
Αφορμή για το παρόν άρθρο έδωσε το παρακάτω δημοσίευμα του Cretalive της 31-03-2015: «Σε σχετική ανακοίνωση η πρυτανεία του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών αφήνει αιχμές κατά της κυβέρνησης, τονίζοντας ότι «οι πρυτανικές αρχές διαπιστώνουν ότι για δεύτερη ημέρα συνεχίζεται η κατάληψη του κεντρικού κτιρίου διοίκησης του ΕΚΠΑ από εξωπανεπιστημιακά άτομα και για αιτήματα άσχετα προς οποιαδήποτε ακαδημαϊκά θέματα».
Στόχος της παραπάνω ανακοίνωσης, όπως και πολλών άλλων βέβαια κατά το τελευταίο δίμηνο, ο καθηγητής εγκληματολογίας και καθ’ ύλην αρμόδιος αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Γιάννης Πανούσης.
Ένας καθ’ ύλην αρμόδιος υπουργός που δείχνει να βρίσκεται «νιρβανικά» σε απόσταση των όσων φοβερών και τρομερών γίνεται μάρτυρας τελευταία ολόκληρη η Ελληνική κοινωνία: καταλήψεις πανεπιστημιακών χώρων από εξωπανεπιστημιακά (κυρίως) άτομα, σοβαροί τραυματισμοί πανεπιστημιακών φυλάκων, απόπειρα να καούν ζωντανοί οι συγκλητικοί καθηγητές του ΑΠΘ στα γραφεία της συγκλήτου, καταστροφές δημόσιας περιουσίας, «τζιχαντιστικοί» βανδαλισμοί και καταστροφές έργων τέχνης δημοσίων χώρων (αγαλμάτων κ.λ.π.), κατάληψη μέσων μαζικής μεταφορά (τράμ) στο κέντρο της πρωτεύουσας από τα παραπάνω άτομα, βίαιη εκκένωση και καταστροφή τους και τόσα άλλα.
Λυπούμαστε που το λέμε, αλλά φαίνεται ότι ο κ. καθηγητής εγκληματολογίας έχει προφανώς καραμπερδέψει το (όποιο) πανεπιστημιακό άσυλο με την ποινική έννομη τάξη. Το Ελληνικό ποινικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει διαφορετική ποινική αντιμετώπιση στα εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου (επικίνδυνες σωματικές βλάβες, απόπειρες ανθρωποκτονιών, καταστροφές δημόσιας περιουσίας, πρόκληση πυρκαγιών κ.λ.π.) που διαπράττονται εντός των πανεπιστημιακών χώρων. Η απόπειρα ανθρωποκτονίας είναι η ίδια παντού και από όποιον κι αν διαπράττεται.
Πολύ περισσότερο, το (όποιο) πανεπιστημιακό άσυλο δεν αποτελεί λόγο άρσης του αξιόποινου των παραπάνω εγκληματικών πράξεων που διαπράττονται στους χώρους του πανεπιστημίου.
Τέλος, το ισχύον δικαιϊκό μας σύστημα, δεν δίδει σε κανέναν υπουργό ή πρύτανη, την διακριτική ευχέρεια να εφαρμόζει ή όχι, ανάλογα με τα κέφια του, τον (ποινικό) νόμο. Ούτε βέβαια και να αγνοεί τις παραγγελίες των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών.
Ούτε, ακόμα περισσότερο, είναι επιχείρημα αυτό το οποίο δημοσίως εξέθεσε (και τον εξέθεσε) ο κ. υπουργός, ότι δηλαδή «εξ’ όσων ο ίδιος γνωρίζει, καταλήψεις στα ελληνικά Πανεπιστήμια και πυρκαγιές στα Εξάρχεια γίνονται τα τελευταία σαράντα χρόνια». Συγχαρητήρια πανεπιστημιακέ δάσκαλε και αρμόδιε Υπουργέ Προστασίας του Πολίτη (και της Δημόσιας Τάξης)! Αφού γίνονται τα τελευταία σαράντα χρόνια τέτοια πράγματα, πρέπει, εθιμικώ πλέον δικαίω, να μην τα χάσουμε, να τα συντηρήσουμε, ενδεχομένως να τα αναβαθμίσουμε και ίσως και να τα θεσμοθετήσουμε!
Γιατί, τι άλλο εκτός από αναβάθμιση και θεσμοθέτηση των μπαχαλάκηδων (γιατί ας μη γελιόμαστε: οι άνθρωποι μόνον αντιεξουσιαστές δεν είναι, αφού αυτό που κάνουν συνιστά καραμπινάτη ενάσκηση εξουσίας και μάλιστα στην πιο απόλυτη μορφή της: πρωτόγονη, ακραία, τυφλή, αθεσμοθέτηση και χωρίς κανόνες) και της εγκληματικής συμπεριφοράς τους είναι, ο τρόπος αντιμετώπισής τους εκ μέρους του αρμοδίου κ. υπουργού; Και όχι μόνον αυτό, αλλά αφήνονται να υπαγορεύουν στην Ελληνική Πολιτεία την επισπευδόμενη αλλαγή της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας!
Το να αντιμετωπίζεις λοιπόν σαν ισότιμο συνομιλητή και διαπραγματευτή τον μπαχαλάκια, την ώρα που καταλύει ο ίδιος το πανεπιστημιακό άσυλο, που διαπράττει φθορά της δημόσιας περιουσίας και δίκην τζιχαντιστή καταστρέφει την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας, τι άλλο του κάνεις από το να τον αναγορεύεις σε ισότιμο «εταίρο» και θεσμό της εσωτερικής, πολιτικής και έννομης, τάξης της χώρας;
Και ακόμα παραπέρα, όταν μετά από όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά, η από τον συγκεκριμένο κ. υπουργό εκπροσωπούμενη Ελληνική Πολιτεία, αφήνει παντελώς ελεύθερο και ανενόχλητο τον μπαχαλάκια, δεν είναι σαν να τον καλεί να ξανακάνει την επόμενη φορά τα ίδια και χειρότερα, με το ενδεχόμενο, που και ο ίδιος ο υπουργός διατύπωσε προσφάτως στα ΜΜΕ, την επόμενη φορά να θρηνήσουμε και θύματα;
‘Η μήπως δεν κατάλαβε ο κ. υπουργός, εγκληματολόγος ων ο ίδιος, αυτό που οι καθηγητές συγκλητικοί του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, μετά την εντελώς πρόσφατη επικίνδυνη περιπέτειά τους, δήλωσαν έντρομοι στα ΜΜΕ: ότι πάντα γίνονταν καταλήψεις, αλλά αυτό που τώρα τους τρομάζει είναι η ποσότητα και η ποιότητα (αγριότητα) τη βίας εκ μέρους των καταληψιών, που είναι κάτι εντελώς πρωτόγνωρο (πρώτη φορά παρατηρήθηκε το φαινόμενο να γίνεται απόπειρα να καούν ζωντανοί καθηγητές μέσα στα γραφεία συνεδρίασης της συγκλήτου!).
Πιστεύουμε, εν πάση περιπτώσει, ότι ένας καθηγητής εγκληματολογίας μπορεί και πρέπει να διακρίνει τη διαφορά μεταξύ: κατάληψης πανεπιστημιακού χώρου και εμπρησμού πανεπιστημιακού χώρου, πράξης διαμαρτυρίας και καταστροφής δημόσιας περιουσίας (την οποία πληρώνει όχι ο κ. υπουργός αλλά ο πτωχευμένος Ελληνικός λαός), καταστροφής της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας, απόπειρας ανθρωποκτονίας κ.λ.π.. Αν όχι, τότε το πράγμα καταντά πολύ επικίνδυνο.
Τέλος, πάγια θέση της σημερινής κυβέρνησης, του κυβερνώντος κόμματος και του κ. Πανούση προσωπικά ήταν, και πολύ σωστά, ότι με την τελευταία εκλογοκυβερνητική αλλαγή κλείνει ο κύκλος της (νεοδημοκρατοπασοκικής) μεταπολίτευσης και, πλέον, πάμε «γι’ άλλα...».
Προφανώς ο κ. Πανούσης δεν αντιλήφτηκε (ή ίσως κάνει ότι δεν αντιλήφτηκε) ότι όντας και ο ίδιος γνήσιο δημιούργημα και αντιπροσωπευτικό δείγμα της μεταπολίτευσης (και μάλιστα της Πασοκικής τοιαύτης ως ένας εκ των συντακτών του περίφημου νόμου-πλαισίου 1268/1982 για τα ΑΕΙ), θα έπρεπε μαζί με αυτήν να «κλείσει» και ο ίδιος, καθώς και οι μεταπολιτευτικής κοπής και εμπνεύσεως περί Πανεπιστημίου και δημόσιας τάξης ιδέες του.
Μάλλον, όταν προ λίγων μηνών με την διάλυση της ΔΗΜΑΡ ανακοίνωνε την οριστική του αποχώρηση από την πολιτική, (φαίνεται ότι) προσπάθησε να κάνει πράξη την παραπάνω θέση του, αλλά (και πάλι φαίνεται ότι) δεν του βγήκε: αποχώρησε παραμένοντας (και όχι μόνον, αλλά αλλάζοντας κόμμα και αναβαθμιζόμενος σε υπουργό), όπως ακριβώς λίγο νωρίτερα και ο τότε Πρόεδρός του Φώτης είχε αποχωρήσει από την Προεδρία της ΔΗΜΑΡ παραμένοντας Πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ. Είναι γλυκό το πιοτό της εξουσίας (σαν την αμαρτία, που λέει και το λαϊκό άσμα): αλλοίμονο σ’ αυτόν που δεν την έχει γευτεί και αλλοίμονο σ’ όλους τους υπόλοιπους, από αυτόν (ανεξαρτήτως ιδεολογίας) που την έχει γευτεί (θα προσθέταμε εμείς)!
*Ο Θανάσης Καραγιάννης είναι δικηγόρος

