
Μια απολαυστική κωμωδία για τα δικαίωματα στον έρωτα και την εργασία.
PRIDE
Σκην.: Μάθιου Γουόρτσας
Πρωτ.: Μπεν Σνέτσνερ, Μπιλ Νάι, Ιμέλντα Στώντον, Άντριου Σκοτ
Το 1984, μια παρέα ομοφυλόφιλων ακτιβιστών στο Λονδίνο, αποφασίζει να συμπαρασταθεί στους απεργούς μεταλλωρύχους, που αντιστέκονται στον θατσερικό αυταρχισμό. Έτσι, ταξιδεύουν σ’ ένα απομακρυσμένο μεταλλευτικό χωριό της Ουαλίας, όπου θα πρέπει ν’ αντιμετωπίσουν την άγνοια και την προκατάληψη των κατοίκων.
Κοινωνική κωμωδία, που εξιστορεί πραγματικά γεγονότα και βρέθηκε φέτος υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας. Παρομοίως με προηγούμενους τίτλους βρετανικών κωμωδιών, όπως οι «Άντρες με τα όλα τους» («The full Monty», Πίτερ Κατάνεο, 1997) και «Billy Elliot» (Στίβεν Ντάλντρι, 2000), το φιλμ συνδυάζει διεκδικήσεις που αφορούν την εργασία καθώς επίσης τη σεξουαλική και την έμφυλη ταυτότητα.
Θυμίζοντας ότι η “πρόοδος” και η “ωριμότητα” των κοινωνιών δεν προκύπτουν αυτομάτως σε κανέναν τομέα, αλλά με συλλογικότητα, αγωνιστικότητα και αλληλεγγύη, η ταινία στήνει τη συνηθισμένη και προβλέψιμη ιστορία της με έξυπνο χιούμορ, χαριτωμένους χαρακτήρες, απολαυστικές ερμηνείες, γρήγορο ρυθμό και βεβαίως την ανάλογη προοδευτική ρητορική, που κορυφώνεται στην ανταπόδωση της συμπαράστασης από τους μεταλλωρύχους στην παρέλαση του Pride, οι αιώνιες και οικουμενικές εσωτερικές διαφωνίες του οποίου αναδεικνύονται σύντομα αλλά εύστοχα.
ΟΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ
EVERY THING WILL BE FINE
Σκην.: Βιμ Βέντερς
Πρωτ.: Τζέιμς Φράνκο, Σαρλότ Γκενσμπούργκ, Μαρί- Ζοζέ Κροζ, Ρέιτσελ ΜακΆνταμς
Σε μια χιονισμένη επαρχιακή καναδική πόλη, ο φιλόδοξος συγγραφέας Τομά, σκοτώνει κατά λάθος ένα μικρό παιδί με το αυτοκίνητό του. Το γεγονός τον ρίχνει σε κατάθλιψη και αναστατώνει τη ζωή του.
Ανατρέχοντας σε τίτλους όπως τα «Buena Vista Social Club» (1999), «Pina» (2011) και «Το αλάτι της γης» («The salt of the earth», 2014), διαπιστώνει κανείς ότι τα τελευταία 15 χρόνια, ο 70χρονος γερμανός Βέντερς διαγράφει μια θριαμβευτική πορεία στο ντοκιμαντέρ, αντιστρόφως ανάλογη μ’ αυτή που ακολουθεί πλέον στη μυθοπλασία. Ακόμα ένα δείγμα της δέυτερης αποτελεί αυτό το άνευρο και άρρυθμο ψυχολογικό δράμα, με το μισοκοιμισμένο βλέμμα του Φράνκο να προσπαθεί ν’ αποδώσει την (κατά-)θλίψη του Τομά, και με τα πλατειασμένα ζητήματα της πλοκής να επιλύονται εύκολα και αναίμακτα.

