“Τους νεκρούς να μην τους κλαίμε, να τους αφήσουμε να ησυχάσουν, μόνο τους ζωντανούς να κλαίμε, που δεν μπορούν να τους ξεχάσουν”.
Ένας ξεχωριστός άνθρωπος με πολλές ανησυχίες, υψηλά πιστεύω και ιδανικά που ποτέ, μα ποτέ δεν ντρόπιασε το γένος των ανθρώπων, δεν βρίσκεται και δεν κινείται ανάμεσά μας.
Από τις 21 Ιουλίου η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά, με τους φίλους, τους οικείους και όσους τον γνώρισαν από κοντά να θρηνούν το μισεμό του “Πάσα σαρξ χόρτος και πάσα δόξα ανθρώπoυ, ως ει άνθος χόρτου, εξηράνθη ο χόρτος και το άνθος εξέπεσεν”. Ο ζεστός και τρυφερός φίλος, ο συντοπίτης, ο μεγάλος Κρητικός και πνευματικός δημιουργός, ο αδιάβλητος και ταις εμπειρίαις άριστος, ο ακατάβλητος σαν τα Αστερούσια βουνά του χωριού του, είχε γονατίσει και υποκύψει στην ανθρώπινη τη μοίρα μας.
“Τα άνθη μαραίνονται, τα φύλλα ξηραίνονται
ο χρόνος περνά.
Και μόνο ο θάνατος επλάστη αθάνατος ποτέ δε γερνά”.
Είναι νόμος αιώνιος και αναλλοίωτος, νόμος σκληρός αλλά δίκαιος ότι γεννιέται να πεθαίνει, ότι μεσουρανεί να καταρρέει. Σε αυτόν υπέκυψαν δούλοι, ελεύθεροι, πλούσιοι και φτωχοί, άρχοντες και βασιλείς, μεγάλα της ιστορίας ονόματα και μεγάλοι πολιτισμοί.
“Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον, ου παραμένει η δόξα, ού συνοδεύει ο πλούτος. Επελθών γαρ
ο θάνατος πάντα ταύτα εξηφάνισεν”.
Είμαστε ένα ολιγάριθμο έθνος, που δεν ξεπερνά τα είκοσι εκατομμύρια με το ζωντανό κομμάτι του απόδημου ελληνισμού, που κουβαλάμε στους ώμους μας μια μεγάλη ιστορία, ενός μεγάλου πολιτισμού . Ενός λαού υπερήφανου, σεβαστού και γενναίου, που κι αν “χίλια μύρια βάσανα παθαίνει, είν’ αίμα ελληνικό και δεν πεθαίνει”. Αυτό το χρωστάμε στο αδιάβλητο και στο ακατάβλητο της ράτσας μας, στους εργάτες του πνεύματος και της Μάνας Γης, που κουβαλούν μαζί τους την πατρίδα, την οικογένεια και την ορθοδοξία.
“Ακατάλυτο εγώ
δεν πεθαίνω
το ανέσπερο είμαι πνεύμα της φυλής
καιρούς και αιώνες μ’ έλεγες χαμένο
με γύρεψες; Στα στήθη σου με κλείς”.
Το χρωστάμε σ’ όσους ήλθαν, πέρασαν, θα ’ρθούνε. θα περάσουν
κριτές θα μας δικάσουν
οι αγέννητοι οι νεκροί.
Κ. Παλαμάς
Το χρωστάμε στο Γιάννη Σμυρνιωτάκη και σε κάθε Έλληνα, που εμπνέεται από τα ίδια πιστεύω και ιδανικά, δουλεύει ασταμάτητα, αγωνίζεται και αγωνιά για να πάει αυτός ο δύσμοιρος τόπος μας μπροστά και να διατηρήσει ζωντανή την παρουσία του και την προσφορά στο ιστορικό γίγνεσθαι.
Μην τονε κλαις τον αετό όπου πετά και αν βρέχει
μόνο να κλαις ένα πουλί όπου φτερά δεν έχει.
Φτερωτό πουλί ο Γιάννης, υπερήφανος και δυνατός που πετούσε στους ουρανούς, χωρίς να χάνεται στα σύννεφα. Είχε σφραγιστεί με τη σφραγίδα της δωρεάς από γεννησιμιού, την οποία και αξιοποίησε στην περίοδο της εφηβείας με σκληρή δουλειά για να απολαμβάνει μετά και να εκπληρώνει τα όνειρά του σωστά.
Εύκολο λάφυρο δεν το ζυγώνω, το δυσκολόπαρτο μ’ ευφραίνει μόνο.
Και αυτό το πιστεύω τον έκανε να ξεχωρίζει, να είναι δημιουργικός και αποτελεσματικός και άξιος της πατρίδας την οποία διακόνησε με φλογερό ζήλο και περισσή στοργή.
Ζυμωμένος από χώμα, πέτρα και νερό της Κρήτης για να μη λυγίζει και γαλουχημένος από τη θεϊκή ρήση: “Εν τω κόσμω τούτω θλίψιν έξετε, αλλά θαρσύτε…”, ξεπερνούσε τις φουρτούνες της ζωής και πάντα έβγαινε νικητής.
Στα Πάνω Καστελλιανά Ηρακλείου που είναι ριζωμένα, σφιχταγκαλιασμένα και ένα με τα Αστερούσια Βουνά, για να παραμένουν αμετακίνητα και δυνατά στο πέρασμα των καιρών και στις καταιγίδες των ισχυρών, γεννήθηκε ο φίλος και συνάδελφος Γιάννης Σμυρνιωτάκης.
Εδώ αντίκρισε για πρώτη φορά το φως της μέρας. Εδώ έμαθε τα πρώτα γράμματα στο σχολείο του χωριού του, εδώ έζησε το δράμα του πολέμου και την πείνα της κατοχής και εδώ βίωσε την ορφάνια και την αναπάντεχη απώλεια του πατέρα του που χάθηκε σε ναυάγιο, το 1949 με δυο χωριανούς του, τον Κωστή Σαγουνάκη και τον πρωτεξάδελφο του πατέρα μου Δημήτρη Φροσυνάκη. Σε αυτό το ήρεμο χωριό της κουροτρόφου Κρήτης εδώ που αναπαύονται γνωστοί και συγγενείς του. Εδώ στη γη της ομορφιάς, του πνεύματος, της εθνικής αντίστασης και της παλικαριάς.
Γη μάνα γη
δεν έσκυψες ποτέ σου
και όταν χτυπούσαν των εχθρών τα βόλια
γιατί στα Αστερούσια βουνά σου
λεύτεροι ζουν Καστελλιανοί
και αγρίμια.
Εδώ το χωριό της γιαγιάς μου, των θείων μου και άλλων στενών μας συγγενών και εδώ γνώρισα για πρώτη φορά το Γιάννη Σμυρνιωτάκη, το Δεκέμβρη του 1941, γι αυτό και οι δεσμοί μου με αυτόν τον τόπο είναι στενοί, άρρηκτοι και δυνατοί.
Δεκέμβρης 1941 μέρα πολέμου και ναζιστοφασιστικής κατοχής, μέρα συννεφιασμένη, βροχερή και παγερή, ωστόσο καθοριστική για το τώρα και το αύριο το δικό μου. Στα Καλύβια στο χωριό μας το σχολειό είναι κλειστό και ο ευρηματικός πατέρας μου, λάτρης των γραμμάτων και των σπουδών με φέρνει στα Πάνω Καστελλιανά να φοιτήσω στο εκεί δημοτικό με δάσκαλο το δικό μου το νονό.
Διατηρώ ολοζώντανη την εικόνα του πλημμυρισμένου Αναποδάρη, του μεγαλύτερου ποταμού της Κρήτης, που χώριζε τα δυο χωριά Καλύβια και Καστελλιανά.
Ο ποταμός είχε απλώσει τα νερά του παντού, ούρλιαζε δυνατά απειλώντας να καταπιεί τα πάντα, ακόμα και εμάς τους δυο απρόσμενους επισκέπτες του.
Ο πατέρας μου δυνατός και τολμηρός και χωρίς να χάνει καιρό με παίρνει στα χέρια του και πάνω από μια σανίδα καρφωμένη σε δυο κορμούς κυπαρισσιού που ήταν η γέφυρα εκείνου του καιρού, με περνά στην άλλη όχθη του ποταμού.
Έτσι συνεχίσαμε την πορεία μας και αφού περάσαμε το Μοναστήρι των Αγίων Αποστόλων, που στα μαύρα χρόνια της κατοχής ήταν το κρησφύγετο και ο τροφοδότης των ανταρτών, σε χρόνο αναπνοής, φθάσαμε στο χωριό των στενών μας συγγενών, στα Πάνω Καστελλιανά. Εκεί τέλειωσα την Τρίτη τάξη, εγώ στο τρίτο θρανίο και ο Γιάννης Σμυρνιωτάκης στο πρώτο. Πρωτάκι τότε εκείνος, αλλά ανήσυχος και με πολλά ενδιαφέροντα.
Εκεί είχαμε τη μεγάλη τύχη ο Γιάννης και εγώ να έχομε τον ίδιο δάσκαλο και τον ίδιο νονό, το Γεώργιο Τζανάκη τον Κατωκαστελλιανό και σοφό παιδαγωγό, όπως γράφω σε ένα μου σονέτο αφιερωμένο σε αυτόν με ευγνωμοσύνη,θαυμασμό και μεγάλο σεβασμό. Από όσα θυμάμαι ο Γιάννης, ήταν ένα λεπτό καλοκαμωμένο παιδί, όλο κίνηση και ζωή, με έξυπνα και μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια που σε μαγνήτιζαν και σε κέρδιζαν από την πρώτη στιγμή. Αεικίνητος, ζωηρός και πάντα πρώτος ανάμεσα στους μικρούς συμμαθητές του. Με την αποφοίτησή του και με τη θέληση της χαροκαμένης του μάνας και παρά τις δυσκολίες εκείνης της εποχής, εισάγεται στο γυμνάσιο της κουροτρόφου και ηρωοτόκου Μεγάλης Βιάννου, όπου δεν άργησε να διακριθεί και παράλληλα με τα μαθήματά του να ασχοληθεί με την ποίηση και τη συγγραφή.
”Πουλιά που μάθανε ψηλά στα νέφη να πετούνε
δεν χαμηλώνουνε ποτέ ότι καιροί κι αν ‘ρθούνε”.
Από τις πρώτες μέρες συνδέεται φιλικά με την εξίσου άριστη Ελένη Πλαγιωτάκη, ότι καλύτερο είχαν γεννήσει και γαλουχήσει τα χώματα της Εμπάρου σε ποιότητα, σε πνεύμα και ανθρωπιά, τον αιώνα που μας πέρασε. Η φιλία συνεχίστηκε και μετά όταν βρέθηκαν στα ίδια θρανία της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ηρακλείου γιατί τους ένωναν τα ίδια πιστεύω και ιδανικά, η υπέρμετρη αγάπη στη μάθηση και στα παιδιά, η χαρά της πνευματικής δημιουργίας και της προσφοράς.
Η αρχόντισσα του κρητικού στίχου, του ξεχωριστού δεκαπεντασύλλαβου και μεγάλη δασκάλα στο μεγάλο και ξακουστό Κάστρο και όλοι εμείς που σε γνωρίσαμε από κοντά θρηνούμε απαρηγόρητα το μισεμό σου.
Πιστεύω και σύνθημά του μια ολόκληρη ζωή το ομηρικό “Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων”, που σημαίνει πάντα να αριστεύεις και να διακρίνεσαι μεταξύ όλων των άλλων. Σύνθημα που το τήρησε και του έδωσε δύναμη και φτερά να φτάσει πολύ ψηλά να αφήσει την ανωνυμία και να κατακτήσει την επωνυμία. Κουβαλούσε με υπερηφάνεια τον ύψιστο τίτλο του δασκάλου “Ιδιότητα που δεν υπάρχει ιεροτέρα εις τον θεόν ανήκουνε τα πέραν” και η προσφορά του ήταν σημαντική.
Διδασκάλους ζητητέον τοις τέκνοις οι και τοις βίοις εισίν αδιάβλητοι και τοις τρόποις ανεπίληπτοι και ταις εμπειρίαις άριστοι” κατά τον μεγάλο μας τον Πλούταρχο από την Χαιρώνεια της Βοιωτίας. Ένας τέτοιος ήταν ο Γιάννης Σμυρνιωτάκης, σεμνός και ταπεινός, μεθοδικός, ολοκληρωμένος και αποτελεσματικός δε διστάζω να το γράφω, να το λέω και να το διαλαλώ παντού και πάντοτε και χωρίς κανένα δισταγμό.
Τελειομανής, ακλόνητος στις αρχές του και στις υπέρτατες αξίες, στα πιστεύω και στα ιδανικά του που του δίνανε δύναμη, πνοή και αντοχή να τα βγάζει πέρα στις φουρτούνες της ζωής. Μεθοδικός στον υπέρτατο βαθμό, λεπταίσθητος και ευαίσθητος, έξοχος άνθρωπος, συγγραφέας, πεζογράφος και ποιητής. Πολυσπουδασμένος και πολυβραβευμένος, που συμμετείχε στην πνευματική ζωή της πατρίδας μας και όχι μόνο. Ξεπερνούν τα τριακόσια βιβλία, όσα ο ίδιος είχε γράψει, σχολικά, παιδικά και λογοτεχνικά και όπως ο ίδιος έλεγε, οι τίτλοι των βιβλίων που είχαν εκδοθεί κατά καιρούς, από τον εκδοτικό του οίκο, ξεπερνούσαν τις τρεις χιλιάδες, ανάμεσά τους και τα πέντε δικά μου βιβλία. Κρητολάτρης στον υπέρτατο βαθμό και ότι έγραφε και έπραττε για την Κρήτη μας το έκανε με κέφι, περισσή αγάπη και ενθουσιασμό γι αυτό και κέρδιζε τον έπαινο, τον θαυμασμό και το σεβασμό, των απανταχού της γής Κρητών.
“Ου στεφανούται τις, εάν μη νομίμως αθλήσει”. Σου ανήκει ο έπαινος και ο σεβασμός και ο κότινος της νίκης γιατί τον κέρδισες με το πλούσιο το έργο σου που θα συνεχίσει να διδάσκει, να καθοδηγεί και να κατευθύνει τις νεότερες γενιές στα σωστά, στα μεγάλα, στα ωραία στα σπουδαία και στα αληθινά και όσα ανεβάζουν τον άνθρωπο και τον κάνουν να ξεχωρίζει. Φίλε Γιάννη, συντοπίτη και καλέ μου αδελφέ, θα ήθελα να μην τελείωνε τόσο γρήγορα η συνομιλία και η τόσο γόνιμη επικοινωνία μας, όπως έπραττες κι εσύ στην παρουσία των βιβλίων μου στο μεγάλο και ξακουστό το Κάστρο.
Ωστόσο μια παρατεταμένη φωνή και προσταγή με υποχρεώνει να σταματήσω. Είναι ο λόγος του μεγάλου μας ιστορικού Θουκυδίδη που από τα βάθη των αιώνων επαναλαμβάνεται σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης και μας καλεί να τον τηρούμε και να τον σεβόμαστε .
“Ανδρών αγαθών έργω γενομένων, έργω και δηλούσθαι τας τιμάς. Και μη εν ενί ανδρί πολλών αρετάς κινδυνεύεσθαι εύ τε και χείρον ειπόντι πιστευθήναι”.
Οι άνδρες που αναδείχτηκαν γενναίοι με τον έργο τους, με έργα πρέπει να τους τιμούμε για να μην κινδυνεύουν πολλές αρετές τους, από ένα και μόνο ομιλητή, που μπορεί να μιλήσει καλά, αλλά και άσχημα.
“Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ, οι πορευόμενοι εν νόμω Κυρίου. Και μακάριοι οι νεκροί, οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες”.
Αλήθεια, υπήρξες σε όλα σου ξεχωριστός, έζησες κατά Χριστόν, βαθύτατα ορθόδοξος χριστιανός, άνθρωπος απλός και προσιτός, σεμνός και ταπεινός, διαπρεπής εκπαιδευτικός, συγγραφέας και πνευματικός δημιουργός, διδάσκαλο του γένους, δε διστάζω να σε πω, με περίσσευμα ψυχής, με ευγένεια και αρχοντιά γιατί πίστευες στις θείες επιταγές: “Οφείλομεν ημείς
οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν”.
Και “Τα γούν διανεμόμενα τοις πένησι θυσαυρίζονται εν τω ουρανώ”.
Αοίδιμε Γιάννη Σμυρνιωτάκη, φίλε, αδερφέ και ανιδιοτελή εκδότη των έργων μου με περισσή αγάπη και με δύναμη ψυχής!!!
Το έργο σου το έπραξες στη μάνα γη, στους ουρανούς θα βρεις την αμοιβή, και στην αιωνιότητα, που τώρα ζεις, τα λόγια του μεγάλου Αποστόλου των εθνών να θυμηθείς:
“Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα”.
Στους οικείους σου και σε ότι καλύτερο αγάπησες πάνω στη γη εύχομαι την εξ ύψους παρηγορία. Να ζουν, να προοδεύουν και να μεγαλουργούν. Να σε τιμούν, να σε θυμούνται και να σε μνημονεύουν. Αναπαύσου ήρεμα εν Κυρίω διότι εξεπλήρωσες εις το ακέραιο το χρέος σου. Σε αφήνω με ικανοποίηση, γιατί απόλυτα πιστεύω, ότι δεν πέθανες τα χρόνια κι αν περνάνε,τότε οι νεκροί πεθαίνουνε , όταν τους λησμονάνε.
Για μένα ο Γιάννης Σμυρνιωτάκης θα παραμένει παρών, όσο χρόνο ζω , σκέπτομαι και κινούμαι στη φλούδα της γης, γιατί μας ενώνει ο χρόνος των 75 ετών, Δεκέμβρης 1941 – Ιούλης 2015. Μας ενώνουν τα ίδια πιστεύω και ιδανικά και η ακλόνητη πίστη μας ότι όλα είναι μάταια με μόνη εξαίρεση την τιμιότητα, την ευγένεια, την μεγαλοσύνη και την ανθρωπιά. Μας ενώνει ο πόλεμος, η Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση, που μας όπλισαν τον νου και την ψυχή για να μπορούμε να βλέπομε σωστά και ανά πάσα στιγμή, το νόημα και τη μοίρα του ελληνισμού.
Καλό σου ταξίδι φίλε και αδελφέ Γιάννη.
Χαιρετίσματα στην Ερασμία μου και καλή διαμονή στον υπερουράνιο τόπο, σε ένα χώρο αγγελικό, καλύτερο από το δικό μας εδώ, μόνιμο, δίκαιο, ειρηνικό και σταθερό και καλή αντάμωση να μας χαρίσει ο Μεγαλοδύναμος και Παντοδύναμος Θεός.

