
Του Γιάννη Ζωράκη
“Σπίτια της καρδιάς” είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου από την Αγγελική Κίτσου Μαγαράκη, που περιλαμβάνει ένα μαγευτικό ταξίδι, στην Κωνσταντινούπολη, την Ανατολική Θράκη, την Προποντίδα, τον Πόντο, την Καππαδοκία, την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας, τα νότια παράλια και την Ιωνία.
Με αγάπη για τις ρίζες της, η Αγγελική Κίτσου Μαγαράκη, παρουσιάζει ένα πολύ όμορφο οδοιπορικό λεύκωμα με πλούσιες φωτογραφίες και υλικό.
Γι’ αυτό, τις ρίζες και τα ταξίδια της μιλά σε μια αποκλειστική συνέντευξη της στην “Π” όπου παρουσιάζει το βιβλίο, τις σκέψεις και τους προβληματισμούς της.
Αναλυτικά η συνέντευξη έχει ως εξής:
Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με την συγκεκριμένη θεματική;
Από πολύ μικρή στις αφηγήσεις των δικών μου ανθρώπων άκουγα για την Πατρίδα, εκείνη που άφησαν με μεγάλο σπαραγμό και που ποτέ δεν ξέχασαν. Σημείο αναφοράς, το σπίτι, ο ομφάλιος λώρος που έδενε κάθε ξεριζωμένη οικογένεια με τη μάνα γη. Με την πάροδο του χρόνου και μετά από το πρώτο ταξίδι «προσκύνημα» σ’ εκείνους τους τόπους συνειδητοποίησα την αξία αυτών των σπιτιών, που δεν ανήκουν πια σ’ εκείνους που τα έχτισαν, που έζησαν, χάρηκαν και πόνεσαν εκεί. Δεν μπορούμε να τα χαρούμε ούτε εμείς που έχουμε ρίζες από εκεί. Μπορούμε όμως να τα κρατήσουμε ζωντανά στην καρδιά μας. Πιστεύω λοιπόν ότι το χρωστούσα σε όλους εκείνους που έφυγαν με το «Καλή Πατρίδα» στα χείλη. Νιώθω πως η ψυχή τους φτερουγίζει ακόμη εκεί. Το λεύκωμα βέβαια απευθύνεται στους νέους που έχουν ρίζες από τις «αλησμόνητες πατρίδες», και όχι μόνο, για να γνωρίσουν, όσο γίνεται μέσα από ένα βιβλίο, και κυρίως να νιώσουν τη μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας που έζησαν εκεί. Τα σπίτια, μέρος αυτού του πολιτισμού, αν και ευάλωτα στο χρόνο και στην αναλγησία των ανθρώπων, μπορούν να μας πουν πολλά και κυρίως είναι οι αδιάψευστοι μάρτυρες για το «πέρασμα» των αγαπημένων μας από εκείνα τα μέρη. Δεν ξέρω πόσα από αυτά θα υπάρχουν σε λίγα χρόνια... Σε πολλά συνάντησα την επιγραφή “Satilik” («Πωλείται») που δείχνει ότι το μέλλον τους είναι προδιαγεγραμμένο...
Πόσο σας επηρέασαν οι ρίζες σας στο να φθάσετε πιο κοντά σ’ αυτή την έρευνα;
Είμαι Μικρασιάτισσα. Το νιώθω. Και οι δύο γονείς μου γεννήθηκαν εκεί. Ο πατέρας μου στη Μαινεμένη και η μητέρα μου στ’ Αλάτσατα. Τα πρώτα μου ακούσματα η λαλιά της Ιωνίας. Τα πρώτα μου «παραμύθια» ιστορίες από τη Μικρασία. Έτσι μέσα μου σιγά σιγά γεννήθηκε η αγάπη για την Πατρίδα εκείνη την τόσο μακρινή και συνάμα τόσο οικεία. Το πρώτο ταξίδι έγινε στη γενέθλια γη των γονιών μου. Αυτό υπήρξε το κίνητρο και η αφετηρία. Στη συνέχεια γνωρίζοντας όλο και περισσότερες πατρίδες ένιωσα ότι το θόλωμα στα μάτια κι ο κόμπος στο λαιμό συνόδευαν κάθε καινούρια «γνωριμία». Οι χαμένες πατρίδες, που δεν έχουν χαθεί, αφού τις έχουμε στην καρδιά μας, είναι μία ΠΑΤΡΙΔΑ, ενιαία κι αγαπημένη και της χρωστάμε πολλά.
Με ποια κριτήρια ξεχωρίζατε το ένα ή το άλλο σπίτι;
Στα πρώτα ταξίδια οι δυσκολίες ήταν αρκετές, κυρίως η αδυναμία συνεννόησης λόγω γλώσσας. Τα προβλήματα αμβλύνθηκαν με την πάροδο του χρόνου. Συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να εντοπίζω τον πυρήνα της παλιάς πόλης στις αχανείς και άτακτα δομημένες τσιμεντουπόλεις της σύγχρονης Τουρκίας. Στη συνέχεια να ρωτώ μεσήλικες και ηλικιωμένους ντόπιους για το πού βρίσκεται ο «γιουνάν μαχαλεσί», η ελληνική γειτονιά. Μετά όλα ήταν πιο εύκολα. Αετώματα, μαίανδροι, περίτεχνα φουρούσια και μπαλκόνια ή «σαχνισιά» μαρτυρούσαν. Και σε πολλά σπίτια αδιάψευστοι μάρτυρες τα αρχικά των τότε ιδιοκτητών και η χρονολογία κτίσεως. Τα νεοκλασικά ελληνικά σπίτια, στις αστικές και ημιαστικές περιοχές, μιλούν με τη σιωπή τους...
Ποια από τις εικόνες που έχετε συλλέξει σας έχει κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση και γιατί;
Οι εικόνες της εγκατάλειψης που πονάνε. Οι εικόνες της αναπαλαίωσης και του σεβασμού προς τους κτήτορες που δείχνουν πολιτισμό και σε ανακουφίζουν. Όλα αυτά μαζί, συνυπάρχουν. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω. Στην καρδιά μου έχω κλείσει πολύ περισσότερες εικόνες από αυτές που έχει απαθανατίσει ο φωτογραφικός φακός. Μακάρι να μπορούσα να αγκαλιάσω όλα αυτά τα σπίτια από το πιο ταπεινό μέχρι το μεγαλοπρεπέστερο. Τα έχω αγαπήσει όλα. Το καθένα από αυτά κάτι μου ψιθύρισε... και εξακολουθεί να μου λέει...
Άλλες εικόνες στο βιβλίο είναι έγχρωμες, άλλες ασπρόμαυρες. Υπάρχει λόγος για την επιλογή;
Κατ’ αρχήν δεν θα μπορούσαν να είναι όλες έγχρωμες, αν και αυτό θα ήταν το ιδανικό ίσως, λόγω πολύ μεγάλου κόστους. Σε συνεργασία με την επιμελήτρια του βιβλίου κ. Φωτεινή Στεφανίδη, που είναι εικαστικός, επιλέξαμε αρχικά κάποιες φωτογραφίες από κάθε ενότητα που θεωρήσαμε ότι το χρώμα ήταν καθοριστικό ώστε να αποδώσει όσο πιο πιστά γίνεται την πραγματικότητα. Αναφέρω για παράδειγμα τα σπίτια της Περγάμου με τα έντονα χρώματα.
Θέλω να τονίσω επίσης ότι οι φωτογραφίες είναι ερασιτεχνικές, χωρίς καλλιτεχνικές αξιώσεις και χωρίς ιδιαίτερη επεξεργασία, διότι ήθελα να αποδοθεί η τωρινή κατάσταση των ελληνικών κατοικιών, όπως πραγματικά είναι.
Το βιβλίο διανθίζεται από κείμενα. Ποιος είναι ο ρόλος τους;
Όπως γράφω και στο εισαγωγικό μου κείμενο, το σπίτι δεν είναι μόνο κτήριο. Αποπνέει την αύρα των ανθρώπων που έζησαν σ’ αυτό. Έχει ψυχή. Τα κείμενα παίζουν αυτόν το ρόλο. Δίνουν «πνοή ζώσα» στα κτίσματα. Επίσης προσφέρουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα στον «ταξιδευτή-αναγνώστη» για το ποιοι ήταν και πώς ζούσαν οι Έλληνες που κατοίκησαν εκεί. Συμπληρώνουν τα κομμάτια ενός παζλ, με περιγραφές εσωτερικών χώρων, με σκηνές από την οικογενειακή και κοινωνική ζωή, με ήθη, έθιμα, μαρτυρίες για την ειρηνική συνύπαρξη διαφορετικών εθνοτήτων σε πραγματικά διαπολιτισμικές κοινωνίες, όπου οι ελληνικές κοινότητες έπαιζαν καθοριστικό ρόλο.
Θα επιλέγατε να κάνετε ξανά ένα αντίστοιχο ταξίδι για να αποτυπώσετε άλλες στιγμές και εικόνες των ίδιων περιοχών;
Αυτό που με ρωτάτε το ονειρεύομαι. Δεν ξέρω αν οι οικονομικές συνθήκες το επιτρέψουν... Για την ώρα αρκούμαι σε αυτό το φωτογραφικό υλικό που έχω συλλέξει και που είναι πολύ μεγαλύτερο σε ποσότητα από αυτό που περιλαμβάνεται στο λεύκωμα. Ήδη έχουν εμφανιστεί περί τις εξακόσιες φωτογραφίες, με περίγραμμα και λεζάντες, οι περισσότερες σε μεγάλες διαστάσεις (25Χ30). Θα ήθελα πολύ να γίνουν κάποιες εκθέσεις ανά την Ελλάδα. Αυτό βέβαια δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την αρωγή κάποιων μικρασιατικών συλλόγων και φορέων. Θα ήταν για μένα μεγάλη ικανοποίηση οι φωτογραφίες αυτές να καταλήξουν σ’ ένα μόνιμο χώρο στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, το Ηράκλειο, χωρίς να αποκλείω κάποια άλλη πόλη. Επίσης θέλω να εμπλουτίσω αυτή τη «συλλογή» με φωτογραφίες κι από άλλες «αλησμόνητες πατρίδες». Όπου και να πάω η Μικρασία θα μ’ ακολουθεί και θα με πληγώνει...
“Η κάθε μέρα στα ταξίδια ήταν μήνας, γεμάτα με εμπειρίες ζωής"
Η έρευνα σας, εκτός από έρευνα είναι και ταξίδι. Ποια είναι η πιο έντονη ανάμνηση σας από το ταξίδι αυτό;
Εν αρχή ην... το ταξίδι. Η αγάπη για τα ταξίδια με οδήγησε στη γη των προγόνων μου. Βέβαια, όταν μιλάμε για ταξίδια δεν μιλάμε για απλό τουρισμό σε έναν τόπο, όπου όλα εξαντλούνται σε μια ή δυο επισκέψεις σε μουσεία, μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες και λίγα έως πολλά σουβενίρ. Μιλάμε για ταξίδια γεμάτα με εμπειρίες ζωής. Η κάθε μέρα ένας μήνας. Μάτια και ψυχή να ρουφούν ασταμάτητα και να μη χορταίνουν.
Αυτό που έχω να επισημάνω είναι ότι παντού στην Τουρκία συνάντησα ανθρώπους φιλικούς, φιλόξενους, απίστευτα εξυπηρετικούς. Μ’ έπαιρναν από το χέρι για να μου δείξουν τα ελληνικά σπίτια και συμμετείχαν στη χαρά και τη συγκίνησή μου με πολύ σεβασμό. Θυμάμαι τις χανούμισσες που έβγαιναν στο κατώφλι για να με δροσίσουν μ’ ένα ποτήρι νερό. Λίγες οι λέξεις. Περισσότερα έλεγαν τα μάτια. «Σελάνικα» (Θεσσαλονίκη) ή «Γκιρίτ» (Κρήτη) έβγαινε συχνά από τα χείλη τους. Κι αυτές από γενιά ξεριζωμένων. Ένιωθα ότι μας έδενε μια κοινή μοίρα. Δεν θα ξεχάσω επίσης ένα γέρο Τούρκο που με πλησίασε καθώς κοιτούσα συγκινημένη και εντυπωσιασμένη ένα αρχοντικό στα Βουρλά. «Γιουνάν» («ελληνικό») μου ψιθύρισε και μετά έδειξε με τον αντίχειρά του τον ουρανό λέγοντας: «Αλλάχ...κισμέτ!». Με χτύπησε φιλικά στους ώμους και έφυγε με σκυμμένο κεφάλι. Πολλές ωραίες στιγμές, ανθρώπινες, μου χάρισαν αυτά τα ταξίδια.

