Κάποτε παίζαμε μπάλα. Σε μάλλον όψιμο χρόνο. Ο καθένας είχε πάρει το δρόμο του, επαγγελματικά. Φαίνεται πως είχαμε λάβει και τα πρώτα μηνύματα από τα προβλήματα υγείας που συνοδεύουν την … προχωρημένη ενηλικίωση και φοβηθήκαμε. Κυκλοφορεί και η πληροφορία, ότι η γυμναστική και η άθληση βοηθούν και μάλλον επιβραδύνουν κάποια συμπτώματα. Έτσι, ξεκινήσαμε να παίζουμε «μπάλα», στο τότε γήπεδο της ΣΕΑΠ. Ίσως, και επειδή δεν είχαμε τολμήσει να παίξουμε ποδόσφαιρο συστηματικά, όταν ήμασταν νέοι, έχοντας τάξει άλλες προτεραιότητες. Και η διατάραξή τους θα μας έβγαζε έξω από το πρόγραμμα που είχαμε. Παράλληλα, θα στεναχωρούσε και τους γονείς μας, οι οποίοι δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν με την ιδέα ότι το παιδί τους θα μπορούσε να «τα παρατήσει» και να κάμει καριέρα ως ποδοσφαιριστής ή (όπερ και το χειρότερο) ως καλλιτέχνης. Αλλά αυτό το τελευταίο είναι μια άλλη –πιο σπάνια- περίπτωση…
Τουλάχιστον, υπήρχε ομοιογένεια στην ομάδα, ηλικιακά δηλαδή. Όλοι γύρω στα σαράντα, συν ή πλην κάτι. Πτυχιούχοι Ανωτάτων Σχολών. Άλλοι του Πολυτεχνείου, άλλοι γιατροί, καθηγητές, δημόσιοι υπάλληλοι. Κάπως έτσι. Όλοι, όμως, είχαμε ένα κοινό γνώρισμα. Την αγάπη μας για τη μπάλα. Όλοι συνεπείς στο ραντεβού της Τετάρτης, ανεξαρτήτως καιρού. Είχαμε, μάλιστα, δώσει και όνομα στην ομάδα μας: «Ποδοσφαιρική Παρέα». Και ως πτυχιούχοι Ανωτάτων Σχολών, υποτίθεται ότι παίζαμε και ποδόσφαιρο «ανωτάτης ποιότητας». Αυτό, όντως, συνέβαινε στο θεωρητικό επίπεδο, καθότι σωματικά είχε αρχίσει η κάμψη. Ξεκινούσαμε να παίζουμε, εκεί που οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές ολοκληρώνουν την καριέρα τους και αποσύρονται. Είχαμε, λοιπόν, διάφορα ευτράπελα… Όπως, για παράδειγμα, μια φανταστική κάθετη πάσα προς τους προωθημένους, απαιτούσε και τον ισάξιο του Κρόιφ για να ορμήσει στον κενό χώρο και να την εκμεταλλευτεί. Δεν έφτανε, δηλαδή, μόνο η σύλληψη για μια καλή ενέργεια… αλλά εκκρεμούσε η υλοποίησή της. Και για τέτοιες ενέργειες τα χρόνια είχαν περάσει. Ακολουθούσε, βέβαια και η διαμαρτυρία από τον αποστολέα της πάσας, ο οποίος έκανε υπόδειξη στον ανήμπορο να εκμεταλλευτή την προχωρημένη επιτελική σκέψη του… συνήθως σε άπταιστα «γαλλικά»! Όμως, αυτό ήταν μέσα στους σιωπηρούς όρους του παιχνιδιού, αφού ο κύριος σκοπός ήταν η σωματική, αλλά και η ψυχολογική εκτόνωσή μας.
Κάποτε εμφανίστηκε ο Τάκης... Πριν προχωρήσουμε, ας διευκρινίσουμε ότι αν και συμπτωματικά ο αρχικός πυρήνας της ομάδας είχε αποκλειστικά πτυχιούχους ανωτάτων σχολών, δεν υπήρχε καμία προκατάληψη (ή ρατσισμός, όπως συνηθίζεται να λέγεται σήμερα). Έτσι, ο προσκεκλημένος κάποιου από εμάς ήταν ευπρόσδεκτος και αποδεκτός από όλους τους άλλους, σιωπηρώς, αρκεί να έδειχνε τον ίδιο ζήλο και αφοσίωση για το παιχνίδι. Ο Τάκης ήταν μικρότερος σε ηλικία και αγνώστων ακαδημαϊκών προσόντων. Όμως, αυτά δεν μετρούσαν –όπως είπαμε- μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Ήταν ένας συμπαθητικός νέος. Ίσως και κάτι παραπάνω από συμπαθητικός. Ευγενικός και συνεσταλμένος. Μπορεί σε αυτό να συντελούσε και η γνωριμία αλλά και η γνώση της ιδιότητας του καθενός μας, εξωγηπεδικά. Το παρουσιαστικό του έδινε εντύπωση νέου που προσέχει το ντύσιμό του. Έτσι, ένα παρατηρητικό μάτι διέκρινε ότι ο Τάκης φορούσε γνήσια ποδοσφαιρικά παπούτσια (και όχι «ελβιέλες» ή κάτι άλλο) και μάλιστα επώνυμης μάρκας, κάλτσα κάτω από το γόνατο, πανταλονάκι κοντό (και όχι όπως σήμερα αυτά που μοιάζουν σαν φουστανέλες), μπλουζάκι και αυτό γνωστής μάρκας αθλητικών ειδών και μαλλί πάντα περιποιημένο (βλ. κομμωτήριο) και κομμένο στα όρια που επιτρέπουν να μην ονομάζεται «μακρύ». Τέλος (τώρα που το σκέφτομαι) είχε και ένα συμπαθητικό χαμόγελο, που ήταν άλλο ένα «συν» στα άλλα θετικά προσόντα που είχε.
Τελικά, το συμπαθητικό παρουσιαστικό του Τάκη, σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας του, οδήγησαν στο να δημιουργηθούν ανάμεσα σ’ εκείνο και στους συμπαίκτες του αισθήματα που κυμαίνονταν από αδελφικά, έως και πατρικά. Με λίγο λόγια, ο Τάκης έγινε το αγαπημένο, το χαϊδεμένο παιδί της ομάδας. Όλοι είχαν την προσοχή τους στραμμένη στον Τάκη. Όλοι έψαχναν την ευκαιρία να τον ενθαρρύνουν στη δύσκολη φάση ή να τον δικαιολογήσουν σε μια αποτυχημένη του ενέργεια, ενώ αν αυτό συνέβαινε σε άλλο παίκτη, θα είχε ακούσει … τα «εξ αμάξης». Δεν προλαβαίνει ο Τάκης την μπάλα… «Δεν πειράζει, Τάκη μου… δεν πειράζει, μπαλιά ήταν αυτή που σου κάνανε;». Χάνει ο Τάκης τη μπάλα σε μια μονομαχία σώμα με σώμα… «Ρε μαντράχαλε, δεν προσέχεις λίγο; Λίγο ακόμα και θα χτυπήσεις το παιδί. Πού έμαθες ποδόσφαιρό;». Πηδάει ο Τάκης για κεφαλιά, μετά από κόρνερ, αλλά αποτυγχάνει… και ο συμπαίκτης του: «Για κοίτα, ρε, κόρνερ. Πρώτη φορά χτυπάς κόρνερ; Ποιος νομίζεις πως είναι το παιδί … ο Μποτίνος; Στο κόρνερ πρέπει να σημαδεύεις το κεφάλι του συμπαίκτη σου, όχι στον ουρανό…». Γλιστράει ο Τάκης και πέφτει κάτω… «Τάκη, αγόρι μου, χτύπησες; Πονάς; Θέλεις να σε σηκώσουμε να καθίσεις για λίγο έξω και να ξεκουραστείς;». Με λίγα λόγια, ο Τάκης με τα προσόντα και το παρουσιαστικό που είχε, έγινε το χαϊδεμένο παιδί της ομάδας. Στα λάθη του, οι συμπαίκτες του εύρισκαν την ευκαιρία να τον ενθαρρύνουν και να τον δικαιολογήσουν. Στις λανθασμένες επιλογές του οι υπαίτιοι ήταν οι αντίπαλοι, πάντα κακοί, μοχθηροί και αντιαθλητικοί.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Πελέ, ο Κρόιφ, ο Πούσκας, ο Μπόμπυ Τσάρλτον και ο Ντι Στέφανο, σιγά – σιγά αποσύρθηκαν. Κατάλαβα ότι έπρεπε να ακολουθήσω κι εγώ. Η Ποδοσφαιρική Παρέα, όμως, συνέχισε για κάμποσα χρόνια ακόμα, έστω και αλλάζοντας σύνθεση, σταδιακά. Η ανανέωση είναι φυσικός νόμος. Άγνωστο τι απέγινε ο Τάκης. Όμως, το φαινόμενο του Τάκη, από τα γήπεδα, πέρασε στο χώρο της πολιτικής. Και ο πιο ανυποψίαστος αναγνώστης, αντιλαμβάνεται ότι Τάκης του τότε είναι ο Τσίπρας του σήμερα. Δεν ξέρω, μάλιστα, τι συμβολίζει η σύμπτωση να αρχίζει και των δύο το όνομα από «Τ». Η ομοιότητα, πάντως, της σχέσης συμπαικτών και Τάκη με τη συμπεριφορά του εκλογικού σώματος με Τσίπρα, είναι πασιφανής. Σε ό,τι λάθος επιλογή και αν πέσει ο Αλέξης, η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος είναι έτοιμη να το παραβλέψει, να το αιτιολογήσει, να το συγχωρήσει. Πράττει άλλα από εκείνα που είχε υποσχεθεί … οι θαυμαστές του είναι έτοιμοι να τον δικαιολογήσουν. Υποχρεώνεται σε αδιανόητους, ταπεινωτικούς συμβιβασμούς, αντίθετους με τα πιστεύω και τις προηγούμενες εξαγγελίες του … το άδικο το έχουν οι κακοί και ανθέλληνες δανειστές μας. Δικαιολογημένα, λοιπόν, παρά τις όσες λαθεμένες ενέργειες, δικές του ή των μελών της κυβέρνησής του (πάντα ο καπετάνιος είναι υπεύθυνος για το πλήρωμα), οι δημοσκοπήσεις, του δίνουν την πρώτη θέση στις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος –και με διαφορά. Τι κι αν αγωνιζόμαστε, τώρα, και τρέχουμε να κλείσουμε το τρισκατάρατο τρίτο Μνημόνιο (με συγχωρείτε … Συμφωνία) με κατά πολύ επαχθέστερους όρους από πριν… Ο Τσίπρας της πολιτικής είναι ο Τάκης των γηπέδων – και αντίστροφα! Όλοι τον αγαπούν, όλοι τον πιστεύουν και όλοι ελπίζουν σ’ αυτόν – δηλ. σχεδόν, όλοι!!!
Τελικά, τα κανάλια και οι μετέχοντες στα στρογγυλά τραπέζια (πολλά από τα οποία είναι όντως κυκλικού σχήματος) μας έχουν τρελάνει στις αναλύσεις και στις κομματικές αντιπαραθέσεις. Έχουμε κουραστεί να ακούμε και έχουμε υποχρεωτικά γνωρίσει και μάθει όλους τους αξιωματούχους των Βρυξελλών και του ΔΝΤ, τις συνήθειες, το παρελθόν και τις παρέες τους. Εκείνο που δεν έχουμε καταλάβει είναι το φαινόμενο Τάκη, δηλ. ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής της πολιτικής σκηνής, προορισμένος να παίξει ηγετικό ρόλο για τα πολλά χρόνια που θα ακολουθήσουν. Δεν παίζουν και τόσο ρόλο οι λαθεμένες επιλογές, οι αμφίσημες πρωτοβουλίες, οι ουτοπιστικές εξαγγελίες, οι απραγματοποίητες υποσχέσεις, τα επαναλαμβανόμενα λάθη του. Ούτε το αριστερό προφίλ που θέλει να προβάλλει. Ποιος νοιάζεται σήμερα για όλα αυτά; Η δημοκρατικά εκλεγμένη Αριστερή κυβέρνηση ήρθε αργά, απροετοίμαστη και εκτός κλίματος στην Ελλάδα, όπως έχει γίνει πολλές φορές και με τόσα άλλα … όπως παλιότερα στο χώρο της φιλολογίας, με το Ρομαντισμό… Η ουσία είναι ότι ο Τσίπρας είναι ένα φαινόμενο στο χώρο της πολιτικής της χώρας μας, είναι το χαϊδεμένο παιδί του εκλογικού σώματος και δεν φαίνεται στον ορίζοντα άλλος πολιτικός που να μπορεί να τον απειλήσει.
Δικαιολογημένα, η ηλικιωμένη κυρία, που θα μπορούσε να είναι και μεγαλύτερη σε ηλικία από τη μητέρα του σημερινού πρωθυπουργού, ρωτάει το συνομιλητή της, με ένα διάπλατα μεγάλο και πονηρό χαμόγελο ικανοποίησης στα χείλη και χωρίς η συζήτηση που εξελισσόταν να έχει σχέση με την πολιτική: «Πειράζει που μου αρέσει ο Τσίπρας;» … και μάλιστα στο προαύλιο της εκκλησίας, μετά τη λειτουργία! Ο Θεός, βοηθός…
[email protected]

