Του Δημήτρη Χ. Σάββα

“Πέρασε ο Θωμάς, αλίμονο σ’ εμας” έλεγαν οι παλιότεροι όταν περνούσαν οι γιορτές του Πάσχα. Και ο λόγος; Οι άνθρωποι ήταν αναγκασμένοι να φύγουν από τα χωριά τους και να επιστρέψουν στις πολιτείες, οι μαθητές να πάνε στα σχολεία τους και οι χωρικοί να γυρίσουν στις δουλειές τους, στα χωράφια και στις διάφορες καλλιέργειες. Έτσι και τώρα, τούτες τις μέρες, διότι το άλλο εορταστικό δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων κλείνει με την γιορτή των Φώτων ή για άλλους με την εορτή του Άη Γιάννη. Έχει μείνει βέβαια η λαϊκή ρήση, αυτή που θέλει, πως να τηρούνται οι αργίες:
“Τρεις τα Γέννα, τρεις τα Φώτα, κι έξε την Ανάσταση”.
Τις αργίες αυτές βέβαια τις τηρούσαν με ευλάβεια οι παλιότεροι, αφού γενικά απήχαν από κάθε εργασία και τότε είναι που οι γιορτές έχουν αξία, που αποκτούν κάποια ιδιαίτερη αίγλη, αφού ο άνθρωπος ξεκουράζεται, του δίνεται η δυνατότητα να επικοινωνήσει περισσότερο με το Θεό, πηγαίνοντας στην εκκλησία, αλλά και να συναναστραφεί με τους φίλους του, τους συγγενείς του, τους συναδέλφους του.
Πράγματι όλες αυτές οι μέρες με την περισσή θρησκευτικότητα και τον απίστευτο εορταστικό παλμό δεν περνούν καθόλου απαρατήρητες από τα χωριά, αλλά και από τους απλοϊκούς ανθρώπους. Και είναι επόμενο αυτό, αφού στα χωριά κυρίως παλιότερα, αλλά και σήμερα ακόμα, τηρούνταν τα ήθη, τα έθιμα, αλλά και οι διάφορες παραδόσεις κατά τον καλύτερο τρόπο. Αυτά ήταν και η χαρά μας, τότε που ήμασταν παιδιά, όλα μια διαρκής γιορτή με κάθε λογής εκδηλώσεις που έδιναν μια διαφορετική νότα εορτασμού!
Τα Χριστόψωμα, τ’ αφράτα σισαμωτά κουλούρια, τα μελομακάρουνα, τα ξεροτήγανα, τις λογής λογής λιχουδιές. Το κόψιμο των χοίρων, τα λουκάνικα, τις γαλοπούλες, τους χορταστικούς και λοΐσιμου μεζέδες, το καλό κρασί, τα ποδαρικά, “τση καλές χέρες” τους αγιασμούς των Φώτων και τ’ άλλα χωριάτικα έθιμα που τα περισσότερα είναι από το Βυζάντιο φερμένα. Εκεί διατηρούνται ακόμη πολλά βυζαντινά τελετουργικά και σώζεται ακμαία και ζωντανή η βυζαντινή παράδοση.
Σήμερα, ιδιαίτερα εδώ στις πόλεις όλα αυτά ξεχάστηκαν και ισοπεδώθηκαν από τον οδοστρωτήρα δήθεν της “προόδου”.
Η συνεχιζόμενη κρίση, το υπερβολικό άγχος, η συνεχής αγωνία και ο καθημερινός μαραθώνιος για την επιβίωση και φυσικά για τον επιούσιο έχουν κάνει τους ανθρώπους καχύποπτους, ολοένα να ξεμακραίνουν και να αποξενώνονται από τα ήθη και τα έθιμα, από τις παραδόσεις και κυρίως από τις πλούσιες και τόσο ζωντανές θρησκευτικές παραδόσεις τους. Τα λαϊκά έθιμα που εντοπίζονται στην περίοδο του Δωδεκαημέρου κυρίως στα τρία εξέχοντα σημεία της, τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα, εκφράζουν τα περισσότερα, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο την έννοια του τέλους και της αρχής. Διερμηνεύουν την αγωνία που κατέχει τον άνθρωπο μπροστά στο τέλος μιας περιόδου της ζωής του, μιας χρονιάς, και στην αρχή μιας καινούργιας.
Αύριο γιορτάζουμε τα Θεοφάνεια ή Επιφάνεια ή γιορτή της βάπτισης του Χριστού μας! Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες γιορτές του ορθόδοξου κόσμου. Στα έθιμα και στις δοξασίες της η χριστιανική πίστη συνδέθηκε στενά με τις πανάρχαιες αντιλήψεις για το ιερό και το καθημερινό.
Η ονομασία της γιορτής μπορεί να συσχετιστεί με τα αρχαιοελληνικά Θοεφάνια (π.χ. τα δελφικά)· αναφέρονται και οι δύο στην εμφάνιση του θεϊκού, του ιερού, που εκδηλώνεται υπό μορφή θαυμάτων τη νύχτα της παραμονής των Φώτων. Στους Έληνες και στους ορθόδοξους Σλάβους ήταν πλατιά διαδεδομένη η πίστη ότι τη νύχτα αυτή η θάλασσα γίνεται γλυκιά και πίνεται, το νερό στα ποτάμια και τις βρύσες μετατρέπεται σε κρασί, “ανοίγουν τα ουράνια” και τη στιγμή εκείνη εκπληρώνονται οι ευχές.
Δογματικά η βάπτιση του Χριστού συμβολίζει την παλιγγεννεσία του ανθρώπου. Θεωρείται σαν μια γιορτή ανανέωσης και σε πολλά μέρη οι άνθρωποι αυτή τη μέρα φορούσαν κάθε τι το καινούργιο προκειμένου να φωτιστεί. Αυτή η μέρα θεωρούνταν μέρα αναγέννησης του χρόνου αφενός και του κόσμου αφετέρου. Ακόμα και τα θαλασσινά ταξίδια αυτή τη μέρα άρχιζαν:
“Τώρα αγιάζουν τα νερά και φεύγουν τα καράβια”. Έτσι ξεκινούσαν και οι ναυτικοί τα ταξίδια τους.
Η ανανέωση του κόσμου άρχιζε από την ανανέωση των υδάτων και με την κατάδυση του σταυρού στο νερό. Μεγάλα χαρά βέβαια αλλά και μεγάλη τιμή σ΄αυτόν που έβρισκε κι έπιανε τον σταυρό. Θεωρούνταν ο τιμημένος του χωριού και περιέφερε το σταυρό στα σπίτια για προσκύνημα αλλά και χρηματικές προσφορές.
Το όνομά του ήταν Νονός ή δεξάμενος σε πολλά μέρη της πάνω Ελλάδας. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί βέβαια έχουν την ερμηνεία τους και η εξήγηση όπως φαίνεται είναι αρκετά απλή.
Αφού κάθε τελετή έχει ένα “θείον πρότυπο”, κάθε μεγάλη γιορτή σημαίνει επανάληψη, αναπαράσταση κάποιου ιερού γεγονότος. Έτσι τα Θεοφάνεια επαναλαμβάνεται η βάπτιση του Χριστου· τα περιστέρια γίνονται το Πνεύμα του Θεού· ο σταυρός που πέφτει στο νερό είναι ο ίδιος ο Χριστός· και ο ήρωας της ημέρας γίνεται “νονός” του Χριστού, αφού η παράδοση θέλει ο κάθε βαφτισμένος να έχει και τον ανάδοχό του.
Το νερό του μεγάλου αγιασμού το έφερναν στα σπίτια και όλοι έπιναν από αυτό, ράντιζαν με ένα κλαδί ελιάς ή βασιλικού όλους τους χώρους του σπιτιού, τους σταύλους και τα ζώα, τα δέντρα και τα άλλα φυτά για να καρποφορήσουν και να μην αρρωσταίνουν, τα χωράφια και τα αμπέλια για να προφυλάξουν από ασθένειες, ακόμα και τα βαρέλια του κρασιού. Τον αγιασμό τον θεωρούσαν πανάκεια, πίστευαν ότι μπορεί να θεραπεύει τη θερμασιά και την ελονοσία, τον φύλαγαν στο εικονοστάσι όλο το χρόνο και τον χρησιμοποιούσαν για να γιατρεύουν διάφορες αρρώστιες.
Από τη στήλη μας αυτή σας ευχόμαστε Χρόνια Πολλά και από την κατάδυση του Σταυρού ας αντλήσει ο καθένας μας δύναμη, υγεία και καθετί το δημιουργικό και χαρούμενο.