Σε μέγγενη πιέσεων βρέθηκε χθες το Χρηματιστήριο της Αθήνας με αποτέλεσμα παρά τον ιδιαίτερα χαμηλό τζίρο, να καταγράψει τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση από τα τέλη Αυγούστου.
Από τη μια το διεθνές ντόμινο που προκάλεσε στις κεφαλαιαγορές το σκάνδαλο της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας Volkswagen, από την άλλη οι ενδογενείς πιέσεις που πυροδότησε ο νέος κύκλος διαρροών για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των ελληνικών τραπεζών στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης, οδήγησαν την αγορά να εγκαταλείψει άρον-άρον τις προσπάθειες υπέρβασης των 700 μονάδων και προσγείωσαν απότομα τον Γενικό Δείκτη στις 677,47 μονάδες με απώλειες 2,32%.
Όσο η αγορά διατηρείται πάνω από την περιοχή των 650-670 μονάδων που ισοδυναμούν με ποσοστά διόρθωσης κατά 38,2% και 23,6% της τελευταίας ανοδικής κίνησης, πολλοί αναλυτές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν κάθε υποχώρηση ως διόρθωση και εκτιμούν πως η βραχυπρόθεσμη ανοδική τάση δεν απειλείται.
Αρκετοί αναφέρονται και στα "μεθεόρτια" των εκλογών, σχολιάζοντας πως η αγορά προεξόφλησε εν πολλοίς το προηγούμενο διάστημα τον άμεσο σχηματισμό κυβέρνησης και τώρα για κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι να διαφανούν οι προθέσεις και οι δυνατότητες της νέας κυβέρνησης ως προς τις δεσμεύσεις του μνημονίου, είναι εύλογο να εκδηλωθούν πιέσεις κατοχύρωσης κερδών μετά τις σημαντικές υπεραξίες κέρδη που καταγράφηκαν μετά τα χαμηλά του Αυγούστου στις περισσότερες μετοχές.
Η υποχώρηση των μετοχών είχε πάντως γενικευμένα χαρακτηριστικά χθες, και είναι ενδεικτικό πως από τη μεγάλη κεφαλαιοποίηση αξιόλογα κέρδη κατάφερε να καταγράψει μόνο ο τίτλος της ΕΧΑΕ που έκλεισε με άνοδο 2,78% στα 5,55 ευρώ και αυξημένο όγκο συναλλαγών 241.000 τεμαχίων. Η Jumbo και η Αεροπορία Αιγαίου διατήρησαν απλώς το θετικό πρόσημο στο κλείσιμο με οριακή άνοδο 0,50%.
Στον αντίποδα, ο τραπεζικός κλάδος δέχθηκε νέες ισχυρές πιέσεις (-8,97%) με αφορμή τις πληροφορίες ότι η ΕΚΤ επιδιώκει αυξήσεις μαμούθ στις τράπεζες, διευρύνοντας τις απώλειες του στο -20% από τα προχθεσινά υψηλά του. Τόσο το ύψος των επερχόμενων αυξήσεων κεφαλαίου όσο και η μέθοδος η οποία θα επιλεγεί για να καλυφθούν οι ανάγκες, είναι παντελώς άγνωστες στην αγορά, με τη φημολογία να ποδηγετεί σε αυτή τη συγκυρία τις αποτιμήσεις των τραπεζών, αν και αποτελεί κοινή εκτίμηση πως το βαθύ dilution για τους υφιστάμενους μετόχους δύσκολα θα αποφευχθεί. Υπό το πρίσμα αυτό η συγκριτικά πιο αδύναμη συμπεριφορά αποτυπώνεται στην πορεία των μετοχών της Eurobank και της Πειραιώς οι οποίες βρίσκονται πολύ κοντά στα φετινά χαμηλά τους και xθες κατέγραψαν τις μεγαλύτερες απώλειες (10,8% και 11,2% αντίστοιχα), ενώ διψήφια ήταν η πτώση και για την Alpha Bank (-10,6%) η οποία εντούτοις προέρχεται από άνοδο της τιμής της πάνω από 170% το τελευταίο δίμηνο. Μικρότερες ήταν οι απώλειες για την Εθνική (-6,56%) η οποία έχει πλέον την ίδια κεφαλαιοποίηση με αυτή της Alpha στα 1,8 δισ. ευρώ.

