει και πολιτικές ευθύνες από τους αρμόδιους Γερμανούς κυβερνητικούς εάν αποδειχθεί τελικά ότι το Γερμανικό δημόσιο εγνώριζε. Παρόμοιες ευθύνες πρέπει ν’ αναζητηθούν και από κοινοτικούς αξιωματούχους εάν επιβεβαιωθεί η πληροφορία ότι οι Βρυξέλλες “εγνώριζαν”, αλλά σιωπούσαν.
*Ο Τίτος Ιωαν. Αθανασιάδης είναι δημοσιογράφος

