Τα χρόνια εκείνα τα παλιά ήταν τόσο ωραία
που οι γείτονες εσμίγανε το βράδυ στη βεγγέρα
Έξω από το σπίτι τους χτίζανε ένα πεζούλι
και μαζευότανε εκεί, μικροί, μεγάλοι, ούλοι
Κουβέντιαζαν συνέχεια για τα γεωργικά τους
για τις ελιές, τ’ αμπέλια τους και τα κηπευτικά τους.
Το φεγγαράκι από ψηλά το φως του θα σκορπίσει
και τ’ αεράκι που φυσά εκείνους θα δροσίσει
Η ώρα όπως πέρασε, θα πάνε να πλαγιάσουν
το κουρασμένο σώμα τους θέλουν να ξεκουράσουν.
Τα πάντα τώρα άλλαξαν, μένουν οι αναμνήσεις
στο σπίτι μέσα κλείνονται κι ακούνε τις ειδήσεις.
Κι ακούν μόνο δυσάρεστα, ευχάριστα κανένα
λύπη, απογοήτευση φέρνουνε στον καθένα.
Αν θα μπορούσα θα ‘θελα οπίσω να γυρίσω
τις όμορφες αυτές βραδιές πάλι να ξαναζήσω.
Καλλιρρόη Θεριάκη-Κουφάκη

