
Η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, με διαφορά 7.5 μονάδες από τη ΝΔ (35.5% έναντι 28%) και με διαφορά 0.8 της μονάδας από το 36.3% που πήρε το κόμμα του κ. Τσίπρα στις 25 Ιανουαρίου του 2015, πριν οκτώ μήνες δηλαδή, εξέπληξε τους πάντες, εντός και εκτός Ελλάδος, ως προς το εύρος της. Κι αυτό, διότι 30 πρώην βουλευτές του, υπό την ηγεσία του Παναγιώτη Λαφαζάνη αποχώρησαν από τις τάξεις του πριν από τις εκλογές και ίδρυσαν ένα νέο κόμμα, τη Λαϊκή Ενότητα, που αναμένονταν ότι θα έπληττε σε μεγάλο βαθμό τον ΣΥΡΙΖΑ από τα αριστερά.
Όμως το ποσοστό που έλαβε η ΛΑ.Ε (2.9%) δεν προκάλεσε σοβαρή ζημιά στον ΣΥΡΙΖΑ. Μπορούμε, έτσι να υποθέσουμε, ότι εάν δεν διεσπάτο ο ΣΥΡΙΖΑ, θα ελάμβανε 38.4%, ήτοι 2.1 μονάδες περισσότερες από το ποσοστό που πέτυχε τον Ιανουάριο του 2015!

Συνυπολογίζοντας το 5.6% του ΚΚΕ, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το 44% περίπου του εκλογικού σώματος, στην παρούσα περίοδο, είναι τοποθετημένο μεταξύ κεντροαριστεράς και αριστεράς, στην οποία πρέπει να προσθέσουμε και τα ποσοστά των εκτός Βουλής αριστερών κομματιδίων.
Από το 35.5% ωστόσο του ΣΥΡΙΖΑ, περίπου το 30% προέρχεται από το παλιό ΠΑΣΟΚ και μόνο 5% έχει προέλευση από την αρχική «δεξαμενή» του. Η προέλευση όμως των 30 μονάδων του ΣΥΡΙΖΑ από το παλιό ΠΑΣΟΚ φαίνεται ότι έχει σταθεροποιηθεί.
Κατά τούτο ο πολιτικός χάρτης της χώρας έχει μεταβληθεί σημαντικά σε σχέση με παλαιότερες εποχές.
Από την άλλη πλευρά, 48% του εκλογικού σώματος παραμένει πιστό στην αστικής φύσεως δημοκρατία, την οποία στηρίζουν διάφοροι κομματικοί σχηματισμοί, όπως ΝΔ, ΠΑΣΟΚ (ως Δημοκρατική Συμπαράταξη), ΠΟΤΑΜΙ, «Ένωση Κεντρώων» και ΑΝ.ΕΛ, παρότι οι τελευταίοι συνεργάζονται στην Κυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ενώ η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ αποτελεί άμεση απειλή γιαυτήν.
Μετατόπιση ψηφοφόρων
Οι λόγοι της μετατόπισης του εκλογικού σώματος προς την κεντροαριστερά και την αριστερά, αναφέρονται κυρίως στην αποτυχία της δεξιάς και κεντροδεξιάς παράταξης στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, με τον υπέρμετρο εξωτερικό δανεισμό, τη διαφθορά, το πελατειακό κράτος, την ανεργία και εν τέλει την χρεωκοπία και αναξιοπιστία του πολιτικού κόσμου.
Η μετατόπιση μάλιστα αυτή αποτελεί σταθερή παράμετρο, εάν ληφθεί υπόψη ότι κατά το 7μηνο της διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα αυτό, αν και αριστερό, ακολούθησε δεξιογενή πολιτική, σε μεγάλο βαθμό, υπογράφοντας ένα φοβερό μνημόνιο, φοβερότερο από τα δύο προηγούμενα. Μνημόνιο με το οποίο προβλέπεται η λήψη σκληρών νεοφιλελεύθερων μέτρων.
Εάν η μετατόπιση προς τα αριστερά δεν ήταν σταθερή, μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, του Ιανουαρίου του 2015, θα τον εγκατέλειπε την Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου, αποδοκιμάζοντάς τον με την ψήφο του.
Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη.
Η σταθεροποίηση της μετατόπισης του εκλογικού σώματος προς την κεντροαριστερά και την αριστερά οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην μεταβολή της κοινωνικής και κυρίως της εισοδηματικής διαστρωμάτωσης του Ελληνικού λαού, αφού η οικονομική πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων κατέστησε μεγάλα τμήματά του φτωχότερα και αναξιοπαθέστερα.
Φτωχότεροι κατάντησαν και πολλοί αστοί, οι περισσότεροι από τους οποίους γονάτισαν οικονομικά από την φορολογία που πλήττει τα εισοδήματά τους, ενώ και χιλιάδες μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να κλείσουν.
Πέραν αυτού, οι εκλογείς ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ την περασμένη Κυριακή, κατά ένα απρόβλεπτα μεγάλο ποσοστό, παρότι το κόμμα αυτό αποφάσισε την πολιτική της συνέχισης της λιτότητας και των μνημονίων, προφανώς διότι θεώρησαν, ότι καταλληλότερος να χειριστεί την εφαρμογή του τρίτου μνημονίου είναι αυτός που το διαπραγματεύτηκε. Αυτός που ανέλαβε την ευθύνη της υπογραφής του μνημονίου, αυτός θα έπρεπε να αναλάβει και την ευθύνη της εφαρμογής του.
Προς την κατεύθυνση αυτή οδηγούσε και ένα από τα πιο προβεβλημένα συνθήματα του ΣΥΡΙΖΑ, που δήλωνε ότι ψήφισε το μνημόνιο εξ αναγκαιότητος και παρότι δεν πίστευε σ΄ αυτό! Και πρόσθετε ότι ο επικεφαλής του ήταν ο μόνος κατάλληλος να το εφαρμόσει.
Η διάψευση των δημοσκοπήσεων
Το αποτέλεσμα των εκλογών αποτελεί ηχηρή διάψευση των δημοσκοπήσεων για δεύτερη φορά εντός τριών μηνών, μετά την παταγώδη διάψευσή τους και για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.
Όλα σχεδόν τα γκάλοπ πριν από τις εκλογές είτε έδειχναν ισοπαλία μεταξύ των δύο πρώτων κομμάτων (ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ), είτε έδιναν πρωτοπορία στο ένα ή το άλλο, με διαφορά στήθους, σε σημείο ώστε να μιλούν όλοι για «ντέρμπι» και για «θρίλερ».
Μόνο την προπαραμονή των εκλογών, Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου, τα γκάλοπ επτά δημοσκοπικών εταιρειών, συμφώνησαν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κέρδιζε την εκλογική μάχη, με διαφορά 1.5 έως 3 μονάδες. Η ταύτιση όλων των προβλέψεων, την Παρασκευή, δημιούργησε απορίες και ερωτήματα, δεδομένου ότι τέτοια διαφορά από το δεύτερο κόμμα και τέτοια ομοφωνία πρόβλεψης δεν είχαν παρουσιαστεί κατά την προηγηθείσα προεκλογική περίοδο.
Η διάψευση των προβλέψεων, το βράδυ της Κυριακής, με διαφορά μάλιστα περίπου 7.5 μονάδων, μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, υπέρ του πρώτου, επέτρεψε τη δημιουργία πολλών βάσιμων υποθέσεων και τη συναγωγή εύλογων συμπερασμάτων.
Τα «θύματα» των δημοσκοπήσεων
Είναι γεγονός ότι η παρουσίαση από τις δημοσκοπικές εταιρείες ευρημάτων που εισηγούνταν ισοπαλία, προσέδωσε στον εκλογικό αγώνα έντονο πολιτικό χαρακτήρα, με συνέπεια την ενίσχυση και των δύο μεγάλων κομμάτων σε βάρος των μικρότερων, δεδομένου ότι η ψυχολογία της χαμένης ψήφου επιδρά, σ΄ αυτές τις περιπτώσεις σε αμφιταλαντευόμενους ή αναποφάσιστους ψηφοφόρους ή ψηφοφόρους οδεύοντες προς μικρότερα κόμματα, οι οποίοι την τελευταία στιγμή αλλάζουν άποψη και κατευθύνονται προς τα μεγαλύτερα κόμματα, ή επιστρέφουν σ΄ αυτά που κάποτε ανήκαν στις τάξεις τους.
Κυριότερα θύματα της δημοσιοποίησης των άστοχων δημοσκοπήσεων ήταν, πρώτον η Λαϊκή Ενότητα, η οποία φαίνεται ότι έχασε σημαντικό αριθμό ψηφοφόρων που όδευαν προς αυτήν από τον ΣΥΡΙΖΑ και που επέστρεψαν σ’ αυτόν. Και δεύτερον το ΠΟΤΑΜΙ, που φαίνεται ότι για τον ίδιο λόγο έχασε ψηφοφόρους του υπέρ της ΝΔ.
Με δεδομένο ότι σημαντικό μέρος των αναποφάσιστων ψηφοφόρων ήταν ψηφοφόροι της Αριστεράς και δέκα ημέρες προ των εκλογών δεν είχαν αποφασίσει προς τα πού θα κατευθυνόταν, η προβαλλόμενη από τις δημοσκοπικές εταιρείες πιθανότητα να έλθει δεύτερο κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ και κατά συνέπεια να αποδειχθεί «παρένθεση» η αριστερή κυβέρνηση του Ιανουαρίου, συνετέλεσε στο να πεισθούν οι προτιθέμενοι να αυτομολήσουν από το κόμμα του κ. Τσίπρα να παραμείνουν ή να επιστρέψουν σ’ αυτό και να παράσχουν μια δεύτερη ευκαιρία στον ηγέτη του να εφαρμόσει το πρόγραμμά του.
Η καταψήφιση της ΛΑ.Ε, από αριστερή σκοπιά κρινόμενη, μπορεί να θεωρηθεί και ως τιμωρία της, για την απόσυρση της εμπιστοσύνης της προς την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με συνέπεια αυτή να χάσει τη «δεδηλωμένη» και να καταφύγει σε εκλογές.
Από ανεξάρτητη και αμιγώς πολιτική άποψη όμως η καταψήφιση της ΛΑ.Ε μπορεί να θεωρηθεί ως αποδοκιμασία της πολιτικής της για την επιστροφή στη δραχμή. Οι πολίτες δεν διανοούνται εγκατάλειψη του ευρώ, και ένας από τους λόγους που εμπιστεύτηκαν πάλι τον Τσίπρα είναι η εμμονή του στο ευρώ.
Η αποχή
Ένα από τα χαρακτηριστικά της εκλογής της 20ης Σεπτεμβρίου 2015 είναι η αποχή. Έφθασε το 44% περίπου.
Στις εκλογές του Οκτωβρίου 2009 η αποχή ήταν 29%, τον Ιούνιο του 2012 έφτασε το 37.5% και τον Ιανουάριο του 2015 έπεσε στο 36.3%.
Η αύξηση της αποχής κατά 6 μονάδες περίπου, μέσα σε 6 χρόνια (από το 2009), μπορεί να αποδοθεί στους εξής παράγοντες:
1. Στην απογοήτευση του εκλογικού σώματος από το πολιτικό σύστημα και τους παλαιούς εκπροσώπους του και στην επιθυμία του να αποδοκιμάσει και το μεν και τους δε.
2. Στη φυγή πολλών Ελλήνων, κυρίως νέων, ως μεταναστών, στο εξωτερικό, για την ανεύρεση καλύτερης τύχης.
3. Στην αυξανόμενη αποστασιοποίηση των πολιτών, από τα πολιτικά πράγματα της χώρας τους – φαινόμενο διεθνές.
Η αύξηση πάντως της αποχής πρέπει να μας προβληματίσει, καθώς ερμηνεύεται και ως αδιαφορία για το πολιτικό γίγνεσθαι. Γεγονός επικίνδυνο, διότι η τελευταία άμυνα της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας είναι το ενδιαφέρον του πολίτη και η αποφασιστικότητά του να παρέμβει και να υπερασπιστεί τις αξίες και των δύο.
Σε μία εποχή έντονων κοινωνικών αναταραχών και ανόδου της ακροδεξιάς η αδιαφορία των πολιτών αποτελεί επικίνδυνο φαινόμενο.
Η εικόνα του κ. Τσίπρα
Στη διαμόρφωση του αποτελέσματος της περασμένης Κυριακής συνέβαλαν και επικοινωνιακοί λόγοι και κυρίως η εικόνα του Αλέξη Τσίπρα ως νέου ανθρώπου, ακμαίου και συμπαθούς.
Η νεότητα που εξέπεμπε η εμφάνισή του στην τηλεόραση, δεν τον βοήθησε μόνο ως εικόνα, αλλά απετέλεσε και πρόσθετο στήριγμα στον καταγγελτικό λόγο του κατά του παλιού πολιτικού κόσμου, τον οποίο θεώρησε υπεύθυνο της οικονομικής και ηθικής κατάρρευσης της χώρας, παρότι την τελευταία εβδομάδα είχε ν’ αντιμετωπίσει και αυτός ζήτημα ηθικής τάξεως με την αποκαλυφθείσα παλαιότερη εργολαβική δραστηριότητα υπουργού του, έστω και αν ο τελευταίος διέψευσε τις κατ΄ αυτού καταγγελίες.
Τέλος, ο κ. Τσίπρας έπεισε το εκλογικό σώμα για τις κινήσεις του το 7μηνο της διακυβέρνησης της χώρας απ΄ αυτόν και κυρίως για την προσπάθειά του να εξασφαλίσει μια συμφωνία που πρόβαλε ως καλύτερη από οποιαδήποτε άλλη που θα μπορούσε να συμφωνηθεί.
Γενικά, παρά τα λάθη και τις παραλείψεις του ο Αλέξης Τσίπρας μπόρεσε να πείσει την κοινή γνώμη για τις προθέσεις και την προσπάθειά του να πείσει του Ευρωπαίους να μεταβάλουν πολιτική για την αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης.
Οποιοσδήποτε άλλος πολιτικός ηγέτης της εποχής μας, σε προεκλογική περίοδο με συνθήκες εφαρμογής capital controls στις τράπεζες, με διάσπαση του κόμματος του, με μειωμένες συντάξεις και μισθούς, με όλα σχεδόν τα ΜΜΕ εναντίον του, θα εξαφανιζόταν. Όχι όμως και ο Αλέξης Τσίπρας που φαίνεται ότι περιβάλλεται από φωτοστέφανο άριστου επικοινωνιακού ηγέτη.
Η «Νέα Δημοκρατία»
Η αύξηση κατά ποσοστό μικρότερο της μονάδας (0.8) της δύναμης της ΝΔ, αποτελεί μια ακόμη αποτυχία του άλλοτε κραταιού κεντροδεξιού κόμματος, την πέμπτη εκλογικά, μετά το 2009.
Αυτό σημαίνει ότι ο λαός της χρεώνει, όπως και στο άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ, μεγάλες ευθύνες για την οικονομική εκτροπή της χώρας από την παραδοσιακή κοίτη της και για τις λανθασμένες πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού που εισηγήθηκε, σε αντίθεση προς τις υποθήκες της οικονομικής πολιτικής του ιδρυτή της Κων/νου Καραμανλή, υπέρ του ριζοσπαστικού κοινωνικού φιλελευθερισμού.
Όσο, λοιπόν, η ΝΔ θα μένει καθηλωμένη σε νεοφιλελεύθερες πολιτικές, τόσο δεν θα μπορεί να ελπίζει στο μέλλον σε ανάκαμψή της. Και αυτό είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει να απασχολήσει τα στελέχη της και τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, του οποίου η προσπάθεια για την ανέλιξή της από ποσοστά χαμηλότερα αυτών που έλαβε τον Ιανουάριο του 2015, πρέπει να του αναγνωριστεί ως προσωπική του επιτυχία.
*Ο Τίτος Ιωαν. Αθανασιάδης είναι δημοσιογράφος

