Ταινίες με περισσότερο ύφος απ’ ό,τι ουσία.

ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ

EX MACHINA

Σκην.: Άλεξ Γκάρλαντ

Πρωτ.: Αλίσια Βικάντερ, Ντόμναλ Γκλίσον, Όσκαρ Άιζακ, Σονόγια Μιζούνο

Ο Κέιλεμπ είναι ο τυχερός νεαρός προγραμματιστής, που επιλέγεται να μετακομίσει για μία εβδομάδα στο απομονωμένο υπερσύγχρονο σπίτι του ιδιοφυούς αφεντικού του, Νέιθαν, όπου θα συμμετάσχει σ’ ένα πείραμα τεχνητής νοημοσύνης.

Δράμα επιστημονικής φαντασίας, που αποτελεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο του 45χρονου βρετανού συγγραφέα και σεναριογράφου, το πρώτο μυθιστόρημα του οποίου, «Η παραλία» («The beach», 1996), μεταφέρθηκε στο σινεμά το 2000 από τον Ντάνι Μπόιλ, για τον οποίο ο Γκάρλαντ έγραψε τα πρωτότυπα σενάρια στα «28 μέρες μετά» («28 days later», 2002) και «Sunshine» (2007).

Όπως οι περισσότερες ταινίες με θέμα την τεχνητή νοημοσύνη, κι αυτή εδώ μιλάει για τους κινδύνους που κρύβει η τάση του ανθρώπου να συμπεριφέρεται σαν θεός, αφού η απόλυτη εξουσία που του παρέχει η ευφυΐα του τον οδηγεί να συμπεριφέρεται σαν αφέντης σε δούλους, ενώ επιβεβαιώνεται ο διαρκής φόβος τα δημιουργήματά του να αποκτήσουν περισσότερη δύναμη απ’ αυτόν και να αντιστραφούν οι σχέσεις εξουσίας. Η ταινία θυμίζει ακόμη και το «Ο πλανήτης των πιθήκων: η εξέγερση» («Rise of the planet of the apes», Ρούπερτ Γουάιατ, 2011), όπου ξανά ένα ανθρώπινο επιστημονικό πείραμα προσπαθεί ν’ αποκτήσει την ελευθερία του.

Ωστόσο, παρότι στερείται πρωτοτυπία και σοβαρές εκπλήξεις, το φιλμ παραμένει ατμοσφαιρικό, χάρη στην απόκοσμη ηρεμία που περιβάλλει ένα σπίτι με φαντάσματα ημι-ανθρωπίνων ψυχών, το κρησφύγετο ενός επιστήμονα με μηχανικούς σκελετούς στις ντουλάπες του, τη θερμοκοιτίδα μιας εξελικτικής διαδικασίας στο μεταίχμιο ανάμεσα στο φυσικό και στο τεχνητό. Μεταίχμιο που συμβολίζεται κι από την επιστημονικής, κλινικής αυστηρότητας αρχιτεκτονική του σπιτιού μέσα στο κατάφυτο τοπίο, συνδυάζοντας τον σχεδιασμό παραγωγής του Μαρκ Ντίγκμπι με την αληθινή νορβηγική τοποθεσία του ξενοδοχείου Juvet Landscape, σχεδιασμένου από το νορβηγικό αρχιτεκτονικό γραφείο Jensen & Skodvin. Επιπλέον, η καθαρή, υποβλητική φωτογραφία του Ρομπ Χάρντι μαζί με το ήρεμο μοντάζ του Μαρκ Ντέι μεταφέρουν όλη την ύποπτη τάξη και γαλήνη του σπιτιού και του ιδιοκτήτη του, ενώ η πανέμορφη Βικάντερ δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία ως Έιβα: φαινομενικά εύθραυστη, ευάλωτη, ανίσχυρη, αλλά φορτισμένη με όλο τον θυμό της ιδιοφυΐας που δεν ανέχεται την καταπίεση από τους διανοητικά κατώτερούς της.

ΤΕΤΑΡΤΗ 04:45

Σκην.: Αλέξης Αλεξίου

Πρωτ.: Στέλιος Μάινας, Δημήτρης Τζουμάκης, Αδάμ Μπουσδούκος, Γιώργος Συμεωνίδης, Μίμι Μπρανέσκου, Μαρία Ναυπλιώτου

Στην Αθήνα του 2010, ο Στέλιος είναι ο ιδιοκτήτης ενός τζαζ μπαρ, ο οποίος χρωστάει περίπου 150.000 ευρώ σε ρουμάνο τοκογλύφο, κι έχει διορία μία μέρα για να βρει τα χρήματα, αλλιώς να του παραδώσει το μαγαζί του.

Νεο-νουάρ, που αποτελεί τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Αλεξίου, μετά από την «Ιστορία 52» (2008) και επιλέχτηκε να συμμετάσχει φέτος στο έγκριτο φεστιβάλ της Τραϊμπέκα στη Νέα Υόρκη. Μια ιστορία που







εκτυλίσσεται στο ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, αλληγορική εκδοχή της οποίας αποτελεί η πλοκή της (το θέμα της αποπληρωμής ενός χρέους, ο Παπανδρέου στο Καστελόριζο, η φανέλα των Ολυμπιακών Αγώνων, ο αυτοδημιούργητος αλβανός κτλ.).

Το παρκάρισμα ανάμεσα στις θέσεις 52 και 53 του πάρκινγκ είναι ένα έξυπνο αυτοαναφορικό αστείο εκ μέρους του σκηνοθέτη, η φωτογραφία του Χρήστου Καραμάνη είναι πανέμορφα υποβλητική και ο Μάινας πρωτοστατεί σ’ ένα εξαιρετικό καστ. Ωστόσο, το πρόσφορο σενάριο καταλήγει πλατειασμένο και κοινότοπο, με τη σκηνοθεσία να προτιμάει την αναφορικότητα και το στιλιζάρισμα από την ουσία, αφού και το σάουντρακ ανατρέχει στα ακούσματα της δεκαετίας του ’60, επιλογή που έχει προ πολλού καταντήσει κλισέ στην ελληνική κινηματογραφική παραγωγή της τελευταίας πενταετίας.

ΤΖΟΚΕΡ

WILD CARD

Σκην.: Σάιμον Γουέστ

Πρωτ.: Τζέισον Στέιθαμ, Μάικλ Ανγκαράνο, Ντομινίκ Γκαρσία- Λορίντο, Σοφία Βεργκάρα, Χόουπ Ντέιβις, Μαξ Κασέλα, Στάνλεϊ Τούτσι, Τζέισον Αλεξάντερ

Ο Νικ Γουάιλντ είναι ένας σωματοφύλακας προς ενοικίαση στο Λας Βέγκας, όπου μια φίλη τού ζητάει να τη βοηθήσει να εκδικηθεί τον μαφιόζο που τη βίασε, κι ένας νεαρός πλούσιος προγραμματιστής να του μάθει πώς να αντεπεξέρχεται σε βίαιες καταστάσεις.

Δεύτερη διασκευή του μυθιστορήματος «Heat» του Γουίλιαμ Γκόλντμαν, το οποίο κυκλοφόρησε το 1985 και μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο ως «Ο Μεξικανός» («Heat», Ντικ Ρίτσαρντς και Τζέρι Τζέιμσον, 1986) με πρωταγωνιστή τον Μπερτ Ρέινολντς. Να θυμίσουμε, ότι ο 84χρονος Γκόλντμαν είναι από τους θρυλικότερους σεναριογράφους του Χόλιγουντ, βραβευμένος με δύο Όσκαρ για τα σενάρια των «Οι δύο ληστές» («Butch Cassidy and the Sundance Kid», Τζωρτζ Ρόι Χιλ, 1969) και «Όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου» («All the President’s men», Άλαν Τζέι Πακούλα, 1976).

Δυστυχώς όμως, διασκευάζοντας για δεύτερη φορά το βιβλίο του, εδώ ο Γκόλντμαν αδικεί τον ίδιο του τον εαυτό. Ο σκληροτράχηλος Στέιθαμ φυσικά κάνει ό,τι κάνει πάντα, το φιλμ περιέχει περισσότερη και πιο έντονα χορογραφημένη και μονταρισμένη δράση από την ταινία του ’86, ενώ η σκηνοθεσία καταφεύγει σε επιδεικτικό στιλιζάρισμα για τη συναισθηματική ενίσχυση των σκηνών, χρησιμοποιώντας πολύ κοντινά πλάνα για να μεγεθύνει μικρά αντικείμενα, χαρακτηριστικά για κάθε σκηνή (η βελόνα, το ελατήριο, η τράπουλα, οι μάρκες).

Όμως, σε σύγκριση με την εκδοχή του ’86, η πλοκή καταλήγει πολύ πιο εύκολη, βιαστική και διεκπεραιωτική, αφενός στη σχέση του Νικ με τον Σάιρους, αφετέρου στην καταληκτική μάχη του Νικ με τη συμμορία του ΝτεΜάρκο. Στην ταινία του ’86 δηλαδή, ο Μεξ και ο Σάιρους περνούν πολύ περισσότερο χρόνο μαζί, δείχνοντας ενδιαφέρον ο ένας για τον άλλο, αναπτύσσοντας σταδιακά μια ειλικρινή φιλία, η οποία σφραγίζεται από μια σπουδαία δοκιμασία που περνάει ο Σάιρους. Αντιθέτως, στο φετινό φιλμ δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο και η σχέση των δύο αντρών παραμένει επιφανειακή. Επιπλέον, η τελική αναμέτρηση του Μεξ με τον ΝτεΜάρκο εκτυλίσσόταν ως μία μακριά καταδίωξη, σε αντίθεση μ’ εδώ όπου η πλοκή αρκείται σε μια γρήγορη σωματική μάχη του Νικ με τη συμμορία, κλείνοντας το φιλμ με βιασύνη κι απλοϊκότητα.