
Τρία πορτρέτα καλλιτεχνών - δύο από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς
Ο Κος ΤΕΡΝΕΡ
MR. TURNER
Σκην.: Μάικ Λη
Πρωτ.: Τίμοθυ Σπολ, Πωλ Τζέσον, Ντόροθι Άτκινσον, Μάριον Μπέιλι.
Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο ιδιότροπος ζωγράφος Τζόζεφ Γουίλιαμ Τέρνερ απολαμβάνει τη φήμη του, αλλά διατηρεί μία άστατη προσωπική ζωή, απαρνούμενος τη σύζυγο και τις κόρες του, ζώντας με την οικονόμο και τον πατέρα του.
Βιογραφικό δράμα για τον βρετανό Τέρνερ, υποψήφιο για 4 Όσκαρ (φωτογραφίας, σχεδιασμού παραγωγής, ενδυματολογίας και μουσικής) και για το οποίο ο Σπολ κέρδισε το βραβείο ανδρικής ερμηνείας στο περυσινό φεστιβάλ Καννών. Ταυτισμένος με την κοινωνική ταινία -στη δραματική και κωμική εκδοχή της- στην οποία διαπρέπει μέχρι σήμερα, ο σπουδαίος 72χρονος βρετανός Λη ασχολείται για δεύτερη φορά στη φιλμογραφία του με μια καλλιτεχνική προσωπικότητα, μετά από το απολαυστικό «Η παράσταση μιας ζωής» («Topsy-Turvy», 1999), για το δίδυμο της βρετανικής κωμικής όπερας Γουίλιαμ Γκίλμπερτ και Άρθουρ Σάλιβαν.
Εδώ φτιάχνει ένα αριστοτεχνικό πορτρέτο που κοιτάζει τον ήρωα με συμπάθεια και θαυμασμό, χωρίς να ισοπεδώνει κολακευτικά την περιπλοκότητα του χαρακτήρα και να μειώνει τη δραματικότητα της αφήγησης. Δεν ωραιοποιεί τις δυσάρεστες πλευρές του ήρωα, αποφεύγει ευκολίες και υπερβολές, παρατάσσοντας περιστατικά που αφορούν το έργο και την προσωπική του ζωή, σε μια αφήγηση που ενδεχομένως θα μπορούσε να είναι ελάχιστα οικονομικότερη, όμως παραμένει γοητευτική χάρη στους δύο εξαιρετικούς ‘πρωταγωνιστές’ της, τον ηθοποιό Σπολ και τον διευθυντή φωτογραφίας Ντικ Πόουπ. Ο πρώτος αποδίδει εξαιρετικά τον εγωισμό, τη σκληρότητα, την αυτοπεποίθηση, τη στωικότητα, την εσωστρέφεια και τη δυστροπία του Τέρνερ. Ο δεύτερος αξιοποιεί αριστουργηματικά το φυσικό φως, για να συνθέσει ένα γενικότερο εικαστικό περιβάλλον εμπνευσμένο από το έργο του ζωγράφου και ν’ αναπαραστήσει κάποιους από τους πίνακές του, όπως αυτό που απεικονίζει τη ρυμούλκηση του πολεμικού πλοίου Temeraire στον Τάμεση.
BIRDMAN Ή (Η ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΑΦΕΛΕΙΑΣ)
BIRDMAN OR (THE UNEXPECTED VIRTUE OF IGNORANCE)
Σκην.: Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου
Πρωτ.: Μάικλ Κίτον, Έντουαρντ Νόρτον, Ναόμι Γουότς, Έμα Στόουν, Άντρεα Ράισμπορο, Ζακ Γαλιφιανάκης. Ο Ρίγκαν είναι ένας ξεχασμένος σταρ του κινηματογράφου, ο οποίος μετά από την επιτυχημένη καριέρα του ως πρωταγωνιστής ταινιών με τον
υπερήρωα Birdman, προσπαθεί ν’ αναβιώσει την καριέρα του, ανεβάζοντας ένα θεατρικό έργο στο Μπρόντγουεϊ.
Η πρώτη κομεντί στη φιλμογραφία του 51χρονου μεξικανού σκηνοθέτη, κέρδισε δύο Χρυσές Σφαίρες, ανδρικής ερμηνείας σε κωμωδία για τον 63χρονο Κίτον και σεναρίου για τους Ινιαρίτου, Νίκολας Τζιακομπόνε, Αλεξάντερ Ντινελάρις και Αρμάντο Μπο. Επίσης είναι υποψήφια για 9 Όσκαρ, ανάμεσα στα οποία, σκηνοθεσίας και α’ ανδρικού ρόλου. Ο απεγνωσμένος ξεχασμένος σταρ, που
αδυνατεί να συμβιβαστεί με το σβήσιμο της λάμψης του και την αναπόφευκτη λήθη, είναι ένα θέμα που έχουμε ξαναδεί σε κυρίως δραματικούς τίτλους όπως τα «Η λεωφόρος της Δύσης» («Sunset Boulevard», Μπίλυ Γουάιλντερ, 1950) και «The star» (Στιούαρτ Χάισλερ, 1952). Εδώ, ο Ινιαρίτου φτιάχνει μια εξαιρετική πικρή και μελαγχολική κωμωδία, μία διαρκή περιπλάνηση στην απεγνωσμένη προσπάθεια του Ρίγκαν, καθώς αναζητά λόγους για να συνεχίσει να ζει- να μάθει να ζει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και τα δώρα της αναγνώρισης.
Αυτή η συνεχής περιπλάνηση σηματοδοτείται από μια σειρά μονοπλάνων που είναι μονταρισμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε να σχηματίζουν την εντύπωση ενός ενιαίου, όπως, για παράδειγμα, στη «Θηλιά» («Rope», Άλφρεντ Χίτσκοκ, 1948). Αυτό όμως που προσδίδει στα πλάνα την ελαφρώς παραισθητική τους χροιά, είναι ο ευρυγώνιος φακός, που παραμορφώνει ελαφρά τις γωνίες τους και αφήνει τον ήρωα να περιφέρεται σαν σε όνειρο ή τριπ, σαν να ισορροπεί συνεχώς ανάμεσα στην πραγματικότητα και την παράνοια της
κατάθλιψης, η οποία επανέρχεται συνεχώς μέσα από τη φωνή του δεύτερου εαυτού του, του macho σούπερ-σταρ που αρνείται να πεθάνει.
Βεβαίως ένα μεγάλο διακύβευμα για μια κωμική ιστορία, είναι πάντα να εξασφαλίσει το σωστό τάιμινγκ στην ‘ανταλλαγή’ των διαλόγων και στο στήσιμο των περιστατικών. Παρότι η εναλλαγή πλάνων παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη δημιουργία του κωμικού τάιμινγκ, εδώ το ρίσκο του Ινιαρίτου να προτιμήσει τα εκτενή μονοπλάνα πετυχαίνει, χάρη στον γρήγορο εσωτερικό ρυθμό τους, που συντίθεται από την απαλή ευκινησία της κάμερας και, κυρίως, από τις εξαιρετικές ερμηνείες που αποδίδει όλο το καστ, με γρήγορη εκφορά του κειμένου και νευρώδη εκδήλωση αντιδράσεων.
Εντυπωσιακότερος όλων ο Κίτον, ο οποίος ως Ρίγκαν μοιάζει συνεχώς να ισορροπεί στο κενό, κοπιάζοντας γεμάτος αγωνία να μην αφήσει την απελπισία να τον καταβάλει, ενώ προσθέτει στον ρόλο τη δική του αληθινή προϋπηρεσία στο είδος των υπερηρώων, καθώς υποδύθηκε με τεράστια καλλιτεχνική κι εμπορική επιτυχία τον Batman στις δύο ταινίες που σκηνοθέτησε ο Τιμ Μπάρτον, «Batman» (1989) και «Ο Μπάτμαν επιστρέφει» («Batman returns», 1992), με το κάστινγκ ν’ αξιοποιεί συνειρμικά αυτή την εξωφιλμική συνθήκη, αλλά και το σενάριο, με την έμμεση αναφορά στη σκηνή όπου ο Ρίγκαν δηλώνει στους δημοσιογράφους, ότι η τελευταία φορά που ενσάρκωσε τον Birdman ήταν το 1992.
ΜΕΓΑΛΑ ΜΑΤΙΑ
BIG EYES
Σκην.: Τιμ Μπάρτον
Πρωτ.: Έιμι Άνταμς, Κριστόφ Βαλτς, Κρίστεν Ρίτερ, Ντάνι Χιούστον
Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 η ζωγράφος Μάργκαρετ Ούλμπριχ αφήνει τον άντρα της και μετακομίζει με τη μικρή της κόρη στο Σαν Φρανσίσκο. Εκεί γνωρίζει τον επίσης ζωγράφο Γουόλτερ Κιν, με τον οποίο σύντομα παντρεύονται, και ο οποίος εξελίσσεται σε έναν καταπιεστικό απατεώνα, που εκμεταλλεύεται τους εξαιρετικά δημοφιλείς πίνακες της Μάργκαρετ, πλασάροντάς τους ως δικούς του.
Βιογραφική κομεντί για την 87χρονη αμερικανίδα ζωγράφο Μάργκαρετ Κιν, για το οποίο η Άνταμς κέρδισε Χρυσή Σφαίρα ερμηνείας, τη μία από τις τρεις συνολικά για τις οποίες ήταν υποψήφιο το φιλμ, επίσης για την ερμηνεία του Βαλτς και το τραγούδι της Λάνα Ντελ Ρέι.
Η ταινία έχει να επιδείξει δύο εξαιρετικούς πρωταγωνιστές σε πολύ καλές ερμηνείες, ανοιχτόχρωμη, φωτεινή φωτογραφία από τον Μπρουνό Ντελμπονέλ που θυμίζει το παραμυθιακό περιβάλλον του «Big Fish: απίθανες ιστορίες» («Big Fish», 2003), κι ένα σενάριο που παρά το συνηθισμένο ύφος του, υπηρετεί την προσωπική πλευρά της ιστορίας του, συνθέτοντας παράλληλα ένα ενδιαφέρον σχόλιο για την αξία και την ποιότητα της τέχνης. Αφενός δηλαδή αναδεικνύεται η ειλικρίνεια, η ευαισθησία και το ταλέντο της Κιν, αφετέρου όμως η προσκόλλησή της στον μανιερισμό με τα μεγάλα μάτια και η εμπορευματοποίηση του έργου της, τοποθετούνται σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο καλλιτεχνικής αξιολόγησης, που εκφράζεται μέσα από δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως γκαλερίστες και κριτικοί. Αυτό το πλαίσιο, μπορεί να ερμηνευθεί τόσο ως ενισχυτικό για την εικόνα της Κιν, για το ότι κατάφερε δηλαδή ν’ αναδειχθεί ενάντια στο καλλιτεχνικό κατεστημένο, όσο κι ως ένας τρόπος για τον σκηνοθέτη να υπενθυμίζει ότι παρά τη συμπάθειά του για την περίπτωση της ζωγράφου, δεν παύει να διατηρεί επίγνωση της αμφιλεγόμενης θέσης της μέσα στην εικαστική παραγωγή της εποχής, στάση που είχε επίσης κρατήσει στο «Ed Wood» (1994).

