Το πατρικό μου βρίσκεται σε μια πάροδο της Εβανς, σε ένα δρόμο που έχουν απομείνει τρία τέσσερα νεοκλασικά, του Ματζαπετάκη ανάμεσά τους και του καθηγητή Παρλαμά, τα περισσότερα ερειπωμένα.
Κάποτε, από το μπαλκόνι του σπιτιού μου έβλεπα τον τάφο του Καζαντζάκη και την Καινούργια Πόρτα – ποτέ δεν την είπαμε πύλη του Ιησού. Σήμερα βλέπω μια σχολή χορού και αδιάφορες, νεόφτωχες πολυκατοικίες που πήραν τη θέση μικρών σπιτιών με αυλές και λουλούδια. Μα δεν χρειάζονται μεμψιμοιρίες.
Όποτε κατεβαίνω απ’ την Αθήνα - όπου ζω εδώ και χρόνια- στο Ηράκλειο, δεν παραλείπω να κάνω μια βόλτα κάποιο απόγευμα στον τάφο του Καζαντζάκη για να θυμηθώ σπαράγματα από τα εφηβικά μου χρόνια, να δω από ψηλά την πόλη όπου μεγάλωσα και να κάνω λίγη παρέα στον συγγραφέα που αγάπησα και θα με συντροφεύει πάντα –έχω μόνιμα την Αναφορά στον Γκρέκο πάνω στο γραφείο μου.
Πριν από ένα χρόνο περίπου είδα με χαρά και έκπληξη ότι είχαν επιτέλους αναδείξει την Καινούργια Πόρτα, την είχαν καθαρίσει και την είχαν λαμπρύνει, την είχαν κάνει κοντολογίς Καινούργια. Μια ζωή ως τότε γνώριζα την πύλη αυτή κλειστή, αραχνιασμένη, μ’ ένα μικρό καφενεδάκι στη σκιά της. Έκαναν εκεί στάση τα λεωφορεία που τραβούσαν για το νότο. Μιλάμε για πολύ παλιά. Κάποτε, σαν ήμουν παιδί ακόμα, κολλούσα το αυτί μου στη βαριά, ξύλινη πόρτα της και νόμιζα πως άκουγα τις φωνές των βενετσιάνων στρατιωτών που τη φύλαγαν. Αχ, πότε θα άνοιγε αυτή η πόρτα, σκεφτόμουν. Ύστερα σκούπιζα το αυτί μου από τις σκόνες και τραβούσα το δρόμο μου.
Ετούτο το καλοκαίρι, καθώς τρώγαμε με μια παρέα σε μια ψαροταβέρνα στην Αλικαρνασσό –πάνω στο κύμα αυτή εδώ, απόμακρη, με φόντο το στριφνό κτίριο των φυλακών- κι αφού είχαμε ταϊσει τις ζητιάνες γάτες με τα απομεινάρια από τα μπαρμπούνια και τους σκάρους (η κρίση, μ’ εννοείτε), ζήτησα από την ευγενική ομήγυρη να με πληροφορήσει αν υπήρχε κάποιο ζαχαροπλαστείο στο Ηράκλειο να φτιάχνει ένα παγωτό της προκοπής. Έχω χρόνια να φάω ένα παγωτό της προκοπής. Μια φίλη γιατρίνα (που καλύτερα να μην το μάθει ο άντρας της ότι ήταν μαζί μας εκείνο το βράδυ) μου είπε ότι το καλύτερο παγωτό της πόλης το φτιάχνει ένα εργαστήριο ζαχαροπλαστικής στον δρόμο πίσω ακριβώς από την Όαση. «Θα το βρεις», μου είπε, «στον περιμετρικό της Όασης, κάπου πεντακόσια μέτρα μετά την Έργανο». Το όνομα δεν θυμόταν να μου το πει.
Την άλλη μέρα, αφού ήπια τον καφέ μου και διάβασα λίγο απ’ το βιβλίο του Σατωβριάνδου για την Ελλάδα (βιβλίο εξαντλημένο που είχα βρει στο δανειστικό της Βικελαίας, να ‘ναι καλά), πήρα το δρόμο για την Όαση και το ζαχαροπλαστείο με το περίφημο παγωτό.
Δεν είχα κάνει πέντε ζάλα (συγχωρέστε μου την έκφραση, αλλά καμιά φορά εμφιλοχωρούν στο λόγο μου ζιζάνια μιας άλλης ντοπολαλιάς), κι ετοιμαζόμουν να περάσω τις στοές της Καινούργιας Πόρτας όταν είδα εμβρόντητος την παρακείμενη πύλη ανοιχτή. Ήταν δώδεκα το μεσημέρι κι ο ήλιος έκαιγε. Η ανοιχτή πόρτα υποσχόταν μια δροσερή σκιά. Είδα κιόλας ότι στην είσοδο υπήρχε ένα μεγάλο μπάνερ (λάβαρο πες) που έλεγε πως μέσα σε περίμενε (τον περαστικό διαβάτη ήγουν) μια έκθεση σχετικά με τον Καζαντζάκη. Μπρε, μπρε, μάτια μου! Τι είναι πάλι ετούτο το θάμα;
Χωθηκα μέσα ολοσχερώς. Κι ένα δέος με τρεμούλιαζε γιατί ήταν ετούτο ένα όνειρο παιδικό, να βρεθώ μέσα στην πύλη. Κι ήταν το θέαμα εξαίσιο. Είχανε στήσει μες στην υπέροχη τούτη στοά μια έκθεση για τον μεγάλο Κρητικό συγγραφέα. Και μάλιστα τόσο κοντά στον τάφο του. Ακριβώς ό,τι χρειαζόταν. Δεν θα μιλήσω για τον χώρο επειδή όλοι θα τον έχετε επισκεφτεί (αστειεύομαι). Ούτε για τον Σπύρο θα μιλήσω που φυλάει την πύλη σαν απόγονος των Βενετσιάνων και κερνάει ως γνήσιος Κρητικός τους τουρίστες με ρακί και με καλή καρδιά. Μα δεν μπορώ να μην μιλήσω για το γέλιο που έκαμα σαν σκέφτηκα πως αυτόν τον Καζαντζάκη που η Εκκλησία μας παρολίγο να αφορίσει, τον τιμούν και τον γιορτάζουν ακριβώς στην πύλη του Ιησού.
Άρης Σφακιανάκης

