Του Γιάννη Παπαδάκη*

Πρόθεσή μου εδώ δεν είναι να κατηγορήσω, να κατηγοριοποιήσω ή να κατακρίνω συγκεκριμένες ομάδες ή άτομα. Κάθε άλλο. Αυτά που κρίνονται είναι συγκεκριμένες συμπεριφορές, τρόποι ιεράρχησης προτεραιοτήτων και λήψης αποφάσεων.

Ας θεωρήσουμε εδώ ως γενιά όσους και όσες γεννήθηκαν μέχρι και δέκα χρόνια πριν και μετά το 1965. Είναι η γενιά που κατά μέσο όρο συμπληρώνει ή θα συμπληρώσει φέτος τα πενήντα. Ανήκω και εγώ σε αυτή τη γενιά.

Απόφοιτοι Λυκείου το 1982, όταν το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου ήδη μεσουρανούσε και η εθνική μας υπερηφάνεια επαναπροσδιοριζόταν με συνθήματα όπως «Η Ελλάδα στους Έλληνες», «Αλλαγή εδώ και τώρα», «Εμπρός Ανδρέα για μια Ελλάδα νέα», «΄Εξω από την ΕΟΚ» και «΄Εξω από το ΝΑΤΟ».

Οι πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις αυτής της περιόδου μας επηρέασαν βαθιά καθώς συνέπεσαν με τα φοιτητικά μας χρόνια.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της γενιάς που περιγράφουμε είναι η υπερπροστασία που της παρείχαν οι παλαιότεροι, η γενιά των γονιών μας.

Η υπερπροστασία αυτή ήταν ευθέως ανάλογη των δυσκολιών που πέρασαν στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Οι περισσότεροι από αυτούς πάλεψαν κυριολεκτικά για την καθημερινή τους επιβίωση.

Ανεξίτηλα γραμμένες παραμένουν στην μνήμη μου οι ιστορίες της μητέρας του πατέρα μου, η οποία αν και είχε κλείσει τα ενενήντα δάκρυζε κάθε φορά που μας τις διηγόταν. Τόσο νωπός ο πόνος μέσα της, πενήντα τόσα χρόνια μετά.

Οι γονείς μας ήθελαν με κάθε τρόπο να μας προστατέψουν από κάθε τι που θα μπορούσε να φέρει έστω και τη μικρότερη αβεβαιότητα στη ζωή μας και κατά συνέπεια στη ζωή των παιδιών μας.

Το αντιλαμβάνονταν ως καθήκον της δικής τους γενιάς, συνέχεια αυτού που ο Όμηρος αναφέρει ως «αιέν ἀαριστεύειν καιὶ υπείροχον ἔεμμεναι ἄάλλων, μηδέὲ γένος πατέρων αισχυνέμεν». Ήταν η δική τους εκδοχή της μετάβασης από κάτι καλό σε κάτι καλύτερο.

Όμως αυτό μας οδήγησε σε δύο μεγάλα ΝΑΙ που σκιάζουν και στιγματίζουν την γενιά μου.

Το πρώτο μεγάλο ΝΑΙ το είπαμε στους γονείς μας όταν αποδεχτήκαμε την προτροπή τους (σε πολλές περιπτώσεις μόνη «αποδεκτή» επιλογή μας) για μια μόνιμη θέση στο Δημόσιο που είχαν κατορθώσει να μας εξασφαλίσουν μετά από επίμονες και επίπονες επαφές με τοπικούς βουλευτές ή άλλους θιασώτες του εκάστοτε πολιτικο-κομματικού κατεστημένου.

Το δεύτερο ΝΑΙ ακολούθησε το πρώτο όταν πεισθήκαμε και εμείς ότι αυτή η επιλογή ήταν καλή για εμάς τους ίδιους. Το δεύτερο ΝΑΙ το είπαμε στους εαυτούς μας και το επαναλάβαμε κάθε φορά που τύχαινε να αμφιβάλλουμε για αυτή μας της επιλογή στα χρόνια που ακολούθησαν.

Τα δύο μεγάλα «ναι» διαδέχθηκαν πολλά μικρότερα, σημαδεύοντας τη συμμετοχή μιας ολόκληρης γενιάς σε έναν κρατικό μηχανισμό που έπρεπε να τον ανεχτούμε και συνάμα να συνυπάρξουμε μαζί του. Με κάθε μικρό «ναι» που ακολουθούσε, έξυπνοι και δυναμικοί άνθρωποι που επέλεξαν να σταδιοδρομήσουν ως δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα έχαναν κάτι από τον αρχικό δυναμισμό και την όρεξή τους για παραγωγική εργασία.

Αν ερμηνεύσουμε την παρούσα αυτοκαταστροφή της χώρας ως αποτυχία του πελατειακού κράτους, του αναποτελεσματικού δημόσιου τομέα και του άκρατου γιγαντισμού του, δεν χρειάζονται περισσότερα σχόλια.

Ψαλιδίσαμε μόνοι μας μέχρι τέλους τα φτερά μας.

Αν είχαμε τολμήσει να αρχίσουμε τη σταδιοδρομία μας με δυο σθεναρά ΟΧΙ, θα ματώναμε μεν τότε αλλά δεν θα αιμορραγούσαμε τώρα, συμπαρασύροντας προηγούμενους (βλ. συντάξεις) μαζί και επόμενους (βλ. ανεργία νέων).

Όσο και αν χρυσώσουμε το χάπι –μπορούμε να το κάνουμε και αυτό– η πραγματικότητα που δημιουργήσαμε ιδιαίτερα για τη γενιά μας είναι μη αντιστρέψιμη.

Με ποια λογική μπορεί κάποιος από εμάς μετά από τόσα μεγάλα και μικρά «ναι» στα στάσιμα νερά του Δημόσιου Τομέα να μετατραπεί ξαφνικά σε οραματιστή και πρωταθλητή του ιδιωτικού «επιχειρείν» κάνοντας ακριβώς εκείνη την υπέρβαση που τόσο μεθοδικά και αποτελεσματικά απέφευγε δεκαετίες τώρα;

Με ποια λογική θα ηγηθούμε ομάδων με διεθνούς επιπέδου προσδοκίες; Με ποια επιχειρήματα θα συνθέσουμε προτάσεις για να συνταχθούν πίσω τους οι καλύτεροι και εξυπνότεροι ανάμεσά μας; Σε ποιες εμπειρίες θα στηριχθούμε για να αρθρώσουμε ανταγωνιστικά εγχειρήματα στην Ευρώπη και αλλού;

Πώς θα πείσουμε τους άλλους όταν εκείνοι έχουν εμπειρία δεκαετιών στη λήψη ομαδικών και ατομικών ρίσκων, μπορούν να αυτο-οργανώνονται και να οργανώνουν, να χτίζουν και να βελτιώνουν, χωρίς να δαιμονοποιούν και χωρίς να αυτοκαταστρέφονται;

Δεν υπάρχει λόγος να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Η επόμενη γενιά, ευτυχώς πιο ώριμη και ρεαλιστική από τη δική μας, μας κοιτάζει στα μάτια απορημένη, περιμένοντας να πάρουμε κάποιες διορθωτικές πρωτοβουλίες.

Γνωρίζουν καλά οι νεότεροι πως τη μεγαλύτερη ευθύνη την έχουμε εμείς και όχι οι ξένοι. Όσοι από εμάς αντέχουν την αλήθεια ας το διαβάσουν στα μάτια τους.

Η ευθύνη για τη λύση του γόρδιου δεσμού που εμείς δημιουργήσαμε δεν είναι δική τους. Είναι ο μόνος τρόπος όμως για να βρει η γενιά μας, έστω και στο παρά πέντε, ένα βηματισμό πέρα από το λάθος που τη στιγμάτισε.

Ευθύνη μας είναι να διορθώσουμε ό,τι μπορούμε. Ευθύνη μας είναι να μην επιτρέψουμε στο λάθος αυτό να καταστρέψει άλλη μια γενιά Ελλήνων. Ευθύνη μας είναι να εκλείψει αυτός ο καρκίνος άμεσα και οριστικά από τα σωθικά της Ελλάδας.

* Ο Γιάννης Παπαδάκης κατάγεται από το Ηράκλειο της Κρήτης. Είναι Ηλ/γος Μηχανικός (PhD) και εργάζεται στις ΗΠΑ.