Της Εύης Μουρέλλου*

Δεν μπορεί να νοηθεί δημοκρατία δίχως να λαμβάνει μέρος στα κοινά ο κάθε πολίτης μεμονωμένα. Όπως αναγράφεται στο σύνταγμα, οι εξουσίες πηγάζουν απ’ το λαό και ασκούνται υπέρ αυτού, πράγμα που από μόνο του επιδεικνύει την αναγκαιότητα συμμετοχής των ατόμων που απαρτίζουν την κοινωνία μας, σε ό,τι αφορά εκείνη και κατ’ επέκταση τους ίδιους.

Εντούτοις, το άτομο τιμά και ανταποδίδει το χρέος που έχει απέναντι στις τόσες μάχες που δόθηκαν για να χαίρει του δικαιώματος της ελευθερίας σε κάθε τομέα της ζωής του με τον χειρότερο τρόπο : μέσω της πλήρους απαξίωσης και παραίτησης απ’ τα κοινά.

Δεν αισχύνεται να επιτρέπει στον κάθε «άλλο» να αποφασίζει για την τύχη του, την στιγμή μάλιστα που η κάθε ληφθείσα απόφαση, ακόμη και η μικρότερη, έχει άμεσο αντίκτυπο σε κάθε φάσμα της καθημερινότητας και, κατά συνέπεια, της ζωής του εν γένει.

Κάπου χάθηκε το ενδιαφέρον, κάπου το παλαιότερα ανήκουστο μετετράπη σε δεδομένο, και μεμιάς όλα θεωρούνται εύκολα και ανάξια λόγου.  Έμαθε ο κόσμος το εύκολο, κι τώρα του ‘ναι δύσκολο να γυρίσει πίσω στον προβληματισμό και την κριτική σκέψη.  Πλέον σημασία έχει το μέρος που θα διαλέξει ο κάθε ένας  για τον καφέ και το ποτό του, αλλά η πληροφόρησή του όσον αφορά το πολιτικό γίγνεσθαι της εποχής μας περνάει πλήρως αδιάφορη.  Άλλωστε, έγινε συνήθεια να αντιμετωπίζονται όλα με ειρωνική διάθεση. Εσύ κι εγώ, λένε, θα αλλάξουμε τον κόσμο; Ο κόσμος αλλάζει μόνος του, υποστηρίζουν, άρα η δική τους συμβολή, η δική τους συνεισφορά, δεν έχει καμιά ουσία και δεν είναι αναγκαία. Ακόμη διερωτώμαι πως κατορθώνουν να κοιμούνται την νύχτα γνωρίζοντας πως άφησαν το μέλλον τους, το μέλλον της οικογένειας και των ανθρώπων γύρω τους, στα χέρια τρίτων, οι οποίοι ενδέχεται να τέρπονται απ’ αυτόν τον πόνο και την εξαθλίωσή. Δεν είναι όλος ο κόσμος καλός, ισχυρίζονται συνέχεια, μα αυτή την επίφοβη και επιφανειακή καλοκαγαθία του εμπιστεύονται τελικά. Και μετά, βολεμένοι απ’ την απόσταση που επέβαλαν οι ίδιοι στους εαυτούς τους, δεν χαμηλώνουν το βλέμμα σε ένδειξη μεταμέλειας για την αδράνειά τους. Σηκώνονται και κατηγορούν και βροντοφωνάζουν  πως οι ίδιοι θα έπρατταν αλλιώς, θα σκεφτόντουσαν διαφορετικά, θα, θα ,θα.

Όσο δεν αφήνουν στην άκρη τις ευθυνοφοβίες και μιλάνε για βάρος συνείδησης, μου φαίνονται αδαείς. Οι τύψεις, το επακόλουθο αυτό της ραθυμίας τους, δηλαδή, δεν τους βαραίνουν; Δεν τις κουβαλάνε στο νου τους, αναρωτιέμαι, αλλά απλά τις προσπερνούν; Δεν γνωρίζω τι ευχαρίστηση δύναται να προσφέρει η συνειδητή επιλογή της απραξίας και της νωθρότητας, αλλά θεωρώ πως δεν συγκρίνεται με εκείνη της ενεργούς συμμετοχής στα όσα διαδραματίζονται γύρω μας και έχουν στην τελική στο κέντρο τους εμάς τους ίδιους.

Σηκωθείτε, λοιπόν, από την καρέκλα σας. Διαβάστε ένα βιβλίο, ξεφυλλίστε μια εφημερίδα, ενημερωθείτε για την επικαιρότητα. Ξεκινήστε συζητήσεις με τα άτομα γύρω σας, προβάλλετε το επιχείρημά σας κι ακούστε προσεκτικά τα δικά τους.

Τολμήστε να επιζητήσετε την γνώση κι να ανακαλύψετε την αλήθεια. Μόνο μην παραμείνετε στο βάλτο της εκ προθέσεως οκνηρίας. Κι αν δεν το κάνετε για εσάς, αν δεν το κάνετε για εμένα, κάντε το για το μέλλον των ατόμων που αγαπάτε, για τον κόσμο που θα φέρετε τα παιδιά σας. Η γνώση είναι δύναμη. Και το ενδιαφέρον και η συμμετοχή του κάθε ανθρώπου στα κοινά είναι αυτά που τον καθιστούν τελικά, σε μεγάλο βαθμό, σωστό και συνάμα υπεύθυνο πολίτη.

* Η Εύη Μουρέλλου είναι φοιτήτρια Φιλολογίας