
Ο στραγγαλισμός του Ηρακλειώτη πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρι
Σαν αύριο το 1638 εκτελέσθηκε στην Κωνσταντινούπολη
Μια από τις ημέρες πένθους αλλά και ηρωισμού που συνθέτουν το ακάνθινο αλλά ένδοξο στεφάνι του Ηρακλείου και της Κρήτης γενικότερα, είναι και η αυριανή.
Την 27 Ιουνίου 1638 ένα από τα εκλεκτότερα τέκνα του Χάνδακα, ο Κύριλλος Λούκαρις, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, στραγγαλίστηκε, σε ηλικία 68 ετών, από όργανα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε ερημική ακτή του Βοσπόρου, μετά από απόφαση του σουλτάνου Μουράτ Δ’ και σχετική εισήγηση του Μεγάλου βεζίρη (πρωθυπουργού) Μπαϊράμ πασά.
Η δολοφονία του Λούκαρι, ενός από τους πιο μορφωμένους και διεθνώς γνωστούς στην εποχή του Έλληνες της Τουρκοκρατίας, υποκινήθηκε από την Αγία Έδρα, την οποία κατείχε τότε ο πάπας Ουρβανός Η’. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην υλοποίηση των σχεδίων του πάπα είχαν ο τότε πρεσβευτής της Αυστρίας στην Κωνσταντινούπολη Σμίντ και ο Ελληνορθόδοξος μητροπολίτης Βεροίας (όπως ονομαζόταν τότε το σημερινό Χαλέπιο της Συρίας) Κύριλλος Κονταρής, που επεδίωκε να διαδεχθεί τον Λούκαρι στον οικουμενικό θρόνο.
Για τη δολοφονία του Λούκαρι, η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία διέθεσε σημαντικό χρηματικό ποσό προκειμένου να δωροδοκήσει τον μεγάλο βεζίρη. Ο σκοπός όμως της Αγίας Έδρας, η περιέλευση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως στην εξουσία της, δεν επετεύχθη.
Για την ειρωνεία, ο πάπας Ουρβανός ο Η΄ ήταν ελληνιστής. Ο σουλτάνος Μουράτ Δ΄ είχε μητέρα Ελληνίδα, ονόματι Αναστασία, κόρη παπά, εξισλαμισθείσα προφανώς και σύζυγο (πρώτη ευνοουμένη του στο χαρέμι) επίσης Ελληνίδα εξισλαμισθείσα. Επίσης, ο Κονρατής όφειλε στον Λούκαρι την άνοδο του στον μητροπολιτικό θρόνο της Βέροιας.

Ο Κύριλλος Λούκαρις, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Λούκαρις, υπήρξε “βέρος” Ηρακλειώτης. Γέννημα και θρέμμα του Χάνδακα. Γεννήθηκε το 1570 από πάμπτωχους γονείς (η μητέρα του εργαζόταν ως πλύστρα), ένδοξου όμως βυζαντινού κλάδου που συγγένευε, κατά την άποψη ιστορικών, με την τελευταία δυναστεία των Παλαιολόγων.
Οι πρόγονοί τους έφυγαν πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη, μετά την άλωση από τους Οθωμανούς, το 1453, και μετά από περιπετειώδη αναζήτηση τύχης στα βόρεια Βαλκάνια, κατέληξαν στην Κρήτη, που τα χρόνια εκείνα ονομαζόταν «μικρή Ελλάς», επειδή εξακολουθούσε να καίει σ΄ αυτήν η φλόγα του Ελληνισμού, αν και υπό Βενετική κατοχή. Το φτωχόπαιδο του Χάνδακα μοίραζε το χρόνο της παιδικής ηλικίας του μεταξύ ενός ψαρά, τον οποίο βοηθούσε στις εργασίες του για να βγάζει τα προς το ζην και να μην επιβαρύνει τους γονείς του και ενός διάσημου δασκάλου της εποχής, του Ρεθύμνιου Μελέτιου Βλαστού, από τον οποίο είχε το πρώτο βάπτισμα της περιώνυμης παιδείας που απέκτησε και στη συνέχεια εμπλούτισε με τη βοήθεια του Μάξιμου Μαργούνιου, μεγάλου λογίου, στη Βενετία, όπου ο Κύριλλος μετέβη για περαιτέρω σπουδές, σε ηλικία μόλις 15 ετών.
Τις σπουδές αυτές, ο Κύριλλος συνέχισε για περισσότερο από πέντε χρόνια στο περίφημο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας (1589-1595), με τη βοήθεια πάντοτε του στενού συγγενούς του, Ηρακλειώτη επίσης, πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελέτιου Πηγά.
Μετά το πέρας των σπουδών του, ο Κύριλλος μπήκε στο Ιερατικό στάδιο, με προτροπή του Πηγά, ο οποίος και του ανέθεσε ως πρώτη αποστολή του την οργάνωση της αντίστασης των Ορθοδόξων της Πολωνίας κατά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας η οποία είχε επιδοθεί σε μια εκστρατεία, ακόμη και βίας για την επιβολή της Ουνίας στη χώρα αυτή.
Η αποστολή αυτή άνοιξε στον Λούκαρι το δρόμο της σύγκρουσης με τους Ρωμαιοκαθολικούς που κατέληξε στη βίαιη θανάτωσή του, το 1638.
Πρέπει εδώ να υπομνησθεί ότι μια βυζαντινή αντιπροσωπεία υπό τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο που είχε μεταβεί στη Φερράρα – Φλωρεντία το 1438-1439, αποφάσισε σε κοινή σύσκεψη με αντιπροσωπεία του Ρωμαιοκαθολικών υπό τον πάπα Ευγένιο Δ΄, την ένωση των δύο Εκκλησιών, υπό όρους όμως δυσμενείς για την ορθοδοξία, αφού αναγνωριζόταν το “πρωτείο” του πάπα και γινόταν μια υποχώρηση στο Σύμβολο της Πίστεως.
Οι Βυζαντινοί έκαναν τις παραχωρήσεις αυτές με την προσδοκία ότι η καθολική Δύση θα έσπευδε σε βοήθεια της απειλούμενης από τους Οθωμανούς Κωνσταντινούπολης, πράγμα όμως που δεν συνέβη.
Γεγονός είναι ότι η “ένωση” που επετεύχθη στη Φλωρεντία δίχασε τον Βυζαντινό Ελληνισμό. Το μεγαλύτερο μέρος όμως του λαού ήταν εναντίον της συμφωνίας και επεβλήθη στους “ενωτικούς”.
Ο πάπας εκστρατεύει
Για τη Ρώμη ωστόσο η συμφωνία της Φλωρεντίας ίσχυε και έπρεπε να εφαρμοστεί. Για τον λόγο αυτό ενίσχυσε με όλες τις δυνάμεις της (και συνεχίζει και σήμερα να το κάνει) την ιδρυθείσα απ΄ αυτήν Εκκλησία της Ουνίας, η οποία αναγνωρίζει τον πάπα ως μοναδικό αρχηγό της, έχει δεχθεί μερικές δογματικές μεταβολές και διατηρεί το ορθόδοξο τελετουργικό.
Η Πολωνία ήταν ένας από τους στόχους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για την προώθηση σ΄ αυτήν της Ουνίας. Και τα δύο Πατριαρχεία της Ορθοδοξίας, το Κωνσταντινουπόλεως και το Αλεξανδρείας, αποφάσισαν να αντιδράσουν στην επίθεση της Ρώμης στέλνοντας εκεί ως οργανωτές της αντίστασης των ορθοδόξων και ιεροκήρυκες, πρώτο τον αρχιμανδρίτη Νικηφόρο Καντακουζηνό και δεύτερο τον επίσης αρχιμανδρίτη Κύριλλο Λούκαρι.
Ο αγώνας των δύο ορθόδοξων κληρικών διήρκεσε περί τα τέσσερα χρόνια και είχε θύμα τον Καντακουζηνό ο οποίος δολοφονήθηκε. Τελικά, το 1601 αναγκάστηκε και ο Κύριλλος να εγκαταλείψει την Πολωνία και να σπεύσει στην Αλεξάνδρεια προκειμένου να διαδεχθεί τον συγγενή του, ασθενή γέροντα Πατριάρχη Μελέτιο Πηγά στον θρόνο του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Μάρκου, όπως και έγινε δύο ημέρες μετά την εκεί άφιξή του και τον επισυμβάντα θάνατο του σπουδαίου εξ Ηρακλείου Αρχιερέα.
Στον οικουμενικό θρόνο
Μετά από 19 χρόνια πατριαρχίας στην Αλεξάνδρεια, ο Λούκαρις εξελέγη το 1620 Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, στην οποία συνάντησε κλίμα σχεδόν όμοιο με αυτό που είχε συναντήσει στην Πολωνία, από άποψη Ρωμαιοκαθολικών επιδιώξεων.
Πρωταγωνιστές της Ρωμαιοκαθολικής επίθεσης στην Κωνσταντινούπολη ήταν οι ιεραπόστολοι – μέλη της “Εταιρείας του Ιησού”, μίας παραεκκλησιαστικής οργάνωσης της Αγίας Έδρας, που ήταν γνωστοί και ως Ιησουΐτες και οι οποίοι είχαν ιδρύσει ελληνικό σχολείο στην Κωνσταντινούπολη, με τη φοίτηση δωρεάν σ΄ αυτό, για να προσηλυτίσουν τα φτωχά ελληνόπουλα στον Καθολικισμό.
Ο Λούκαρις αντιμετώπισε την επιθετική δραστηριότητα της Ιησουΐτικης οργάνωσης με την ίδρυση επίσης ελληνικού σχολείου, την επανίδρυση της κλειστής από το 1603 Πατριαρχικής Σχολής και την εγκατάσταση τυπογραφείου, το οποίο όμως κατέστρεψαν οι Οθωμανοί έξι μήνες αργότερα, μετά από παρέμβαση του Γάλλου πρεσβευτή και του ηγουμένου των Ιησουϊτών στον μεγάλο βεζίρη, ο οποίος είχε δωροδοκηθεί γι΄ αυτό αδρά.
Η δωροδοκία των Οθωμανικών αρχών είχε αναχθεί σε σύστημα. Ακόμη και για την εκλογή Πατριάρχη ζητούσαν “πεσκέσι” και όποιος έδιδε μεγαλύτερο εκλεγόταν.
Το δέλεαρ για τους Οθωμανούς ήταν τόσο μεγάλο ώστε συχνά ανέπρεπαν πατριάρχες για να αναδείξουν άλλους και να εισπράξουν το ανάλογο “πεσκέσι”.
Κύμα δωροδοκιών
Ενδεικτικό του κλίματος της διαφθοράς που επικρατούσε είναι και το ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία σκεπτόταν σοβαρά, στα χρόνια του Κυρίλλου Λουκάρεως, επειδή έβλεπε ότι ο εναντίον του πόλεμος ήταν δυσχερής και αναποτελεσματικός, να αγοράσει το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, με την καταβολή ενός μεγάλου ποσού στον σουλτάνο (!), ώστε να διορίζει πατριάρχες πιστούς σ΄ αυτών, όπως αναφέρει ο Γ. Δ. Χατζηαντωνίου, στο βιβλίο του “Κύριλλος Λούκαρις”, σελ. 130. Βέβαια ο συγγραφέας διερωτάται “πως οι Τούρκοι θα αποφάσιζαν να πουλήσουν για ορισμένο ποσό ένα αξίωμα, που είχε αποδειχθεί γιαυτούς τόσο προσοδοφόρο”.
Ο Κύριλλος Λούκαρις ανατράπηκε τέσσερις φορές από τον οικουμενικό θρόνο και εξορίστηκε άλλες τόσες, μετά από ραδιουργίες των πρεσβευτών της Γαλλίας και της Αυστρίας, αλλά και του Ιησουΐτικου μηχανισμού, σε συνεργασία με χαμερπείς ορθόδοξους ιεράρχες που δρούσαν δι’ ίδιον όφελος, δωροδοκούμενοι ή επιδιώκοντες αξιώματα που όσο υπήρχε μπροστά τους ο Ηρακλειώτης Πατριάρχης ήταν αδύνατον να καταλάβουν.
Στο στόχαστρο
της Ρώμης
Η υπονόμευση της προσωπικότητας και το κύρος του Λουκάρεως στον Οθωμανό δυνάστη επιδιώχθηκε με την κατασυκοφάντηση του στις Τουρκικές αρχές ότι είχε διασυνδέσεις με τον ρωσικό παράγοντα και ότι σχεδίαζε αναταραχή σε κάποιο από τα Οθωμανοκρατούμενα νησιά του Αιγαίου και ενδεχομένως στην ίδια την Κωνσταντινούπολη.
Όσον αφορά τον Ορθόδοξο κόσμο, επιδιώχθηκε από τα ίδια κέντρα η κατασυκοφάντηση του Λούκαρι ως Καλβινιστή και κατά συνέπεια αποστάτη της Ορθοδοξίας.
Ως απόδειξη της καταγγελίας τους οι καθολικοί διπλωμάτες και ιεραπόστολοι Ιησουΐτες επικαλέστηκαν αρχικά, τις στενές σχέσεις του Λουκάρεως με τους πρεσβευτές της Αγγλίας και της Ολλανδίας (χώρες που είχαν προσχωρήσει στη μεταρρύθμιση) αλλά και με μέλη των ιεραποστολών της Λουθηριανής και Καλβινικής εκκλησίας.
Βέβαια, οι σχέσεις αυτές του Ηρακλειώτη αρχιερέα, οφείλονταν στην αγωνιώδη προσπάθεια του να βρει συμμάχους στον αγώνα του για την αντιμετώπιση της Ρωμαιοκαθολικής καταιγίδας που άκουγε στο όνομα Ουνία.
Η προσπάθεια αυτή του Λούκαρι τον έκανε γνωστό και σεβαστό σε αυτοκράτορες, βασιλείς, καγκελαρίους και θρησκευτικούς ηγέτες και διανοούμενους των βορειοευρωπαϊκών χωρών, με σημαντικότερη γνωριμία του αυτή με τον Άγγλο βασιλιά Ιάκωβο Α΄.
Η διεθνής επιρροή του Λουκάρεως και το στήριγμα που εξασφάλιζε αυτή στον οικουμενικό θρόνο από την βόρεια Ευρώπη εξόργιζε περισσότερο την Αγία Έδρα, η οποία είδε τον Ηρακλειώτη Πατριάρχη ως την τρίτη απειλή γι΄ αυτήν μετά τον Λούθηρο και τον Καλβίνο.
Αναμφισβήτητα ο Λούκαρις αποτελούσε τον υπ΄ αριθμόν ένα εχθρό της στην ανατολική Ευρώπη και την Εγγύς Ανατολή και αντιπροσώπευσε το σοβαρότερο εμπόδιο της εξουσίας της στα μέρη αυτά.
Η βαριά “ρετσινιά”
Η ρετσινιά του καλβινιστή με την οποία η Ρώμη περιέλουσε τον Λούκαρι στόχευε στην κινητοποίηση των καθολικών εναντίον του (ο Καλβίνος αμφισβητούσε το πρωτείο του πάπα, έβαλε κατά της ιεραρχικής δομής της Δυτικής Εκκλησίας και των εντυπωσιακών τελετουργιών της και τασσόταν υπέρ της λιτότητας, της δημοκρατικής οργάνωσης της εκκλησίας σε κοινότητες και τον έλεγχο του κράτους και της κρατικής εξουσίας από την εκκλησία κλπ).
Ακόμη η ρετσινιά του καλβινιστή στόχευε και στην υπονόμευση της επιρροής του Λουκάρεως μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία επειδή ο Καλβίνος ήγειρε και δογματικής φύσεως ενστάσεις, όπως ήταν τα μυστήρια, από τα οποία αναγνώριζε μόνο δύο, αυτό της βαπτίσεως, αλλά και της θείας μετάληψης ως μοναδικών αγωγών της θείας χάριτος ενώ ήγειρε ενστάσεις και για το πραγματικό νόημα της θείας μετάληψης.
Οι κατηγορίες του Παπισμού εναντίον του Λουκάρεως απέκτησαν σεισμικές εντάσεις όταν το 1629 δημοσιεύθηκε ως έργο του η «Ομολογία Πίστεως». Ένα θεολογικό κείμενο απόλυτα ταυτισμένο με τον Καλβινισμό.
Ο Λούκαρις, αν και κλήθηκε επανειλημμένως έκτοτε να το αποκηρύξει, δεν το έκανε. Δεν παραδέχθηκε όμως και ποτέ την πατρότητά του.
Αυτό προκάλεσε ισχυρή αμφιβολία για το κατά πόσο το κείμενο ήταν πράγματι δικό του ή έργο της Ρώμης για να τον ενοχοποιήσει και κατ΄ άλλους έργο των ίδιων των καλβινιστών για να τον εκθέσουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία και μέσω της “Ομολογίας” να την προσεταιριστούν.
Μοιρασμένοι στο ζήτημα αυτό είναι οι κορυφαίοι Έλληνες και ξένοι ιστορικοί και θεολόγοι.
Οι μεν θεωρούν ότι επρόκειτο για μια σκευωρία σε βάρος του Λουκάρεως, που δεν μπορούσε ο ίδιος να την αντιμετωπίσει επιτυχώς και να την καταρρίψει, διότι δεν του ήταν εύκολο να αποκηρύξει το κείμενο του Ομολογίας.
Αν το έκανε θα τον εγκατέλειπαν οι ισχυροί προστάτες του, διπλωμάτες μεγάλων δυνάμεων και “μισιονάριοι” της Λουθηριανής Μεταρρύθμισης και του Καλβινισμού, με συνέπεια και η Ορθόδοξη Εκκλησία και ο Ελληνισμός να παραμείνουν απροστάτευτοι και ορφανοί, με όλες τις εξ αυτού συνέπειες.
Υπάρχουν βέβαια και οι υποστηρίζοντες ότι ο Λούκαρις ήταν κρυφοκαλβινιστής και δεν τολμούσε να ομολογήσει ευθέως την αποστασία του από την Ορθοδοξία. Οι υποστηρίζοντες την άποψη αυτή παραπέμπουν σε τέσσερις Συνόδους Ορθοδόξων Εκκλησιών που καταδίκασαν τον ίδιο και το έργο του.
13 αναθέματα!
Οι συγκληθείσες όμως Σύνοδοι συνήλθαν μετά τον θάνατο του Κύριλλου και σε κλίμα έντονα αντικυριλλικό από την προπαγάνδα της Ρώμης και των οργάνων της μέσα στην ίδια την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Χαρακτηριστικό του κλίματος αυτού ήταν η διατύπωση “αναθέματος” κατά του Κύριλλου και της “Ομολογίας” του, όχι μία και δύο φορές, αλλά 13!
Μια από τις μεγαλύτερες διεθνώς προσωπικότητες που τοποθετήθηκαν στο ζήτημα του Λούκαρη και της υποτιθέμενης “Ομολογίας” του, ήταν ο νομικός και θεολόγος Ούγκο Γκρότιους, ο οποίος θεώρησε ότι το κίνητρο του εκ Χάνδακος Πατριάρχη ήταν πολιτικό και όχι θρησκευτικό.
Μεγάλοι Έλληνες Ιστορικοί, όπως ο Παπαρρηγόπουλος, νομικοί όπως ο Ρενιέρης και θεολόγοι όπως ο Καρμίρης απαλλάσσουν τον Λούκαρι κάθε δολιότητας έναντι της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ο Καρμίρης μάλιστα δέχεται ότι και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι η “Ομολογία” είναι κείμενο του Κύριλλου, ο συγγραφέας της δεν παρεκκλίνει τις Ορθοδοξίας, διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, επί Κύριλλου, δεν είχε ακόμη αποφανθεί οριστικά σε ζητήματα που η Μεταρρύθμιση είχε εγείρει στη Δύση. Επομένως, ο Κύριλλος μπορούσε να πιστεύει ότι η ερμηνεία του Καλβίνου ήταν στα πλαίσια του πνεύματος της Ορθοδοξίας.
Η δολοπλοκία
Οι κινούντες τα νήματα των γεγονότων που θα οδηγούσαν στη δολοφονία τον Κύριλλου, μηχανισμοί της Ρώμης και της γαλλικής και αυστριακής διπλωματικής αντιπροσωπείας στην Κωνσταντινούπολη, θεώρησαν κατάλληλο χρόνο για το τελικό χτύπημα κατά του μαρτυρικού πατριάρχη την εποχή που ο νεαρός σουλτάνος Μουράτ Δ΄ και ο μεγάλος βεζίρης Μπαϊράμ πασάς απουσίαζαν σε εκστρατεία στα νοτιοανατολικά σύνορα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Μάιος – Ιούνιος 1638), ενώ την ίδια εποχή είχε εκδηλωθεί επιθετική κίνηση των Κοζάκων στην Αζοφική.
Έστειλαν λοιπόν απεσταλμένους στο Ικόνιο όπου συνάντησαν τους Οθωμανούς ηγέτες, ο ένας από τους οποίους ο Μπαϊράμ πασάς, είχε ήδη δωροδοκηθεί για να συμβάλει στην ευόδωση των σχεδίων της Ρώμης, υπέρ των οποίων κινούνταν παράλληλα και επιβοηθητικά και μερίδα ορθόδοξων κληρικών με επικεφαλής τον Κύριλλο Κονταρή.
Οι δυτικοί απεσταλμένοι συκοφάντησαν στους Οθωμανούς ηγέτες τον Λούκαρι, ως υποκινητή της επίθεσης των Κοζάκων, ενώ ο Οθωμανικός στρατός διεξήγαγε πόλεμο σε άλλο σημείο της αυτοκρατορίας. Οι συκοφάντες παρουσίασαν ως ενοχοποιητικό δήθεν στοιχείο τις καλές σχέσεις του Πατριάρχη με τους Ρώσους.
Οι συκοφάντες του Λουκάρεως παρουσίασαν επίσης αυτόν ως δυνάμενο να εξεγείρει το ελληνικό στοιχείο της Κωνσταντινούπολης και κάποιου από τα Οθωμανοκρατούμενα νησιά του Αιγαίου για τη δημιουργία διπλού αντιπερισπασμού.
Τότε, ο μεγάλος βεζίρης που όπως ανεφέρθη ήδη, ήταν μυημένος στη συνωμοσία, πρότεινε στον σουλτάνο “να τελειώνει η υπόθεση με τον Λούκαρι” και εκείνος δέχθηκε την εισήγηση του συνεργάτη του και έδωσε τη διαταγή εκτέλεσης του Πατριάρχη.
Η θανάτωση
Η σουλτανική διαταγή διαβιβάστηκε στον Καϊμακάμη της Κωνσταντινούπολης Μουσά πασά, ο οποίος έστειλε στο Πατρειαρχείο ένα πενταμελές απόσπασμα γενιτσάρων με επικεφαλής αξιωματικό, που συνέλαβε, την 22 Ιουνίου 1638, τον Ηρακλειώτη Πατριάρχη και τον μετέφερε στις φυλακές του Νεόκαστρου, στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου.
Από εκεί οι δεσμοφύλακές του την 27 Ιουνίου 1638, επιβίβασαν σε βάρκα τον Κύριλλο Λούκαρι, λέγοντάς του ότι θα τον μετέφεραν στο λιμάνι του Αγίου Στεφάνου, ώστε με πλοίο να οδηγηθεί στο νέο τόπο της εξορίας του.
Κατά τον πλου όμως της βάρκας ο Λούκαρις αντελήφθη τις πραγματικές προθέσεις των συνοδών του, γονάτισε σ΄ αυτήν και άρχισε να προσεύχεται.
Κατά μία εκδοχή, εκείνη τη στιγμή ο επικεφαλής του αποσπάσματος πέρασε από τον λαιμό του Κυρίλλου Λουκάρεως τον βρόχο και τον στραγγάλισε. Ενώ κατ΄ άλλη εκδοχή, ο στραγγαλισμός έγινε κατά τη στάθμευση του πλεούμενου σε ερημικό σημείο της ακτής, στο οποίο και ανάγκασαν τον μάρτυρα Πατριάρχη να αποβιβαστεί.
Η οριστική ταφή
Ακολούθησε η ταφή του νεκρού στο σημείο αυτό και η μεταξύ των εκτελεστών του διανομή των υπαρχόντων που ο μάρτυρας Πατριάρχης έφερε μαζί του.
Την επομένη τα ρούχα και άλλα αντικείμενα του Πατριάρχη πουλήθηκαν από τα μέλη του εκτελεστικού αποσπάσματος στην αγορά της Κωνσταντινούπολης και από εκείνη την ώρα η είδηση της θανάτωσης του Κύριλλου μεταδόθηκε στους Έλληνες της Πόλης, μεγάλο μέρος των οποίων σχημάτισε διαδήλωση έξω από το γραφείο του Καϊμακάμη και το Πατριαρχείο, όπου είχε ήδη εγκατασταθεί ο Κονταρής, ζητώντας να τους δοθεί η άδεια να ενταφιάσουν τον πνευματικό ηγέτη τους με όλες τις τιμές.
Φαίνεται ότι οι αντίπαλοι του Λουκάρεως τον φοβούνταν ακόμη και νεκρό και έσπευσαν στο σημείο του εγκλήματος για να ξεθάψουν τον νεκρό και να τον ρίξουν στα νερά του Βοσπόρου, όπως συνήθιζαν να κάνουν για τους εκτελούμενους από τις Οθωμανικές αρχές (το ίδιο έγινε δύο περίπου αιώνες μετά και με τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄).
Έλληνες όμως ψαράδες της περιοχής ανεγνώρισαν το πτώμα, το περισυνέλεξαν και το ενταφίασαν με σεβασμό στο παρακείμενο νησάκι του Αγίου Ανδρέα.
Το 1641, όταν στον Οικουμενικό θρόνο δεν βρισκόταν πια ο Κονταρής, αλλά ο Παρθένιος Α΄, φίλος του Κυρίλλου Λουκάρεως, το σεπτό σκήνωμα του εκ Χάνδακος μάρτυρα της ορθοδοξίας ενταφιάστηκε και μεταφέρθηκε στον πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου όπου έγινε κανονική επικήδεια τελετή, αρμόζουσα στον αρχηγό της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ στη συνέχεια μεταφέρθηκε και ενταφιάστηκε στο μοναστήρι της Θεοτόκου στη Χάλκη, και από εκεί πάλι στο Πατριαρχείο, όπου αναπαύεται έκτοτε.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αθανασιάδη, Τίτου
΄΄Οι Πατριάρχες Βυζαντίου και Κωνσταντινουπώλεως΄΄, Αθήνα 2003.
Gunnar Hering
Οικουμενικό Πατριαρχείο και Ευρωπαϊκή Πολιτική 1620 – 1638, Μορφωτικό “Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης”.
Πανώτη Αριστείδη
Άρθρο του για τον Καλβίνο στο Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό της “Εκδοτικής Αθηνών”.
Χατζηαντωνίου Γ. (δ.θ.)
“Κύριλλος Λούκαρης” Αθήναι 1954
* Ο Τίτος Αθανασιάδης είναι δημοσιογράφος

