Του Αντώνη  Σανουδάκη-Σανούδου Επίκουρου καθηγητή Ιστορίας, συγγραφέα

Είναι σημαντική για τη μουσική παράδοση του Πισκοπιανού και των τεσσάρων χωριών της Χερσονήσου, τη μουσική παράδοση της Κεντρικής και Ανατολικής Κρήτης, αλλά και όλου του νησιού, η κυκλοφορία της νέας μουσικής δημιουργίας, το νέο C.D., του συντοπίτη μας, Μανώλη Λαρεντζάκη.

Τον Μανώλη, που οι συντοπίτες του των τεσσάρων χωριών της Χερσονήσου τον καμαρώνουμε και είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτόν, γιατί αποτελεί την κορύφωση της μουσικής μας παράδοσης, και στο πρόσωπό του συνταιριάζεται η υψηλή τέχνη και η δεξιότητα στο λαούτο του, με τη σπάνια και εξαιρετική του φωνή.

Ας μου επιτραπεί ένα μικρό ανασκάλεμα της μνήμης στην τοπική μουσική μας παράδοση, της οποίας κύριος εκπρόσωπός της σήμερα είναι ο Μανώλης Λαρεντζάκης.

Με πολύ σεβασμό, λοιπόν, θα αναφερθώ σε μερικούς που προηγήθηκαν ή υπήρξαν σύγχρονοί του.

Στη Μεγάλη Χερσόνησο, όπως διηγούντανε οι παππούδες μας, στις αρχές του 20ου αιώνα διασκέδαζαν με τη λύρα τού μπάρμπα Μανώλη Λυραράκη, της θειας Ανεζίνας, όπως ήταν γνωστός. Τα βράδια του γλεντιού, τον ανέβαζαν σε ένα δέντρο της μεγάλης Πλατείας και διασκέδαζε όλο το χωριό.

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’40, αρχές του ’50, γνωστός για το έντεχνο μαντολίνο του και τις μελωδικές καντάδες του ήταν ο Μιχάλης Καστρινάκης ή φιλαράκος.

Την ίδια περίοδο, σε εκδηλώσεις του χωριού, γνωστός ήταν και ο βοσκός Πέτρος Τωράκης, με τη μνημειώδη ασκομαντούρα του.

Λίγο πριν να πεθάνει και ενώ τα χέρια του και οι πνεύμονές του δεν υπάκουαν λόγω γήρατος, στις αρχές του ’70 έγινε μια απλή καταγραφή, για την ιστορία της Λαογραφίας, από τον γράφοντα, η οποία κατατέθηκε στο «Μουσείο Λυχνοστάτης» του Λιμένος Χερσονήσου, μαζί με λαογραφικό υλικό και άλλων συγχωριανών.

Άτυχος στάθηκε ο Κωστής Εμμ. Σανουδάκης, βιολάτορας, που έμαθε όργανο πριν από την Κατοχή στον Μοχό, πιθανόν κοντά στον μεγάλο λυράρη Αντώνη Κουρούπη, που ίσως έπαιζε πρώτα βιολί ή από κάποιον άλλο Μοχιανό βιολάτορα. Την περίοδο της Κατοχής διασκέδαζε τους φίλους και συντρόφους του στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ Χερσονήσου, αλλά έφυγε δολοφονημένος στα 23 του χρόνια, το 1946, από παρακρατικούς.

Κατά τα νεότερα χρόνια, η οικογένεια των Καστανάκηδων, γενιά καλλίφωνη και μελωδική, ασχολήθηκε καθαρά ερασιτεχνικά με το μαντολίνο, όπως ο Γιώργης Εμμ. Καστανάκης ή «Κουτσουρέλης». Νέο σπουδαίο ταλέντο, σύγχρονο, είναι ο Τάσος Μπαγουράκης, πολύ νωρίς φτασμένος λυράρης, από οικογένεια λυράρηδων, ο παππούς του Ανέστος, που ελπίζω και εύχομαι να μην τον απορροφήσουν οι άλλες επαγγελματικές ασχολίες, αλλά να αξιοποιήσει την τέχνη και την ποιότητά του. Σπουδαία, μάλιστα, μαντιναδολόγος είναι από τη Χερσόνησο και η Γιάννα Δανελάκη, από τις διακεκριμένες σήμερα στην Κρήτη.

Ερασιτέχνης βιολάτορας, για τις φιλικές του συντροφιές είναι ο Λευτέρης Βασιλάκης, με πολύ μεράκι στο παίξιμό του.

Μελωδικός λυράρης και ψάλτης είναι ο Γιάννης Πετράκης και είναι κρίμα που τα άφησε και τα δύο νωρίς.

Εξαιρετικός κατασκευαστής μουσικών οργάνων της Κρήτης είναι ο Αριστείδης Παπουτσάκης, που εκτός των άλλων είναι εφευρέτης ειδικής τεχνικής αύξησης της μουσικότητάς τους.

Στα τρία άλλα χωριά της Χερσονήσου, ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στον σπουδαίο λυράρη, με εξαιρετικό ταλέντο και δεξιοτεχνία, τον Πολύδωρο Παρλαμά. Με πολλή χαρά πληροφορήθηκα τελευταία από τον γιο του Δαυίδ ότι είναι καλά και ότι αγκαλιάζει ακόμη ερωτικά τη λύρα του, έστω πλέον για τον εαυτό του και τα συγγενικά του πρόσωπα.

Σημαντικός λαουτιέρης, επαγγελματίας, με φωνή ανδροπρεπή που έβγαζε κέφι στο γλέντι ως το τέλος της ζωής του, στο Ηράκλειο, το Λασίθι και σε άλλες περιοχές ήταν ο Γιώργης Παπουτσάκης ή Μπαντάτης.

Αξίζει, όμως, να αναφέρουμε δυο άλλους τοπικούς λυράρηδες, που συνέχισαν την τοπική λαϊκή παράδοση, τον Αντώνη Παρλαμά και τον Κωστή Τραπιεράκη, ζητώντας συγγνώμη αν κάποιοι άλλοι διέλαθαν της προσοχής και της μνήμης μου.

Ο Μανώλης Λαρεντζάκης, λοιπόν, δεν είχε μόνο παρακαταθήκη τα τοπικά ακούσματα, αλλά και των γειτονικών χωριών, του Μοχού, της Επισκοπής με τον μεγάλο βιολάτορα Ηρακλή Σταυρουλάκη, της Λαγκάδας και των Πρωτομαστόρων της Κρήτης.

Και κάτι, επίσης, προσωπικό του Μανώλη. Η μακαρίτισσα η μάνα του Ευθυμία, φιλενάδα της δικής μου μάνας, Ειρήνης, όπως μου έλεγε, ήταν καταπληκτική τραγουδίστρια στις παιδικές και νεανικές τους συντροφιές, στις ξωτάρικες δουλειές, στο θερισμό, στο αλώνισμα, στη συλλογή χαρουπιών. Είναι τυχερός ο Μανώλης που είχε τέτοια ακούσματα από μια τόσο καλλικέλαδη μάνα.

Ο Μανώλης Λαρεντζάκης δεν σταμάτησε όμως στην παράδοση και τα ακούσματα που είχε. Με το σπάνιο φωνητικό του ταλέντο, τη συνθετική του ικανότητα και την άρτια τεχνική του κατάρτιση στο λαούτο, είναι από τους κύριους εκφραστές και εκπροσώπους της Πεδιαδίτικης, της Ηρακλειώτικης τεχνοτροπίας και γενικά της Κρήτης.

Χωρίς να διεκδικώ την ιδιότητα του μουσικοκριτικού, αλλά με τη γνώση μου της βυζαντινής μουσικής, μπορώ να εκφράσω την άποψή μου, μια και η κρητική μουσική, όπως και η λαϊκή μαζί με τη βυζαντινή εκκλησιαστική είναι παιδιά της αρχαίας ελληνικής μουσικής.

Ο Λαρεντζάκης, λοιπόν, είναι αναμφίβολα υψηλής ποιότητας μουσικός, τραγουδιστής και λαουτιέρης, που φέρνει στον νου τον στίχο του Βιτσέντζου Κορνάρου στον Ερωτόκριτο: «έπαιρνε το λαούτο του και σιγανοπερπάτει».

Διαθέτει δε μια τεχνοτροπία που αποφεύγει το σκληρό, ορεινό παίξιμο άλλων περιοχών ή τους ανούσιους θεατρινισμούς που δημιουργούν ψευδεπίγραφες εντυπώσεις. Ο Λαρεντζάκης συνδυάζει τη μουσικότητα της Πεδιάδας, σε συγκερασμό με τη δυναμικότητα τής άλλοτε γαλήνιας, άλλοτε φουρτουνιασμένης θάλασσας και τον δροσερό αορίτικο αέρα, που, όταν χρειαστεί, γίνεται καταιγίδα. Συνταιριάζει, δηλαδή, το αρχοντικό με το μελωδικό, όπως είναι και ο Κρητικός, ευγενής άρχοντας και επαναστάτης. Στοιχεία που διέθεταν και οι κατά καιρούς λυράρηδες με τους οποίους συνεργάστηκε.

Μάλιστα, όταν κανείς παρατηρεί το παίξιμό του, βλέπει την πέννα του να χαϊδεύει, να κανακεύει, μία-μία τις χορδές, κατά το Πεδιαδίτικο παίξιμο, χρησιμοποιώντας τις συγχορδίες της Δυτικής Κρήτης μόνο κατά περίσταση. Είναι, λοιπόν, μελωδικά και συνάμα μεθυστικά και όταν χρειαστεί οργιαστικά, αρχαιοελληνικά τα ηχοχρώματά του.

Αφού του ευχηθώ υγεία, πλούσια και ποιοτική, μελλοντική παραγωγή, καλή επιτυχία και καλοτάξιδο το νέο του C.D., θα ήθελα να εξωτερικεύσω και ένα προσωπικό μου στοιχείο. Το παίξιμό του το ρέγομαι, είναι μέσα στην καρδιά μου, όπως και στους πολυπληθείς θαυμαστές του.

Ειδικά μια από τις πολλές μελοποιημένες μαντινάδες του που με θέλγει και μου την έχουν «κολλήσει» και οι φίλοι μου είναι:

«Εγώ ’μαι ο μαύρος φρόνιμος, μα ’ναι τρεζή η καρδιά μου

και κείνησας φρουκάζομαι και σ’ αγαπώ, κερά μου».