Του Γιάννη Παπαδάκη*

Ο τίτλος, δικαιολογημένα ίσως, ξενίσει. Άραγε σε ποιον ελληνικό τρόπο αναφερόμαστε; Σ' αυτόν που μας έφερε ως εδώ, καταχρεωμένους και χωρίς κάποιο όραμα με αντίκρισμα στην Ευρώπη; Για τον τρόπο που θέλει το ρήμα «δουλεύω» να είναι συνώνυμο του κοροϊδεύω;

Και σα να μην φτάνει αυτό, με ποια αίσθηση μέτρου τον ανάγουμε σε αιχμή επιτυχίας; Απόλυτα κατανοητές οι «ανάποδες στροφές» στο νου του καλοπροαίρετου αναγνώστη. Ας δώσουμε διευκρινίσεις πριν προχωρήσουμε.

Αναφέρομαι σε έναν τρόπο που ενώ δεν έχει σχέση με τα παραπάνω είναι ελληνικός και άρα οικείος. Ναι μεν το «δουλεύω» είναι διφορούμενο, συγγενικό της δουλείας και του δένω, αλλά και η απόσταση μεταξύ των λέξεων απασχόληση, ασχολία, σχόλη, σχολείο και school είναι εξίσου μικρή. Το ύψιστο αγαθό του ελληνικού τρόπου σκέψης - η ενεργός μετοχή στην αναζήτηση της αλήθειας ως άθλημα κοινωνίας- οι'Ελληνες κατόρθωσαν να το κατακτήσουν παράλληλα με τις πολλές παραγωγικές τους δραστηριότητες. Συνυπήρχαν έκτοτε και οι δύο, φαινομενικά αντιφατικές, όψεις.

Αποτελούν όμως δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Όταν το «κλαβιέ» ενός πολιτισμού -όπως του ελληνικού- είναι ευρύτατο πρέπει να προσεγγίζουμε την ουσία των πραγμάτων χωρίς υπεραπλουστεύσεις. Ο ελληνικός τρόπος στον οποίον θα αναφερθώ παρακάτω «τρέχει» σε άλλες οκτάβες από όσα συμβαίνουν γύρω μας κι ας βαφτίζονται «ελληνικά». Κρατώ τα εισαγωγικά εδώ μια και η διάκριση είναι ουσιαστική.

Αν προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τον κοινό παρονομαστή σε όλη την τροχιά του ελληνικού πολιτισμού και κατά συνέπεια στη διαμόρφωση του ελληνικού τρόπου, θα καταλήξουμε, αβίαστα πιστεύω, στη διαπίστωση ότι είναι ο Ανθρωπος. Ως «τρόπο» εδώ εννοούμε μια εκδοχή αντίληψης των φαινομένων, ιεράρχησης ατομικών και ομαδικών προτεραιοτήτων και λήψης αποφάσεων, η οποία συνθέτει μια ολοκληρωμένη προσπάθεια απόδοσης υπαρκτικού νοήματος (νοήματος ζωής), δηλαδή έναν Πολιτισμό.

Δεν είναι μόνο η προσωποποίηση των θεών, κάτι που οι'Ελληνες της αρχαιότητας τόλμησαν με επιτυχία, αλλά και όλες οι αποχρώσεις που της έδωσαν στους αιώνες που ακολούθησαν. Όποιος έχει επισκεφθεί το νέο μουσείο της Ακρόπολης σίγουρα έχει θαυμάσει τη «Σκεπτόμενη Αθηνά» η οποία γέρνει ελαφρά το κεφάλι προς τα κάτω ακουμπώντας στο δόρυ της, σε ένδειξη μελαγχολίας ή λύπης. Το ίδιο «καθ' εικόνα» συνεχίζεται απαράλλαχτα με την Παναγία να παίρνει τριακόσιες τόσες επωνυμίες όπως Μεγαλομμάτα, Οδηγήτρια, Δεξιοκρατούσα, Εσφαγμένη και Παρηγορήτρα. Αν και πολλοί αιώνες μεσολαβούν μεταξύ των δύο αυτών σημείων, η απόσταση που τα συνδέει είναι ελάχιστη.

Κάτι ανάλογο θα λέγαμε και για το άλλο θαυμαστό δημιούργημα των Ελλήνων, τη Δημοκρατία. Ίσως να μην υπάρχει άλλο ιδανικό στην ιστορία της ανθρωπότητας για το οποίο τόσοι πολλοί λαοί να έχουν αγωνισθεί τόσο σκληρά για να το κατακτήσουν, να το προστατέψουν και να το εφαρμόσουν. Όμως εκείνο που επέτρεψε στους Έλληνες την πολυτέλεια να συλλάβουν και να εφαρμόσουν την ιδέα της Δημοκρατίας άρχισε πολύ νωρίτερα. Ήταν ίσως ή πιο ριζοσπαστική και αποφασιστική ιδέα όλων των εποχών. Αναφέρομαι στη δημιουργία της πρότερης ελληνικής γλώσσας, βασισμένης σε ένα απλοποιημένο φωνητικό αλφάβητο «ανοιχτό» σε όλους τους πολίτες. Ο ελληνικός πολιτισμός απέκτησε όχι μόνο τον πιο εξελιγμένο λόγο αλλά μπόρεσε κυριολεκτικά με ταχύτητα φωτός να εμπλουτίσει την σκέψη του. Ανάλογο ίσως παράδειγμα στην εποχή μας αποτελεί η ραγδαία ανάπτυξη του διαδικτύου και οι ασύλληπτες δυνατότητες για γνώση και πολιτισμό που δημιουργεί.

Οπως με την Αθηνά και την Παναγία, το νήμα του ελληνικού τρόπου διατρέχει τους αιώνες συνδέοντας γλώσσα και μουσική.

Με τον ίδιο τρόπο που η γλώσσα τελειοποιήθηκε περνώντας στους πολλούς, έτσι και η ανώνυμη δημοτική μας μουσική θα ήταν αδύνατον να τελειοποιηθεί από τους λίγους. Θα μπορούσαμε να κάνομε έναν παραλληλισμό εδώ με αυτό που στην εποχή μας εφαρμόζεται με μεγάλη επιτυχία και ονομάζεται Open Source Movement (Κίνημα Ανοιχτού Κώδικα): το λογισμικό σήμερα αντιστοιχεί στη γλώσσα τότε.

Για κάποιον άγνωστο λόγο, οι'Ελληνες ποτέ δεν αρκέστηκαν στην υλική αφθονία ή την χρηστική ευκολία αλλά ανέπτυξαν, παράλληλα με αυτές, αξιοθαύμαστους τρόπους σκέψης και σύνθεσης νοήματος για να τις ελέγχουν και να τις καθοδηγούν ώστε να αρχίζουν και να καταλήγουν στον Άνθρωπο, υπηρετώντας ταυτόχρονα την αναζήτηση μιας βαθύτερης αλήθειας και αρμονίας στον κόσμο. Αρίστευσαν έτσι όχι μόνο στους τομείς της χρήσης (επιχειρείν - αγορά) αλλά και στο πεδίο της σχέσης (πολιτισμός - κοινωνία).

Στη μακρόχρονη προσπάθειά τους να διαφοροποιηθούν από τα αιγυπτιακά, περσικά, ιουδαϊκά και άλλα πρότυπα, οι Έλληνες κατόρθωσαν πολλές και αξιοθαύμαστες ανθρωποκεντρικές υπερβάσεις.

Ακόμα και όταν οι τρόποι που μας κληρονόμησαν είναι ανόμοιοι (Πλάτωνας, Αριστοτέλης) τα κοινά τους χαρακτηριστικά υπερβαίνουν τις διαφορές. Ως παράδειγμα αναφέρω την ιουδαϊκή αντίληψη της «τελειότητας» (perfection) και την αντιδιαστέλλω με την αντίστοιχη ελληνική της «αριστείας» (excellence). Το ελληνικό αριστεύειν κατακτάται τόσο με ιδέες-πρότυπα και δημιουργική έμπνευση (Πλάτων) όσο με διαδοχικές βελτιώσεις και ορθό λόγο (Αριστοτέλης). Το ζωτικό εύρος του ελληνικού τρόπου δεν κωδικοποιείται με δέκα «Ου».

Ο Πυθαγόρας όταν συνειδητοποίησε ότι για πρώτη φορά στον Ελληνικό χώρο είχε συνδεθεί τόσο ισχυρά ο κόσμος των ιδεών (αριθμοί) με μια καθολική αλλά και πρακτική αλήθεια (γεωμετρία) θυσίασε 100 βόδια. Και όπως φαίνεται 25 αιώνες μετά, δίκαια ένιωσε δέος για την ανακάλυψή του. Ανοιξε δρόμο για να περάσουν πάμπολλοι άλλοι και να υπογραμμίσουν επανειλημμένα στις εποχές τους αυτό που εκείνος πρώτος κατέκτησε. Ας θυμηθούμε τη γνωστή ρήση του Θωμά Ακινάτη (130ζ αι.) «Veritas est adequatio rei et intellectus» δηλαδή ότι αλήθεια είναι η αντιστοιχία νου και πραγματικότητας. Θα ήταν παράλειψη αν δεν συμπλήρωνα το «τόξο» αυτό με την ερώτηση του Οδυσσέα Ελύτη «Αραγες να 'ναι η μοναξιά σ' όλους τους κόσμους η ίδια;» η οποία τολμά να ελέγξει αυτή την παντοδύναμη, σωρευμένη βεβαιότητα 25 αιώνων για να επαναθέσει, αλλά με χαρακτηριστικότατα ελληνικό (ανθρωποκεντρικό) τρόπο, το αρχικό ερώτημα: τελικά για ποιαν αλήθεια μιλάμε, για ποια σύνδεση του εντός με το εκτός, για ποιον τελικό παραλήπτη;

Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις θεμελιώδεις πυλώνες στον ελληνικό τρόπο σκέψης: ελευθερία, τόλμη και μέτρο. Αξίζει να προβληματισθούμε ως προς την αναλογία ελευθερίας, τόλμης και μέτρου που απαιτήθηκε για να πραγματοποιηθούν οι υπερβάσεις που περιγράψαμε παραπάνω. Ο ελληνικός πολιτισμός παραμένει αντικείμενο συνεχούς μελέτης επί αιώνες γι αυτόν ακριβώς το λόγο: μας δείχνει δρόμο (τι) και τρόπο (πώς) χωρίς να καθοδηγεί ή να υποτιμά τη νοημοσύνη μας. Να το πούμε και γεωμετρικά: με λιγότερα υλικά νόημα δε χτίζεται.

Ο περιορισμένος χώρος ενός άρθρου δεν αρκεί για να αναφερθούμε διεξοδικά σε κάθε μια από αυτές τις τρεις έννοιες. Ας δούμε με ποια λογική όμως επιλέγουμε αυτές και όχι κάποιες άλλες. Κατ' ουσία, η ελευθερία μας παρέχει την προοπτική της δυνατότητας. Είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι υπάρχει τρόπος σύνθεσης νοήματος χωρίς ελευθερία. Όμως η προοπτική δυνατότητας δεν σημαίνει αυτόματα και πραγμάτωση. Η πραγμάτωση προϋποθέτει τόλμη. Το δε μέτρο προκύπτει ως απαραίτητος σταθεροποιητικός μηχανισμός που επιτρέπει τη σύνθεση.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν αναφερόμαστε αξιωματικά σε τρεις ανεξάρτητες έννοιες αλλά σε έννοιες στενά και άρρηκτα εξαρτημένες. Αρκεί να σκεφτούμε ότι η άμετρη ελευθερία ενέχει και την (αυτο)κατάργησή της ενώ στην άμετρη τόλμη συμπεριλαμβάνεται και η ολική εκμηδένιση. Η απουσία μέτρου, όσο κι αν είναι ένδειξη ελευθερίας ή τόλμης, δεν οδηγεί σε σύνθεση. Αντίθετα, η σύμμετρη ανάπτυξη των τριών εννοιών επιτρέπει όλες τις υπερβάσεις που αναφέραμε παραπάνω.

Η ελευθερία, η τόλμη και το μέτρο προσδίδουν ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα στην ελληνότροπη σκέψη που μας βοηθούν να την προσδιορίσουμε ακόμα περισσότερο. Ο ελληνικός τρόπος απαιτεί μια κριτική ματιά απέναντι στα φαινόμενα τα οποία θεωρεί αφετηρίες και όχι κλειστές εκδοχές. Διατηρεί μια ερωτική σχέση με τον κόσμο, αναγνωρίζοντας κάθε στιγμή ως μέγιστη και ανεπανάληπτη δυνατότητα. Έχει ως σημείο αναφοράς τον Άνθρωπο αλλά ταυτόχρονα και ως στόχο υπέρβασης. Συνθέτει νόημα με βάση την αναζήτηση της βαθύτερης εκείνης αλήθειας που η παραδοχή της οδηγεί σε μια πιο αρμονική συν-αντίληψη του κόσμου.

Για να μπορέσει κάποιος να αρθρώσει μια πρωτότυπη άποψη, ιδέα, προσέγγιση ή λύση σε ένα δύσκολο πρόβλημα προαπαιτείται ένας τρόπος σκέψης που να εμπεριέχει την προοπτική πρωτοτυπίας ως δυνατότητα διαφοροποίησης. 0 ελληνικός τρόπος όπως τον περιγράψαμε έχει το εύρος, το βάθος και την δύναμη να παράγει λύσεις πρωτοποριακές και αποτελεσματικές. Ο αρμονικός συνδυασμός ελευθερίας, τόλμης και μέτρου αποτελεί κλειδί διαφοροποίησης και επιτυχίας. Η επιλογή να στεκόμαστε κριτικά απέναντι στα φαινόμενα και να τα ερμηνεύουμε δυναμικά με πρωτότυπο τρόπο ανοίγει νέους δρόμους αντίληψης και τρόπους δράσης. Για παράδειγμα, η αντίληψη του χρόνου ως δυνατότητα και όχι ως ομοιόμορφη ροή δημιουργεί ισχυρά διαφοροποιημένες δυναμικές ιεράρχησης προτεραιοτήτων ακόμα και στην καθημερινή μας ζωή, οι οποίες σε βάθος χρόνου μπορούν να παράγουν αιχμές αποτελεσματικότητας, ανταγωνιστικότητας και επιτυχίας. Η επιμονή να θέτουμε τη σωστή ερώτηση αντί να επεξεργαζόμαστε έτοιμες απαντήσεις -έστω και πιο αποτελεσματικά από άλλους- είναι ένα ακόμη παράδειγμα διαφοροποίησης του ελληνικού τρόπου.

Ο ελληνικός τρόπος σκέψης ισορροπεί και συμπληρώνει τον μονοδιάστατα ορθολογικό και δυστυχώς ολοένα πιο κοντόφθαλμο τρόπο της Δύσης, ο οποίος ήδη επιδεικνύει συμπτώματα βαθιάς αναποτελεσματικότητας και αστάθειας. Με μια περισσότερο κριτική και ανθρωποκεντρική προσέγγιση απέναντι στα φαινόμενα, ο ελληνικός τρόπος σκέψης επιταχύνει την εξεύρεση λύσεων σε πιο μακροπρόθεσμες και σταθερές βάσεις ενώ ταυτόχρονα υπερβαίνει χωρίς δυσκολία τεχνητές αντιθέσεις και βολικούς συμβιβασμούς «προς τα κάτω». Η «άλγεβρα» του ελληνικού τρόπου είναι ανοιχτή ακριβώς διότι δε συνδέει μονοσήμαντα πρόβλημα και λύση, γι αυτό και επιτρέπει μεγαλύτερο εύρος προσεγγίσεων.

Για να λειτουργήσει σωστά, είναι απαραίτητο να αντιληφθούμε τον ελληνικό τρόπο όχι σαν συνταγή ή προϊόν για κατανάλωση αλλά ως απαιτητικό και μακροχρόνιο «άθλημα» με το οποίο χρειάζεται να ασχοληθούμε σοβαρά δια βίου.

Προσπάθησα να περιγράφω τον ελληνικό τρόπο σκέψης όπως τον αντιλαμβάνομαι και να εκθέσω τους λόγους για τους οποίους πιστεύω ότι αποτελεί αιχμή διαφοροποίησης, παράγοντα επιτυχίας αλλά και σημείο νοήματος ζωής.

Αφορμή για το κείμενο υπήρξε μια συν-ομιλία που είχα με τους μαθητές του Λυκείου και της Γ' Γυμνασίου του Παγκρητίου Εκπαιδευτηρίου καθ' όλη τη διάρκεια της οποίας, το ζωηρό και αμείωτο ενδιαφέρον τους ήταν δώρο απρόσμενο. Δικαιολογημένα οι νέοι της εποχής μας αναζητούν καινούργιους τρόπους σκέψης, κρίσης και έκφρασης και ευτυχώς απαιτούν να δένουν αρμονικά οι τρόποι αυτοί με τον πολιτισμό και την ιστορία της Ελλάδας.

Το έγραψα και το αφιερώνω σε όλα τα νέα παιδιά με την ελπίδα να στηριχθούν στον ελληνικό τρόπο σκέψης για να διαφοροποιηθούν πιο ουσιαστικά από τους «πολλούς» και να αριστεύσουν ως Έλληνες.

* Ο Γιάννης Παπαδάκης κατάγεται από το Ηράκλειο της Κρήτης. Είναι ηλ/γος μηχανικός (ΡhD) και εργάζεται στις ΗΠΑ.