
Την 25η Αυγούστου η Εκκλησία τιμά τη μνήμη όχι μόνο του Αποστόλου Κρήτης Αγίου Τίτου, αλλά και αυτήν του εορταζόμενου ιδιαίτερα στη Δυτική Ευρώπη Αγίου Βαρθολομαίου.
Αποτελεί ωστόσο σύμπτωση της Ιστορίας το ότι κατά την εορτή των δύο Αγίων σημειώθηκαν φοβερές σφαγές, σε διαφορετικές εποχές.
Η πρώτη εξ αυτών πραγματοποιήθηκε το βράδυ της παραμονής της εορτής του Αγίου Βαρθολομαίου, στο Παρίσι (23 προς 24 Αυγούστου του 1572) και διήρκεσε μέχρι τις 30 Οκτωβρίου, με θύματα 3.000 Γάλλους Προτεστάντες (Ουγενότοι) και δράστες Γάλλους στρατιώτες του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος, που ενεργούσαν κατά διαταγήν του Γάλλου βασιλιά Καρόλου Θ΄ και είχαν την ευλογία του Πάπα!
Οι βασιβουζούκοι
Η δεύτερη σημειώθηκε από τη 2η μεταμεσημβρινή ώρα (14:00) της 25ης Αυγούστου 1898, μέχρι αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας (Τρίτη) και είχε ως θύματα περί τους 300 Κρήτες χριστιανούς (κατ’ άλλους, μέχρι και 700 έως 800) και δράστες Τούρκους φανατικούς μουσουλμάνους, γνωστούς ως βασιβουζούκους, που μεθούσαν από το χριστιανικό αίμα και που όμοιοί τους είναι σήμερα οι σπείροντες παγκοσμίως τον τρόμο τζιχαντιστές, με τις ανηλεείς σφαγές στις οποίες επιδίδονται.
Μαζί με τους χριστιανούς Κρήτες, οι βασιβουζούκοι έσφαξαν και τον υποπρόξενο της Αγγλίας Λυσίμαχο Καλοκαιρινό και 18 Άγγλους στρατιώτες επιφορτισμένους από τον Μάρτιο του 1897, την προστασία του χριστιανικού πληθυσμού από τις εντεινόμενες θηριωδίες των Τούρκων.
Η σφαγή στη Γαλλία έμεινε γνωστή στην ιστορία με την ονομασία «Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου». Έκτοτε αρκεί και μόνο η αναφορά της φράσης «Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου» για να υπονοηθούν ή περιγραφούν άγρια φονικά συμβάντα.
Η σφαγή στο Ηράκλειο της Κρήτης πέρασε στην ιστορία απλώς ως η «σφαγή της 25ης Αυγούστου 1898», χωρίς να συνδεθεί με το όνομα του τιμώμενου την ημέρα εκείνη Αγίου Τίτου, του οποίου ο ομώνυμος ναός στο Ηράκλειο, μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος, το Βεζίρ Τζαμί, μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους, το 1669 και έκτοτε δεν υπήρχε εκκλησία αφιερωμένη στον Απόστολο Κρήτης, μέχρι το 1925 όταν το οθωμανικό τέμενος ξανάγινε χριστιανικός ναός.
Διαφορετικό κίνητρο
Η σφαγή στο Ηράκλειο είχε ασφαλώς πολιτικό κίνητρο. Απέβλεπαν δηλαδή οι Τούρκοι σφαγείς στην τρομοκράτηση των χριστιανών Ηρακλειωτών και στην μέσω αυτής καθυπόταξή τους στην κλονιζόμενη σοβαρά τα τελευταία χρόνια οθωμανική διοίκηση, ώστε να παύσουν να επαναστατούν και να ζητούν την απελευθέρωση και ένωσή τους με την Ελλάδα.
Η τρομοκρατία ήταν μια παλιά μέθοδος συντριβής από τους Οθωμανούς των λαών που επαναστατούσαν εναντίον τους. Ο μόνος λαός ο οποίος δεν εκάμφθη, παρότι η Κρήτη είχε μετατραπεί σε διαρκές λουτρό αίματος, ιδίως μετά το 1821 (οκτώ φορές επαναστάτησαν οι Κρήτες από την έναρξη της Εθνεγερσίας μέχρι το 1897), υπήρξε ο Κρητικός. Και επειδή μετά την τελευταία του εξέγερση το 1897, οι Μεγάλες Δυνάμεις συμφώνησαν στην απόδοση σ’ αυτόν μιας μορφής αυτονομίας, υπό την επικυριαρχία όμως του σουλτάνου και την 25η Αυγούστου 1898 γινόταν ένα σοβαρό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή, το τουρκικό κράτος έβαλε το παρακράτος του (τους βασιβουζούκους) να αντιδράσει με σφαγές, ώστε να ματαιωθεί η διαδικασία μετάβασης στην αυτονομία.
Αντίθετα προς τη σφαγή στο Ηράκλειο, αυτή στο Παρίσι και τις άλλες γαλλικές πόλεις την 23η/24η Αυγούστου μέχρι την 3 Οκτωβρίου 1572, είχε θρησκευτικό κυρίως κίνητρο: την πλήρη δηλαδή εξάλειψη του Προτεσταντισμού στη Γαλλία που αντιπροσωπευόταν κυρίως από τους Καλβινιστές Ουγενότους, οι οποίοι αμφισβητούσαν το πρωτείο του Πάπα και τις εξουσίες του και διαφωνούσαν με την Αγία Έδρα σε ορισμένα ζητήματα πίστεως.
Γι’ αυτό και όταν η φοβερή σφαγή περατώθηκε και οι θρησκευτικοί στόχοι επιτεύχθηκαν ο Ποντίφικας ευχαρίστησε και ευλόγησε τον Κάρολο και το «θεάρεστο» έργο του, που συνίστατο στο να περάσουν «δια πυρός και σιδήρου» οι «ασεβείς» και «αιρετικοί» Ουγενότοι!
Με δοδομένο, ότι η σφαγή στο Ηράκλει το 1898 κορυφώθηκε το απόγευμα της Τρίτης, 25 Αυγούστου, την ώρα του Εσπερινού του τιμώμενου την ημέρα εκείνη Αγίου Τίτου, ο γράφων αποκαλεί τη σφαγή «Καστρινό (Ηρακλειώτικο) Εσπερινό», κατ’ απομίμηση του «Σικελικού Εσπερινού», όπως ονομάστηκε η φοβερή σφαγή (την επομένη του Πάσχα του 1282) 8.000 περίπου Ανδεγαβών (Γάλλων εποίκων στη Σικελία) από φανατικούς Αραγωνίους (Ισπανοί) και πλήθους Σικελών, «Ελληνοϊταλών» υπό την ηγεσία του Ιωάννη Προκίδα που είχε το γενικό πρόσταγμα και έγινε κατόπιν πρωθυπουργός της Σικελίας, με βασιλιά τον Πέτρο της Αραγωνίας.
Η αφορμή
Η σφαγή στο Ηράκλειο, που είχε ως αφορμή την επιχείρηση εγκατάστασης Κρητών υπαλλήλων στο φορολογικό γραφείο της πόλης, μέσα στα πλαίσια της αποφασισθείσας από τις Μεγάλες Δυνάμεις αυτονόμησης της νήσου (που σήμαινε και οικονομική και φορολογική αυτονόμηση), έγινε βάσει σχεδίου που επεξεργάστηκε η τουρκική πολιτική και στρατιωτική διοίκηση, ανατέθηκε όμως στους παρακρατικά οργανωμένους βασιβουζούκους, ώστε το επίσημο οθωμανικό κράτος να αποφύγει τις συνέπειες μιας τόσο βάρβαρης ενέργειας.
Οι βασιβουζούκοι δηλαδή έδρασαν ως εκτελεστικός, δολοφονικός βραχίονας της τουρκικής διοίκησης και δεν ενήργησαν αυθορμήτως, και υπό το κράτος δήθεν αγανάκτησης, όπως επιδιώχθηκε αρχικά να παρουσιαστεί. Γι’ αυτό και ο Τούρκος διοικητής Ηρακλείου φυγαδεύτηκε στη Σμύρνη μετά τη δολοφονική κραιπάλη των οργάνων του, για ν’ αποφύγει τις συνέπειες.
Οι βασιβουζούκοι πλαισιώθηκαν και από άλλα κοινωνικά κατακάθια, με εγκληματικό παρελθόν και θητεία σε φυλακές, που άνοιξαν γι’ αυτούς, ώστε να εξαργυρώσουν την ελευθερία τους με τη διάπραξη νέων φόνων. Εξοπλίστηκαν γι’ αυτό από τις τουρικές αρχές και συγκεντρώθηκαν στο Ηράκλειο, οι περισσότεροι από αυτούς προερχόμενοι από άλλα σημεία της Κρήτης και κυρίως από τα Χανιά, τα οποία έπνιξαν στο αίμα των χριστιανών κατοίκων τους, τον Ιανουάριο του 1897, για να καταστείλουν εξέγερσή τους για την απελευθέρωσή τους.
Το σχέδιο
Το σχέδιο της βαρβαρικής επίθεσης της 25ης Αυγούστου 1898, περιελάμβανε όχι μόνο τη δολοφονία πολλών χριστιανών προκρίτων της πόλης και ατόμων με ισχυρή κοινωνική και οικονομική επιρροή, αλλά και τη δήωση, πυρπόληση και γενικά καταστροφή οικιών, καταστημάτων, ιδρυμάτων και ναών των Χριστιανών του Ηρακλείου.
Μέχρι το βράδυ της 25ης Αυγούστου 1898, οι μουσουλμάνοι Ηρόστρατοι και Αττίλες δεν άφησαν τίποτε όρθιο στη λεωφόρο που οδηγούσε από το κέντρο του Ηρακλείου προς το λιμάνι, που σήμερα ονομάζεται, σε πικρή ανάμνηση της φοβερής ημέρας, «Λεωφόρος 25ης Αυγούστου», αλλά και στην παραθαλάσσια οδό προς το Μπεντενάκι, όπως και σε πολλά άλλα κεντρικά και απόκεντρα σημεία της ιστορικής πόλης.
Η συγκέντρωση από τις τουρκικές αρχές εγκληματικών στοιχείων της περιφέρειας και η καθοδήγησή τους να επιπέσουν ως μάστιγα στις περιουσίες των χριστιανών, των περιοχών στις οποίες δεν είναι αναγνωρίσιμοι, αποτελεί πάγια μέθοδο των Τούρκων, η οποία και εφαρμόστηκε στην Κρήτη πολλές φορές κατά τον 19ο αιώνα, αλλά και εκτός Κρήτης, με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση της φοβερής σφαγής του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης την 10η Απριλίου 1821, ημέρα του Πάσχα και όλη τη Μεγαλοεβδομάδα και εβδομάδα της Διακαινισήμου, όταν απαγχονίστηκε ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, δεκάδες Ελληνορθόδοξοι αρχιερείς εκτελέστηκαν και περί τους 2.500 Κωνσταντινοπολίτες και Μικρασιάτες Έλληνες σφαγιάστηκαν. Οι περισσότεροι από τους σφαγείς ήταν παρακρατικοί και είχαν μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη από την Ανατολία.
Παρόμοιο σχέδιο εφαρμόστηκε από τις τουρκικές αρχές σε βάρος του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης και την 6η Σεπτεμβρίου 1955, με την επίθεση παρακρατικών στιφών που μεταφέρθηκαν από την Ανατολία στην άλλοτε Βυζαντινή πρωτεύουσα, για να ισοπεδώσουν με την καταστροφική υστερία τους ό,τι ελληνικό έβρισκαν μπροστά τους στο Φανάρι και το Πέραν, είτε για καταστήματα και οικίες επρόκειτο, είτε για ναούς, φιλανθρωπικά ιδρύματα, σχολεία και νεκροταφεία ακόμη.
Το μοιραίο λάθος
Οι βασιβουζούκοι του 1898 διέπραξαν στο Ηράκλειο το ίδιο λάθος που έκαναν οι πρόγονοί τους στο Ναβαρίνο, την 20η Οκτωβρίου 1827. Επιτέθηκαν εναντίον Ευρωπαϊκών στρατευμάτων και δη Αγγλικών, φονεύσαντες 18 Άγγλους στρατιώτες και τον Άγγλο υποπρόξενο.
Η σφαγή αυτή, όπως και των 300-800 Κρητών χριστιανών, στάθηκε αφορμή να ξεσηκωθεί για μια ακόμη φορά η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και ιδιαίτερα η αγγλική υπέρ της ικανοποίησης των δικαίων αιτημάτων του αγωνιζόμενου για την ελευθερία του Κρητικού λαού, αλλά και για να πεισθεί η Κυβέρνηση του Λονδίνου να εγκαταλείψει τις δολοπλοκίες και την παρελκυστική τακτική της που στόχευαν στην περιέλευση της Κρήτης στη ζώνη επιρροής της ή ακόμη και την κατά τον ένα ή άλλο τρόπο αγγλοποίηση του νησιού, όπως είχε γίνει το 1878 με την Κύπρο.
Η αγγλική κυβέρνηση δεν μπορούσε πια να κρύβεται πίσω από το δάκτυλό της και να κρατά ισορροπίες με τον σουλτάνο. Πιεζόμενη από την αγανακτισμένη αγγλική κοινή γνώμη και προσβεβλημένη από τη σφαγή των 18 Άγγλων στρατιωτών της στην πλατεία της πόλης, την κείμενη παρά το λιμάνι και αφιερωμένη έκτοτε στη θυσία τους, διέταξε την άμεση τιμωρία μετά από δίκη των 83 συλληφθέντων πρωταιτίων της σφαγής, από τους οποίους 18 απαγχονίστηκαν και τρεις τουφεκίσθηκαν. Μεταξύ αυτών που τουφεκίσθηκαν ήταν και ο σφαγέας του Λυσίμαχου Καλοκαιρινού, Λαμή (10 Νοεμβρίου 1898).
Με τις ενέργειές της αυτές η αγγλική κυβέρνηση άνοιξε τον δρόμο προς την Ελευθερία της Κρήτης, με την απόφαση που πήρε με τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις, να αποχωρήσει αμέσως ο τουρκικός στρατός από το νησί.
Στις 2 Νοεμβρίου 1898 αποχωρούσε από την Κρήτη και ο τελευταίος Τούρκος στρατιώτης, ενώ στις 9 Δεκεμβρίου έφθανε στα Χανιά και ανελάμβανε τα καθήκοντα του Ύπατου Αρμοστή των Δυνάμεων, ο πρίγκιπας Γεώργιος, γιος του βασιλιά της Ελλάδος Γεωργίου Α΄.
Στις 15 Δεκεμβίου 1898 αναχωρούσαν από την Κρήτη οι ξένοι ναύαρχοι. Και τον Απρίλιο του 1899 καθιερωνόταν το Σύνταγμα της Κρητικής Πολιτείας που καταργούσε τα προνόμια των μουσουλμάνων. Ενώ το Νοέμβριο του 1913 ο σουλτάνος παραιτούνταν και τυπικά της επικυριαρχίας του στην Κρήτη και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους το νησί ενώνονταν με την Ελλάδα.
Οι μάρτυρες
Στους 300 έως 800 Κρήτες χριστιανούς μάρτυρες περιλαμβάνονταν επιφανείς πολίτες του Ηρακλείου, αλλά και απλοί εργαζόμενοι, άνθρωποι του λαού, βιοπαλαιστές και ολόκληρες οικογένειες (πατέρας, μητέρα, παιδιά, εγγόνια κ.λπ).
Πρώτος δολοφονηθείς ήταν ο Ζαχαρίας Θειακάκης, 45 ετών, πολιτικός επιστήμονας, σπουδασμένος στο εξωτερικό, βουλευτής Κρητικών Συνελεύσεων, μέλος Εκτελεστικών Επιτροπών, (υπουργός) και άμισθος υποπρόξενος των ΗΠΑ. Η μεγαλύτερη κόρη του παντρεύτηκε κατόπιν τον ήρωα στρατηγό Γεώργιο Κατεχάκη και η δευτερότοκη τον μετέπειτα πρωθυπουργό Εμμ. Τσουδερό, όπως αναφέρει σε σχετική συγγραφική εργασία της η εγγονή του Βιργινία Τσουδερού, η οποία παραμπέμπει στην εφημερίδα «Θόρυβος» της 30ης Αυγούστου 1898, όπου σημειώνεται ότι ο Θειακάκης ήταν ο πρώτος δολοφονηθείς, πυροβοληθείς στο Μπεντενάκι.
Ο Λυσίμαχος Καλοκαιρινός δολοφονήθηκε μέσα στο σπίτι του από τον Τουρκοκρητικό παρακρατικό Λαμή ο οποίος τον αποκεφάλισε και τοποθέτησε το κεφάλι του πάνω στις χρυσές λίρες που είχε ζητήσει προηγουμένως από το θύμα ο σφαγέας του. Ενώ εσφάγησαν και η σύζυγος του Καλοκαιρινού Αικατερίνη (έγκυος) και 4 τέκνα τους.
Μεταξύ των δολοφονηθέντων ήταν και δύο αδελφοί του Αριστείδη Στεργιάδη, οι Θρασύβουλος και Ιωάννης.
Ξεκληρίστηκαν κυριολεκτικά οι οικογένειες Αντωνίου Περίδη (5 μέλη), Γ. Τζαγκάκη (6 μέλη), Γ. Σταματάκη (5 μέλη), Μ. Σινιολάκη (6 μέλη), Βλαστού (3 μέλη) και μαζί με αυτές και το υπηρετικό προσωπικό τους. Το αίμα όμως των δολοφονηθέντων την ημέρα εκείνη Κρητών Χριστιανών, ενίσχυσε μαζί με το αίμα όλων των ηρώων των Κρητικών επαναστάσεων κατά της τουρκικής κυριαρχίας, τα θεμέλια της ελευθερίας της Κρήτης.

