
Ένα πολύ καλό αισθηματικό δράμα και μια άνιση χολιγουντιανή υπερπαραγωγή.
ΜΑΝΤΑΜ ΜΠΟΒΑΡΙ
MADAME BOVARY
Σκην.: Σοφί Μπαρτ
Πρωτ.: Μία Ουασικόφσκα, Χένρι Λόιντ-Χιουζ, Έζρα Μίλερ, Πωλ Τζιαμάτι, Ρις Άιφανς, Λόγκαν Μάρσαλ-Γκριν
Η νεαρή και ζωηρή Έμμα, παντρεύεται τον Σαρλ Μποβαρί, έναν επαρχιακό γιατρό που μπορεί να της προσφέρει μονάχα μια απλή αλλά αξιοπρεπή διαβίωση. Όμως η Έμμα γρήγορα αρχίζει να νιώθει εγκλωβισμένη κι αποκομμένη απ’ την αληθινή ζωή, κενό που καλύπτει με δαπανηρές αγορές κι εξωσυζυγικές σχέσεις.
Αισθηματικό δράμα, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γκυστάβ Φλομπέρ, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες το 1856 και κατόπιν εκδόθηκε αυτοτελώς το 1857, ενώ έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στο σινεμά, μεταξύ άλλων από τον Βινσέντε Μινέλι το 1949 και τον Κλωντ Σαμπρόλ το 1991.
Εδώ η Μπαρτ και ο διευθυντής φωτογραφίας της, Άντρι Πάρεκ, επιλέγουν επιτυχημένα να δουλέψουν κυρίως -αν όχι αποκλειστικά- με φυσικό φως
(επιφυλασσόμαστε στον βαθμό που τα συμπληρωματικά/ βοηθητικά φώτα ενδεχομένως να μη γίνονται εύκολα αντιληπτά μόνο από τη θέαση της ταινίας) και να χαμηλώσουν τους τόνους των γήινων χρωμάτων που σπανίως εκρήγνυνται σε πιο ζωηρά, ακριβώς όπως και η διάθεση της ηρωίδας, οι επιθυμίες της οποίας παραμένουν ανεκπλήρωτες μέσα σ’ ένα μουντό και καταθλιπτικό περιβάλλον.
Επαρκώς υποστηριγμένη από το αντρικό καστ, που περιλαμβάνει από τον λιγόψυχους Λόιντ-Χιουζ και Μίλερ ως τον τον σαγηνευτικό Μάρσαλ-Γκριν και τον αδίστακτο Άιφανς, η Ουασικόφσκα συσσωρεύει διακριτικά και υπομονετικά τον κλιμακούμενο εγκλωβισμό και την απόγνωση της Έμμας, ενώ η ταινία καταφέρνει γενικώς ν’ αποφύγει τον άσκοπο μελοδραματισμό, διαχέοντας υπογείως κι εκτονώνοντας συγκρατημένα τις επιπτώσεις της φιλοδοξίας της (π.χ. το απότομο και σύντομο ξέσπασμά της ενάντια στην ολιγάρκεια του Σαρλ ή η σκηνή όπου συναντάει τον Ιπολίτ για πρώτη φορά μετά από την εγχείρηση). Παράλληλα, το εισαγωγικό μέρος της πλοκής που εξιστορεί την παραμονή της Έμμας στο οικοτροφείο καθώς και η γοητεία την οποία της ασκεί η καλλιτεχνικά πλούσια εικόνα του Παρισιού που της φτιάχνει ο Λεόν, φροντίζουν να δείξουν ότι η κοινωνική και υλιστική έκφανση αυτής της φιλοδοξίας, δεν είναι αυτοσκοπός αλλά το σύμπτωμα της καταπιεσμένης επιθυμίας της για εμπειρία και γνώση, που πηγάζει από τη ζωηρή προσωπικότητά της, και είναι αυτές που προσπαθεί να κατακτήσει μέσα από την προτροπή της προς τον Σαρλ για κοινωνική ανέλιξη.
SAN ANDREAS: ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΡΗΓΜΑ
SAN ANDREAS
Σκην.: Μπραντ Πέιτον
Πρωτ.: Ντουέιν Τζόνσον, Αλεξάντρα Νταντάριο, Κάρλα Γκουτζίνο, Γιόαν Γκράφαντ, Πωλ Τζιαμάτι, Κάιλι Μινόγκ
Ο Ρέι είναι ένας από τους καλύτερους διασώστες που διαθέτει το πυροσβεστικό σώμα της Καλιφόρνιας. Καθώς έχει μόλις αποχωριστεί τη γυναίκα και την κόρη του για να βοηθήσει στον μεγάλο σεισμό που χτύπησε τη Νεβάδα, ακόμη μεγαλύτερες δονήσεις αρχίζουν να σείουν ολόκληρη την πολιτεία της Καλιφόρνιας, αναγκάζοντάς τον να επιστρέψει για να σώσει την οικογένειά του.
Περιπέτεια καταστροφής, που αποτελεί τη δεύτερη συνεργασία ανάμεσα στον 36χρονο καναδό σκηνοθέτη Πέιτον και τον 43χρονο αμερικανό Τζόνσον, μετά από την οικογενειακή περιπέτεια «Ταξίδι 2: το μυστηριώδες νησί» («Journey 2: the mysterious island», 2012).
Από το «Deluge» (Φίλιξ Ε. Φάιστ, 1933) και το «Σεισμός» («Earthquake», Μαρκ Ρόμπσον, 1974), μέχρι το «2012» (Ρόλαντ Έμεριχ, 2009), το φυσικό φαινόμενο του σεισμού έχει παραμείνει ένα διαχρονικό μοτίβο καταστροφικού κινηματογραφικού υπερθεάματος. Καθώς η αληθοφάνεια κι ο εντυπωσιασμός αυτού του τύπου θεάματος εξαρτώνται από τη διαθέσιμη κινηματογραφική τεχνολογία, είναι αναπόφευκτο ότι χάρη στα προηγμένα της ψηφιακά εφέ και τον υψηλό της προϋπολογισμό, η ταινία του Πέιτον προσφέρει τη μεγαλύτερης κλίμακας και πειστικότερη αναπαράσταση σεισμικής καταστροφής μέχρι τώρα στον κινηματογράφο.
Η καταστροφή είναι άφθονη και χορταστική, παρότι ο Πέιτον μοιάζει ν’ αφήνει όλη τη δουλειά στους τεχνικούς των εφέ, καθώς όταν καλείται να εκμεταλλευτεί τα άφθονα εμπόδια, το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα ιδιαιτέρως αγωνιώδες- αντιθέτως μάλιστα (π.χ. η σκηνή με το τάνκερ που κατευθύνεται πάνω στο φουσκωτό καθώς προσπαθούν να περάσουν το τσουνάμι). Κατά τ’ άλλα, το σενάριο αναλώνεται σε μια υποτυπώδη και κοινότοπη οικογενειακή επανένωση, ενώ ο Τζόνσον, παρόλη την επιβλητική φυσική του παρουσία, χάνει το cool του στους αφελείς διαλόγους και τη γλυκανάλατη σκηνοθεσία.

