
Πλησιάζοντας πλέον προς το τέλος των διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές μας και ανεξάρτητα από τον πυρήνα της όποιας τελικής συμφωνίας, έχει καταστεί πλέον σαφές ότι το κράτος, λόγω της άσχημης κατάστασης της Ελληνικής οικονομίας, θα πρέπει άμεσα να βρει τρόπο να αυξήσει τα έσοδά του.
Μεταξύ των βασικών μέτρων αύξησης των δημοσίων εσόδων και καταπολέμησης της φοροδιαφυγής που προτείνει η κυβέρνηση είναι η απαγόρευση της χρήσης μετρητών στις συναλλαγές πάνω από ένα όριο και η υποχρεωτική πραγματοποίηση αυτών είτε μέσω τραπεζικού λογαριασμού είτε μέσω χρεωστικών και πιστωτικών καρτών.
Το εν λόγω μέτρο, εφόσον σχεδιαστεί και εφαρμοσθεί ορθά, μπορεί να έχει πολλαπλά οφέλη για την εθνική οικονομία. Οι κίνδυνοι όμως από πλημμελή σχεδιασμό ή εσφαλμένη εφαρμογή ενδέχεται να είναι τόσο μεγάλοι ούτως ώστε να δικαιολογείται, κατ’ ελάχιστον, η διεξαγωγή μιας διεξοδικής δημόσιας συζήτησης για το θέμα.
Στο παρόν σημείωμα, ως μια μικρή συμβολή στον σχετικό δημόσιο διάλογο, θα προσπαθήσουμε εν συντομία να παρουσιάσουμε τα βασικά επιχειρήματα υπέρ και κατά της εφαρμογής του μέτρου και να θέσουμε κάποιους γενικότερους προβληματισμούς. Η ανάλυση που θα ακολουθήσει δε θα είναι σε καμία περίπτωση εξαντλητική.
Πλεονεκτήματα
• Περιορισμός της φοροδιαφυγής, λόγω της ηλεκτρονικής καταγραφής όλων των συναλλαγών.
•Καταγραφή των πραγματικών εισοδημάτων των πολιτών (δηλαδή η ακριβής καταγραφή του ΑΕΠ)
•Εξυγίανση της οικονομίας και εξάλειψη του (λόγω φοροδιαφυγής) αθέμιτου ανταγωνισμού
•Μεγαλύτερη διαφάνεια και περιορισμός των συναλλαγών που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες (οι οποίες, ως επί το πλείστον, πραγματοποιούνται με μετρητά).
•Ανάσχεση του κύματος συνεχών αναλήψεων μετρητών από τις τράπεζες και σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος (εφόσον συνδυασθεί με κάποιες περιοριστικές διατάξεις οι οποίες κατά τη γνώμη μας θα καταστούν αναπόφευκτες, βλ. παρακάτω). Σε δεύτερο χρόνο, πιθανότατα θα παρατηρηθεί και τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας, λόγω της σταδιακής μετατροπής των «εγκλωβισμένων» καταθέσεων σε άλλα στοιχεία ενεργητικού (κινητές και ακίνητες αξίες).
•Ευκολότερη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα (εφόσον είναι επιθυμητή ή καταστεί αναπόφευκτη).
Η κατοχή και χρήση πιστωτικών/χρεωστικών καρτών από το σύνολο του πληθυσμού και η απουσία νομίσματος σε φυσική μορφή θα καταστήσει πολύ ευκολότερη λειτουργικά μια τέτοια μετάβαση καθότι η διαδικασία θα είναι ηλεκτρονική και δε θα απαιτείται η εκτύπωση χαρτονομισμάτων και κερμάτων σε φυσική μορφή για να λειτουργήσει η οικονομία.
Μειονεκτήματα
•Κόστος
Σύμφωνα με στοιχεία από παλαιότερη (του 2010) σχετική μελέτη της Mastercard το κόστος διεκπεραίωσης των σχετικών συναλλαγών αναμένεται να ανέλθει σε ένα ποσό της τάξης του 1.5-2% του ΑΕΠ ετησίως (ήτοι περί τα 2.4-3.6 δις ?). Παρότι το νούμερο αυτό ενδεχομένως φαντάζει υπερβολικό σε πρώτη ανάγνωση (δεδομένου ότι οι χρεώσεις ανά συναλλαγή δεν αναμένεται να υπερβούν το 0.7% της συναλλαγής) θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψιν ότι οι συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα με μετρητά στα πλαίσια της εθνικής οικονομίας είναι αριθμός πολλαπλάσιος του ΑΕΠ (π.χ. για να παραχθεί 1? εισοδήματος από μια δραστηριότητα με καθαρό κέρδος 25% απαιτείται συναλλαγή αξίας 4? και άρα χρέωση 4x0.7%= 0.028?, δηλαδή ποσοστό 2.8% του παραχθέντος εισοδήματος).
•Προσβασιμότητα
Μετά από έξι χρόνια οικονομικής κρίσης μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι εκ των πραγμάτων εκτός τραπεζικού συστήματος. Θεωρώντας ότι θα εκδοθεί ειδική νομοθετική ρύθμιση που θα υποχρεώσει τα τραπεζικά ιδρύματα να εκδώσουν χρεωστικές κάρτες συνδεδεμένες με τραπεζικούς λογαριασμούς σε όλους τους πολίτες της χώρα, πόσο εφικτό είναι να επανενταχθούν μαζικά στο τραπεζικό σύστημα; Σε ποιό χρονικό ορίζοντα;
•Πόροι για υποδομές και εκπαίδευση πληθυσμού
Ακόμη και αν σε πρώτη φάση εξαιρεθούν από το μέτρο απομακρυσμένοι οικισμοί και μικρά νησιά απαιτείται πάραυτα η πρόβλεψη πόρων για επενδύσεις σε υποδομές και την εκπαίδευση του πληθυσμού (ειδικότερα τους πολίτες μεγαλύτερης ηλικίας).
•Ασύμμετρη επιβάρυνση των οικονομικά ασθενέστερων
Σε αρκετούς κλάδους - είτε λόγω οριακής κερδοφορίας (κλάδοι που σήμερα επιβιώνουν λόγω φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής) είτε λόγω ανελαστικής προσφοράς και ασύμμετρης ισχύος των αντισυμβαλλόμενων (βλ. αγορά ειδικών υπηρεσιών) - η μείωση της φοροδιαφυγής θα έχει ως συνέπεια την αύξηση των τιμών. Στο βαθμό που η αύξηση αυτή αφορά σε προϊόντα και υπηρεσίες πρώτης ανάγκης θα επιβαρύνει δυσανάλογα τους οικονομικά ασθενέστερους.
•Δημοσιονομική αστάθεια
Η καταγραφή των αδήλωτων εισοδημάτων θα οδηγήσει σε μια άπαξ αύξηση του καταγραφέντος εθνικού προϊόντος η οποία μπορεί εύκολα να εκληφθεί ως τερματισμός της ύφεσης και ως αφορμή για πρόωρη αύξηση των κρατικών δαπανών ή για την ενεργοποίηση ρητρών ανάπτυξης (βλ. αποπληρωμή χρέους).
•Εγκληματικότητα
Θα δημιουργηθούν συνθήκες για τη δημιουργία παράλληλης (μαύρης) αγοράς προϊόντων, υπηρεσιών και νομισμάτων.
Επισημάνσεις –
Προβληματισμοί
• Εφόσον το όριο υποχρεωτικών συναλλαγών τεθεί χαμηλά (20?-30?) το μέτρο έχει τη δυνατότητα να περιορίσει δραστικά την μικρο-φοροδιαφυγή (που προκύπτει από πλήθος συναλλαγών μικρής σχετικά αξίας). Εντούτοις δε θα έχει καμία επίδραση στη μεγαλο-φοροδιαφυγή (τριγωνικές συναλλαγές, transfer-pricing, απάτες με ΦΠΑ, λαθρεμπόριο καυσίμων κλπ).
• Προϋποθέτει τη δυνατότητα αποτελεσματικής αστυνόμευσης σε ένα τεράστιο πλέγμα συναλλαγών (τις καθημερινές μικρό-συναλλαγές με ελεύθερους επαγγελματίες, λ.χ. γιατρούς, τεχνίτες, κλπ) η οποία – σε ένα κράτος που δε μπόρεσε στοιχειωδώς να επιβάλει ούτε καν την απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους – φαντάζει εξαιρετικά αμφίβολη χωρίς την λήψη ειδικών μέτρων.
•Προκειμένου να μπορέσει η κυβέρνηση να αστυνομεύσει αποτελεσματικά και να επιβάλει την τήρηση του νόμου είναι πολύ πιθανόν τελικά να καταστεί «αναπόφευκτη» η καθολική απαγόρευση της κατοχής και μεταφοράς μετρητών από ιδιώτες και επιτηδευματίες και η υποχρεωτική κατάθεσή τους σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Υπάρχει ιστορικό εφαρμογής αντίστοιχου μέτρου: η απαγόρευση της κατοχής χρυσού από ιδιώτες και η υποχρεωτική παράδοσή του στο κράτος που εφαρμόσθηκε τη δεκαετία του 1930 από τον πρόεδρο Ρούσβελτ στις Η.Π.Α. (στη συνέχεια ακολούθησε και αναπροσαρμογή της σχέσης ανταλλαγής του δολαρίου ως προς το χρυσό). Βασικό επιχείρημα για την εφαρμογή μιας τέτοιας ρύθμισης θα είναι ότι απλοποιεί δραστικά τον έλεγχο για την τέλεση αδικημάτων φοροδιαφυγής ανάγοντας τον ουσιαστικά σε έναν απλό έλεγχο για την κατοχή μετρητών.
•Η ουσιαστική κατάργηση του χρήματος σε «φυσική» μορφή, παρέχει στην εκάστοτε κυβέρνηση και τις υπηρεσίες του κράτους τη δυνατότητα απολύτου έλεγχου πάνω στους πολίτες.
Όλες οι συναλλαγές θα καταγράφονται σε πραγματικό χρόνο και κατά συνέπεια οι συνήθειες (αλλά και η θέση) των πολιτών θα είναι ανά πάσα στιγμή γνωστές στις κρατικές υπηρεσίες.
Σε περίπτωση πολιτειακής εκτροπής, η εκάστοτε κυβέρνηση θα μπορεί - με το πάτημα ενός πλήκτρου - να μπλοκάρει όλες τις οικονομικές συναλλαγές (ακόμη και αυτές που αφορούν στην προμήθεια βασικών αγαθών) πολιτών που έχουν υποπέσει σε δυσμένεια ή κατηγορούνται για συγκεκριμένα αδικήματα (λ.χ. αντικοινωνική συμπεριφορά, τρομοκρατία, κ.α.).
Συμπεράσματα
Ανεξάρτητα από την τελική απόφαση για την εφαρμογή του μέτρου, ευελπιστούμε ότι η παραπάνω σύντομη ανάλυση κατέδειξε ότι η οικονομική αποτελεσματικότητα δε μπορεί και δε πρέπει να είναι το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης.
Σε μια κοινωνία που, σε περίπτωση «ατυχήματος», η αποσταθεροποίηση και η επιβολή ολοκληρωτικών λύσεων δεν μπορεί εκ των προτέρων να αποκλεισθεί, η εισαγωγή ακόμη και φαινομενικά απλών οικονομικών μέτρων απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή καθότι μπορούν, σε δεύτερο χρόνο, να έχουν σημαντικές παρενέργειες.
Η ενημέρωση των πολιτών, η δημόσια συζήτηση και η θεσμική θωράκιση δύνανται να αποτελέσουν αναχώματα έναντι αντιστοίχων κινδύνων, όμως τελικά ουσιαστική εξασφάλιση μπορεί να προκύψει μόνο από τη διαρκή δέσμευση, του κάθε πολίτη ατομικά και της κοινωνίας ως συνόλου, στη διασφάλιση και στην υπεράσπιση της ελευθερίας - ατομικής και συλλογικής.
* Ο Μηνάς Κ. Σηφάκης είναι φυσικός

