
Βρισκόμαστε στα 1829. Ύστερα από μια μακρόχρονη σκλαβιά και μια εξαντλητική επανάσταση, ήταν καιρός η χώρα μας να βρει το δρόμο της. Εξάλλου, όπως το λένε, η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Τώρα, αν ξανά προς τα δόξα τραβά, αυτό δεν μπορώ να σας το εγγυηθώ, γιατί πολλές φορές πληρώνει αμαρτίες. Ανεξάρτητη λοιπόν η χώρα μας και οι διαβουλεύσεις και οι διαδικασίες για την εκλογή βασιλιά άρχισαν να δρομολογούνται. Δεν ήταν όμως εύκολο πράγμα αυτή η επιλογή για ένα μικρό κράτος μεν αλλά με μεγάλη ιστορία και προσφορά.
Τρεις Ευρωπαίοι πρίγκηπες αρνήθηκαν ν’ αναλάβουν την ευθύνη του θρόνου. Πρώτος ήταν ο Κάρολος της Βαυαρίας, μικρότερος αδελφός του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδουβίκου. Δεύτερος ήταν ο Ιωάννης ο μετέπειτα βασιλιάς της Σαξονίας και τρίτος ο πρίγκηπας Λεοπόλδος, μετέπειτα βασιλιάς του Βελγίου.
Τελικά ύστερα από πολλές διαβουλεύσεις κατέληξαν να προτείνουν στις 13 Φεβρουαρίου του 1832 τον ανήλικο τότε Όθωνα, πρίγκηπα της Βαυαρίας, γιο του Λουδοβίκου Α’. Είχαν τον λόγο τους και τον διάλεξαν οι προστάτες μας (Γαλλία, Αγγλία και Ρωσία).
Δεν ήταν μόνο ότι οι Βαυαροί ήταν φιλέλληνες, για εκείνη την εποχή εννοώ, γιατί σήμερα μόνο αυτό δεν μπορούμε να πούμε, αλλά και ότι η Βαυαρία δεν είχε βλέψεις στο συγκεκριμένο χώρο της Ανατολής πράγμα που το υπολόγιζαν οι προστάτιδες δυνάμεις, των οποίων τα συμφέροντα ήταν μεγάλα στην περιοχή.
Έτσι τον Μάιο του 1832 υπογράφηκε στο Λονδίνο μια διεθνής συνθήκη μεταξύ των τριών δυνάμεων και της Βαυαρίας. Τότε βέβαια ο βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος έθεσε έναν όρο για το γιο του να είναι αποδεκτός αφενός από τον ελληνικό λαό και αφετέρου να ανακηρυχθεί βασιλιάς των Ελλήνων από την Ελληνική Εθνοσυνέλευση.
Πράγματι στις 24 Νοεμβρίου 1832 ξεκινά από το Μόναχο για την Ελλάδα ο νέος βασιλιάς Όθωνας. Πολύ μικρός στην ηλικία, μόλις 17 χρονών. Η αναχώρηση ήταν συγκινητική, με πολλές ευχές αλλά και πολλά δάκρυα. Η μητέρα του, βασίλισσα της Βαυαρίας αποχωριζόταν με πόνο αλλά και υπερηφάνεια το μικρό της γιο, που θα γινόταν βασιλιάς της χώρας μας. Έπειτα από πολλών ημερών ταξίδι στην Αδριατική και μετά στο Ιόνιο φθάνουν στην Ελλάδα ο Όθωνας και η συνοδεία του.
Πολλά κυκλοφορούσαν και πολλά λέγονταν, όπως ότι ο ήρωας της Επανάστασης του 1821 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης θα προέβαλε αντίσταση στη νέα βασιλική κυβέρνηση.
Ομως βασιλιά απέκτησε η χώρα μας και όπως λέει ο λαός μας: όλα του γάμου δύσκολα... θα έπρεπε να επιλέξει ο νέος βασιλιάς και τη βασίλισσά του.
Τα προξενιά έδιναν και έπαιρναν, δικαιολογημένα άλλωστε. Πολλή πέραση, όπως και σήμερα, είχαν οι Ρωσίδες και μάλιστα φημολογούνταν ως υποψήφια νύφη πριγκίπισσα Όλγα από την οικογένεια των Τσάρων.
Ο Όθωνας όμως τήρησε τη λαϊκή ρήση αν και Βαυαρός: “παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο” και πηγαίνει το 1836 στο Μόναχο. Η υποδοχή που του έγινε ήταν αποθεωτική και όλοι γνώριζαν ότι η επίσκεψή του αυτή προσδοκούσε σε αναζήτηση νύφης! Πολλά ήταν τα ονόματα που έπεσαν στο τραπέζι, πολλοί οι έρωτες αλλά,... μία είχε το τυχερό!
Το συναισθηματικό μαγείρεμα κράτησε κάμποσο καιρό και τέτοιες μέρες, γύρω στα μέσα Αυγούστου του 1836 ο Όθωνας που βρισκόταν στην περίφημη λουτρόπολη της Βοημίας Φράντσεμπουντ, έγραψε στον πατέρα του βασιλιά Λουδοβίκο στο Μόναχο ότι κατέληξε στην Αμαλία. Σίγουρα η μελλοντική βασίλισσα των Ελλήνων τον είχε εντυπωσιάσει με την ομορφιά της και την εξυπνάδα της. Η αλήθεια είναι ότι η Αμαλία είχε πολλά χαρίσματα, οπωσδήποτε όμως δεν επρόκειτο για έναν παράφορο έρωτα, αλλά μάλλον για μια λογική απόφαση που πίστευε ότι θα ικανοποιούσε και τον πατέρα του! Η Αμαλία επίσης έβλεπε ότι ο γάμος αυτός θα ήταν προς το συμφέρον της, γιατί θα γινόταν βασίλισσα μιας χώρας με πλούσια ιστορία!
Η Αθήνα δεν είχε ιδέα για τα όσα συνέβαιναν στη Βαυαρία τκαι α πέριξ πριγκιπάτα. Ο ‘Οθωνας είχε φύγει από το Μάη του 1836 και κόντευε να τελειώσει ο χρόνος, αλλά καμία είδηση δεν κυκλοφορούσε περί γάμου του. Με πλήρη εχεμύθεια έγιναν όλες οι διαδικασίες και ό,τι άλλο χρειαζόταν και μια μέρα του Νοέμβρη του 1836, στη μεγάλη αίθουσα των ανακτόρων του Ολντεμπουργκ, έγινε ο γάμος του Όθωνα και της Αμαλίας. Θα έλεγε κανείς ότι δεν θέλανε να κάνουν πολύ θόρυβο. Ο γάμος έγινε σε κλειστό οικογενειακό κύκλο. Το μήνα του μέλιτος το νεαρό ζευγάρι τον πέρασε σε ένα εξοχικό του πρίγκιπα του Ολντεμπουργκ και στις αρχές Δεκέμβρη του 1836 γύρισαν στο Μόναχο για να ετοιμαστούν για την επιστροφή τους στην Αθήνα.
Ο Όθωνας με την Αμαλία έφυγαν για την Ελλάδα μέσω Τεργέστης, όπως ήταν το καθιερωμένο δρομολόγιο εκείνη την εποχή. Είχαν μαζί τους όχι λίγους αυλικούς και υπηρετικό προσωπικό. Ήταν τρεις Κυρίες της Τιμής για την Αμαλία, επτά καμαριέρες, τρεις γιατροί, πολλοί υπάλληλοι της Αυλής και υπηρέτες - θαλαμηπόλοι όλοι όπως τους λέγανε. Το ταξίδι από το Μόναχο μέχρι την Τεργέστη έγινε με πολλές άμαξες. Μετά επιβιβαστήκανε σε πολεμικό σκάφος και άρχισε το πολυήμερο ταξίδι για τον Πειραιά, όπου φτάσανε στις 2 Φεβρουαρίου 1837. Ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους. Η υποδοχή του βασιλικού ζεύγους ήταν πανηγυρική. Όλοι καμαρώσανε τον Όθωνα που είχε γίνει παλληκάρι σωστό. Θαυμάσανε την Αμαλία, γιατί ήταν μια κοπέλα όχι μόνο ωραία αλλά και χαρούμενη. Είχε γαλανά μάτια και το κορμί της ήταν σαν άγαλμα. Στην άμαξα απέναντι από την Αμαλία καθόταν η Κυρία των τιμών Ουέλ και απέναντι από τον Όθωνα ο υπασπιστής του Σκαρλάτος Σούτσος.
Η υποδοχή που επιφυλάχθηκε στο βασιλικό ζεύγος ήταν πρωτοφανής. Όταν η βασιλική πομπή έφθασε στον Κεραμεικό μαθήτριες του Παρθεναγωγείου Χιλλ προσέφεραν στην Αμαλία ένα μπουκέτο με άνθη ροδιάς, όπως συνήθιζαν τότε οι Αθηναίοι να προσφέρουν στους νεόνυμφους. Το βασιλικό ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο νέο προσωρινό παλάτι που βρίσκονταν οι οικίες Βούρου και Αφθονίδου, κοντά στη σημερινή πλατεία Κλαυθμώνος. Την επόμενη μέρα έγινε μεγάλη δεξίωση όπου παρευρέθηκαν μέλη του διπλωματικού σώματος, πολιτικές και στρατιωτικές αρχές, ανώτατοι κρατικοί υπάλληλοι και πολλοί επίσημοι προσκεκλημένοι. Η βασίλισσα Αμαλία από την πρώτη ημέρα κέρδισε τη συμπάθεια όλων. Το φέρσιμό της σε μια ξένη χώρα ήταν άψογο και κατάφερε να έχει την εμπιστοσύνη πολλών!

