
Εξετάζει προσφυγή για ακύρωσή του
Εκτάκτως συγκαλείται την Παρασκευή η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας προκειμένου να κρίνει την τύχη του δημοψηφίσματος της Κυριακής.
Στο μικροσκόπιο του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου μπαίνει η προσφυγή των δυο πολιτών (ενός δικηγόρου τέως συμβούλου Επικρατείας και ενός μηχανικού) που κάνουν λόγο για αντισυνταγματικό και παράνομο δημοψήφισμα και ζητούν το «πάγωμα» του.
Μετά την συζήτηση της προσφυγής σε δημόσια συνεδρίαση στις 12 αύριο το μεσημέρι, οι σύμβουλοι Επικρατείας θα μπουν σε διάσκεψη κεκλεισμένων των θυρών.
Η απόφαση της Ολομέλειας θα δημοσιευθεί αυθημερόν και θα κρίνει εάν θα διεξαχθεί ή όχι το δημοψήφισμα.
Η αίτηση ακύρωσης των δύο πολιτών ενώπιον της Ολομέλειας του ΣτΕ θα συζητηθεί με πρόεδρο τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας Νικόλαο Σακελλαρίου και εισηγητή τον σύμβουλο Επικρατείας Δημήτρη Σκαλτσούνη.
Υπενθυμίζεται ότι οι δυο πολίτες έχουν δηλώσει πως σήμερα θα καταθέσουν στο ΣτΕ αίτηση με την οποία θα ζητούν να εκδοθεί προσωρινή διαταγή που να μπλοκάρει το δημοψήφισμα. Ωστόσο, μετά τον προσδιορισμό της κυρίας προσφυγής καθίστανται άνευ αντικειμένου η αίτηση για προσωρινή διαταγή.
Στην προσφυγή τους οι δύο πολίτες υποστηρίζουν ότι τόσο η πράξη του υπουργικού συμβουλίου για την πρόταση διεξαγωγής δημοψηφίσματος, όσο και το Προεδρικό Διάταγμα για την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, προσκρούουν στο άρθρο 44 του Συντάγματος και στο νόμο 4023/2011 που αφορά τους κανόνες διεξαγωγής των δημοψηφισμάτων.
Αναλυτικότερα, υπογραμμίζουν ότι από τις συνταγματικές επιταγές δεν επιτρέπεται να τίθεται σε δημοψήφισμα ερωτήματα τα οποία «ανάγονται στην διαχείριση της δημοσιονομικής πολιτικής και την αντιμετώπιση ζητημάτων που προκύπτουν ή επηρεάζουν άμεσα (δυσμενώς ή ευμενώς) την δημοσιονομική κατάσταση του κράτους».
Επιπρόσθετα- υποστηρίζουν- παραβιάζεται η νομοθεσία που αφορά την διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων (νόμος 4023/2011), καθώς το ερώτημα που τίθεται και καλείται να αποφανθεί ο Έλληνας πολίτης δεν διατυπώνεται με τρόπο σαφή και σύντομο -όπως απαιτεί ο νόμος- αλλά είναι πολυσύνθετο, περιγράφεται με ειδικούς τεχνικούς και επιστημονικούς όρους, οι οποίοι
είναι «αδύνατον να γίνουν κατανοητοί από την συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων».
Όμως, από την διατύπωση του ερωτήματος δεν προσδιορίζονται «έστω κατά προσέγγιση» οι νομικές και οι οικονομικές συνέπειες στην κρατική λειτουργία και την κοινωνική ζωή του τόπου «εκ της υιοθετήσεως της μίας ή της άλλης εκ των δύο ζητουμένων απαντήσεων».
«Έτσι, λόγω του τρόπου διατύπωσης του ερωτήματος οι νομοθετικές πράξεις για την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος είναι μη νόμιμες και άκυρες» όπως αναφέρουν οι δύο πολίτες στην προσφυγή τους, που καταλήγουν: «Παράλληλα, είναι παράνομες λόγω του σύντομου χρόνου διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, που έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά αδύνατη την ενημέρωση του εκλογικού σώματος».

