
Ευτυχώς ή δυστυχώς, ο Γούντι Άλεν δε σταματάει να φιλοσοφεί.
Παράλογος άνθρωπος
IRRATIONAL MAN
Σκην.: Γούντι Άλεν
Πρωτ.: Έμα Στόουν, Χοακίν Φίνιξ, Πάρκερ Πόουζι, Τζέιμι Μπλάκλεϊ
Ο Έιμπ Λούκας είναι ένας καθηγητής φιλοσοφίας σε υπαρξιακή κρίση, που αναλαμβάνει τη νέα του θέση σ’ ένα πανεπιστήμιο. Εκεί θα γνωρίσει νέους έρωτες και θα κάνει μια επιλογή που θ’ αποβεί μοιραία για την πορεία της ζωής του.
Αισθηματική και ψυχολογική κομεντί, που συνεχίζει τον ακάματο ετήσιο παραγωγικό ρυθμό του 80χρονου πλέον Άλεν, σε μία ακόμα ιστορία γραμμένη απ’ τον ίδιο, με τον γνώριμο παραβολικό χαρακτήρα που διακρίνει τις ταινίες του. Οι ζωές των διανοούμενων, τα ερωτικά μπερδέματα, το voice-over, η εκτεταμένη παιγνιώδης μουσική επένδυση της πλοκής, η συζήτηση ενός κεντρικού ερωτήματος και η κατάληξη σ’ ένα επιμύθιο, κάθε άλλο παρά πρωτότυπα είναι, αλλά τουλάχιστον συνεχίζουν να μεταδίδουν τη ζέση του σκηνοθέτη μέσα από μια μεστή, χαριτωμένη και συνεπή αφήγηση για τα δίπολα της θεωρίας και της πράξης, της πρόθεσης και του αποτελέσματος, της λογικής και του συναισθήματος, της φιλοσοφίας και της αληθινής ζωής.
Κωδικό όνομα
U.N.C.L.E.
THE MAN FROM U.N.C.L.E.
Σκην.: Γκάι Ρίτσι
Πρωτ.: Χένρι Κάβιλ, Άρμι Χάμερ, Αλίσια Βικάντερ, Χιού Γκραντ, Ελίζαμπεθ Ντέμπικι, Τζάρεντ Χάρις
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο αμερικανός κατάσκοπος της CIA, Ναπολέων Σόλο, διατάζεται να συνεργαστεί με τον ρώσο συνάδελφό του από την KGB, Ίλια Κουριάκιν, για να σταματήσουν την εφοπλίστρια Βικτώρια Βιντσιγκέρα, η οποία έχει απαγάγει έναν πυρηνικό επιστήμονα με σκοπό την κατασκευή μιας ατομικής βόμβας.
Χιουμοριστική κατασκοπική περιπέτεια, βασισμένη στην ομώνυμη αμερικανική τηλεοπτική σειρά που δημιούργησε ο Σαμ Ρόλφι και προβαλλόταν από το 1964 ως το 1968 στο δίκτυο NBC, με πρωταγωνιστές τον Ρόμπερτ Βων και τον Ντέιβιντ Μακάλουμ.
Οι άντρες κι οι γυναίκες ηθοποιοί της ταινίας μπορεί να είναι όμορφοι, ταλαντούχοι και γοητευτικοί, όμως οι αληθινοί πρωταγωνιστές της είναι ο διευθυντής φωτογραφίας Τζον Μάθισον, η ενδυματολόγος Τζοάνα Τζόνστον, ο σχεδιαστής παραγωγής Όλιβερ Σολ, ο συνθέτης Ντάνιελ Πέμπερτον και το επιτελείο του μακιγιάζ, οι οποίοι είναι οι κυρίως υπεύθυνοι για την οπτική και μουσική πληθωρικότητα της ταινίας, που θριαμβεύει επί της αφηγηματικής απλοϊκότητας και της είτε κοινότοπης είτε κατακερματισμένης δράσης, αφού ο Ρίτσι, ως γνήσιος χαβαλετζής, αδιαφορεί για την αγωνία και τα διακυβεύματα, προτάσσοντας τη στιλιστική επίδειξη και το χιούμορ.
Χιούμορ που μεταξύ άλλων, πηγάζει από το ομφυλοφιλικό υπο-κείμενο, που διακρίνει συχνά περιπέτειες με ανδρικά δίδυμα, όπως το «Στην κόψη του κύματος» («Point break», Κάθριν Μπίγκελοου, 1991), τα «Fast and furious», καθώς επίσης τις δύο προηγούμενες ταινίες του Ρίτσι, «Sherlock Holmes» (2009) και «Sherlock Holmes 2: το παιχνίδι των σκιών» («Sherlock Holmes: a game of shadows», 2011). Ο Σόλο παραβαίνει δύο φορές τις διαταγές του για να σώσει τη ζωή του Κουριάκιν, κάτι που αποφασίζουν αργότερα και μαζί αντί ν’ αλληλοσκοτωθούν, ενώ το σενάριο είναι γεμάτο από διφορούμενες στιγμές, βλέμματα και διαλόγους, όπως η στιχομυθία -“It’s in and out, no mess and we both forget about it in the morning” -“I take the top” -“I take the bottom” που λέγονται κατά τη διείσδυσή τους στο ναυπηγίο της Βιντσιγκέρα.
Η ΡΙΚΙ ΚΑΙ Η ΡΟΚ
RICKI AND THE
FLASH
Σκην.: Τζόναθαν Ντέμι
Πρωτ.: Μέριλ Στριπ, Μάμι Γκάμερ, Κέβιν Κλάιν, Ρικ Σπρίνγκφιλντ, Ώντρα Μακντόναλντ
Η Ρίκι είναι μια μεσήλικη επικεφαλής ενός ροκ συγκροτήματος, που ειδοποιείται από τον πρώην σύζυγό της, να επιστρέψει στην οικογένειά της για να συμπαρασταθεί στην κόρη της, η οποία μόλις εγκαταλείφθηκε από τον δικό της σύζυγο.
Μουσική οικογενειακή κομεντί, στην οποία η Στριπ συμπρωταγωνιστεί με την κόρη της, Γκάμερ, η οποία υποδύεται τον ίδιο ρόλο που έχει και στην πραγματική ζωή. Πέρα από την ευκολία και την επιφανειακότητά της, νομίζω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας, είναι η αδιάφορη κεντρική ηρωίδα της, αφού ενσαρκώνει μια όσο το δυνατό πιο ανώδυνη, συντηρητική και γι’ αυτό οξύμωρη εκδοχή του ροκ, κάτι που της προσάπτει ο ομοφυλόφιλος γιός της και ποτέ δεν ανατρέπεται ουσιαστικά στη διάρκεια της ταινίας.
Η πρώτη υποψία έρχεται από την πρώτη κιόλας σκηνή, όταν μετά από το εναρκτήριο τραγούδι, η Ρίκι εκθειάζει τις Η.Π.Α. ως την καλύτερη χώρα του κόσμου και εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για τον Μπαράκ Ομπάμα, ζητώντας παράλληλα συγνώμη από το μαύρο μέλος του συγκροτήματός της. Το σενάριο επιχειρεί να διασκεδάσει τον συντηρητισμό της με την κριτική που της ασκεί ο γιός της, και με την αναγωγή της υποστήριξης που εκείνη εκφράζει στον αμερικανικό στρατό, στην απώλεια του αδερφού της στο Βιετνάμ. Η αποδοχή της σεξουαλικότητας του γιού της είναι η μοναδική προοδευτική παραχώρηση του σεναρίου, ενώ κατά τ’ άλλα η Ρίκι παραμένει μια μουσικά αδιάφορη ‘τύπισσα’, η καλλιτεχνική πορεία της οποίας δε μοιάζει να εκφράζει πάθος ικανό να δικαιολογεί την εγκατάλειψη της οικογένειας, αλλά μάλλον επιπόλαιη εκκεντρικότητα, η οποία μόνο στα μάτια πολύ πλούσιων ή/και ‘αποστειρωμένων’ ανθρώπων μπορεί να φαίνεται αιχμηρή, όπως εκείνων που είναι καλεσμένοι στον γάμο του Τζος κι εκείνων στους οποίους μάλλον απευθύνεται η ταινία.

