Του Αιμίλιου Ψαθά

Βλέποντας πολλούς Έλληνες να διαβάζουν συχνά κάποια άνοστα μυθιστορήματα, μου έρχεται στον νου η ομορφιά των έργων των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, τους οποίους αδικαιολογήτως περιφρονούμε και δικά τους έργα δεν μελετούμε.

Ως παράδειγμα αναφέρω τον πατέρα της ιστορίας, τον Ηρόδοτο. Είναι απόλαυση να τον μελετάς. Έζησε τον πέμπτο αιώνα π. Χ. (484-425 π. Χ.), δηλαδή δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν από την εποχή που ζούμε εμείς σήμερα. Αρχαίος ταξιδευτής. Ακούραστος. Γύρισε όλον τον τότε γνωστό κόσμο. Μάζευε και κατέγραφε πληροφορίες. Σημείωνε ό,τι αξιόλογο, ό,τι αξιοπερίεργο, ό,τι παράξενο έβλεπε.

Μελετώντας την ιστορία του αναρωτιέται κανείς με τι μέσα ταξίδευε τα αρχαία εκείνα χρόνια, με τι έξοδα, πού και πώς κρατούσε τις σημειώσεις του, πώς συνεννοούνταν με τους αλλόγλωσσους, πώς αντιμετώπιζε τους κινδύνους στα ταξίδια…

Μας πληροφορεί ποιοι λαοί ζούσαν τότε στην Ευρώπη, στην Αφρική, στην Ασία. Ποια ήταν η θρησκεία τους, ποιες οι συνήθειές τους, ποια η κουλτούρα τους, πώς παντρεύονταν, πώς έθαβαν τους νεκρούς τους, τι πολέμους έκαναν… Μιλά για τους βασιλιάδες τους, για τους θεούς τους, για ναούς και παλάτια. Τι έτρωγαν, πώς ντύνονταν…

Μπορεί τα στοιχεία του να μην είναι πάντοτε ακριβή. Μπορεί μερικές φορές οι πληροφορίες του να μας φαίνονται αφελείς ή υπερβολικές ή και απίθανες. Όμως στην μακρινή εκείνη εποχή (5ος αιώνας π.Χ.) κάποια απίθανα για εμάς ήταν τότε πιθανά.

Διηγείται με τρόπο γλαφυρό , χαριτωμένο, συναρπαστικό. Από το στόμα του η αλήθεια ακούγεται σαν παραμύθι. Σαν διήγηση από έναν μακρινό προπάππο μας, που η φωνή του, χαραγμένη στα βιβλία του, ακούγεται μέσα από τα βάθη των αιώνων. Διηγείται στα εγγόνια του , σ’ εμάς τους τωρινούς Έλληνες, σύμφωνα με τα δικά του λόγια , στην δική του διάλεκτο, γεγονότα «μεγάλα τε και θωμαστά… ως μη τω χρόνω εξίτηλα γένηται» (=γεγονότα μεγάλα και αξιοθαύμαστα , για να μην ξεχαστούν με τα χρόνια).

Η ιστορία του τελειώνει με τους περσικούς πολέμους , που συνέβησαν στον αιώνα που ζούσε. Εξυμνεί την ανδρεία των Ελλήνων, έργο κατ’ εξοχήν «θωμαστόν».

Είναι πραγματικά απόλαυση να τον μελετάς. Συναρπαστικό ανάγνωσμα. Διαβάστε τον. Θα ενθουσιαστείτε.

Ως παράδειγμα του τρόπου που γράφει παραθέτω απόσπασμα από τα έθιμα των αρχαίων Βαβυλωνίων (μετάφραση Άγγελου Βλάχου, Κλειώ, παράγρ. 194-199). Την εποχή εκείνη η Βαβυλώνα (στο σημερινό Ιράκ, νοτίως της Βαγδάτης) με τα περίχωρα αποτελούσε κράτος ολόκληρο, ήταν όπως σ’ εμάς σήμερα, ας πούμε, το Παρίσι. Απολαύστε τον.

«Τα έθιμά τους είναι τ’ ακόλουθα. Το καλύτερο απ’ όλα, καθώς νομίζω, που το έχουν και οι Ενετοί της Ιλλυρίας όπως έχω πληροφορηθεί, είναι ότι σε κάθε χωριό μια φορά τον χρόνο έκαναν το εξής: συγκέντρωναν και οδηγούσαν στο ίδιο μέρος όλες τις κοπέλες που είχαν φτάσει σε ηλικία γάμου. Γύρω τους μαζεύονταν οι άντρες. Ένας κήρυκας τις πουλούσε, πηγαίνοντας να σταθεί μπροστά στην καθεμιά. Άρχιζε από την πιο όμορφη. Κι όταν έβρισκε αυτή αγοραστή με ψηλή τιμή , πουλούσε την δεύτερη σε ομορφιά. Τις πουλούσε για γάμο. Όσοι Βαβυλώνιοι ήταν σε ηλικία γάμου και είχαν χρήματα, υπερθεμάτιζαν για τις πιο όμορφες, οι φτωχοί γαμπροί που δεν ήθελαν ομορφιά, έπαιρναν τις πιο άσχημες, αλλά και χρήματα μαζί. Και τούτο επειδή ο κήρυκας, αφού τελείωνε το πούλημα των πιο ωραίων, σήκωνε την πιο άσχημη και την πρόσφερε σε όποιον θα ζητούσε τα λιγότερα χρήματα. Τα χρήματα αυτά ήσαν από το πούλημα εκείνων που ήσαν ωραίες. Έτσι αυτές βοηθούσαν να παντρευτούν οι άσχημες και οι ανάπηρες. Κανείς δεν μπορούσε να παντρέψει την κόρη του όπως ήθελε ο ίδιος ούτε μπορούσε να πάρει στο σπίτι του την κόρη που είχε αγοράσει χωρίς να παρουσιάσει εγγυητή. Έπρεπε να παρουσιάσει εγγυητή ότι θα την πάρει νόμιμη γυναίκα του. Αν δεν πήγαινε καλά ο γάμος και χώριζε το αντρόγυνο, τότε έπρεπε να επιστραφούν τα χρήματα, όπως το όριζε ο νόμος. Επιτρεπόταν να έρθουν νέοι από άλλο χωριό και να λάβουν μέρος στον πλειστηριασμό. Αυτός ήταν ο καλύτερός τους νόμος, αλλά δεν υπάρχει πια , επειδή βρήκαν κάτι άλλο τώρα για να μην κακοπαθαίνουν οι κοπέλες και για να μην τις παίρνουν στην ξενιτειά. Από τότε που υποδουλώθηκαν (στους Πέρσες) και καταστράφηκαν και εξαθλιώθηκαν, κάθε φτωχός που δεν έχει να ζήσει εκπορνεύει τις κόρες του.

Η δεύτερη σοφότερη συνήθεια είναι ότι τους αρρώστους τους πηγαίνουν στην αγορά, επειδή δεν έχουν γιατρούς. Πλησιάζουν τον άρρωστο όσοι έπαθαν την ίδια αρρώστια ή γνώρισαν κάποιον που την έπαθε και τον συμβουλεύουν να κάνει τα όσα γιάτρεψαν αυτούς τους ίδιους ή γιάτρεψαν εκείνον που ήξεραν. Δεν επιτρέπεται να περάσεις κοντά από άρρωστο χωρίς να του μιλήσεις και χωρίς να τον ρωτήσεις τι αρρώστια έχει».