
Της Κατερίνας Μυλωνά
Στην τρυφερή ηλικία των δέκα ετών έπιασε για πρώτη φορά στα χέρια του χασίς και τώρα, 30 χρονών πια, προσπαθεί να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά. Ένας Ηρακλειώτης, ο οποίος θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του, μοιράζεται με την «Π» την ιστορία της δικής του εξάρτησης. Εδώ και έναν χρόνο βρίσκεται στο Όασις, κέντρο υποστήριξης εξαρτημένων από αλκοόλ, ναρκωτικά και τζόγο, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη.
Πριν από λίγες ημέρες κατέβηκε στο Ηράκλειο για να έρθει σε επαφή με τους δικούς του ανθρώπους. Αποφάσισε να παραμείνει για μερικούς ακόμα μήνες στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να νιώσει ακόμα πιο δυνατός και να επιστρέψει στην Κρήτη σίγουρος ότι δε θα υποκύψει ξανά σε πειρασμούς.
Στο πλευρό του στο ταξίδι του στο Ηράκλειο ήταν ο σύμβουλός του από το Όασις, κ. Δαμιανός Δουίτσης, ο οποίος είχε μιλήσει στην «Π» πριν από τρία χρόνια και είχε παρουσιάσει τη δική του ιστορία που από χρήστης έγινε καθοδηγητή άλλων που έχουν ανάγκη.
«Είχα δει από την Α’ Γυμνασίου παιδιά στο σχολείο να πεθαίνουν από βαριά ναρκωτικά»
Από τη μαρτυρία του 30χρονου Ηρακλειώτη συγκλονίζει το γεγονός ότι είναι πολύ εύκολο, ακόμα και για ένα παιδί, να βρει ναρκωτικά όποιας μορφής.
«Ξεκίνησα από μικρός τις ουσίες. Εδώ στην Κρήτη, εξάλλου, είμαστε υπερήφανοι για το κρασί, τη ρακή και το χόρτο... Πρώτη φορά έπεσε χόρτο στα χέρια μου στο χωριό, δεν ήξερα πώς πίνεται, πώς στρίβεται, ήμουν 10 χρονών», αναφέρει.
Η πρώτη του επαφή με τις ουσίες ήταν στα 11 του, όταν μέθυσε με μπίρα, ήπιε τόσο πολύ μέχρι που έφτασε στο σημείο να μην αισθάνεται τίποτα. «Έμενα σε μια περιοχή στο Ηράκλειο, όπου γινόταν πολλή χρήση, από πιο ελαφριά στα πιο βαριά ναρκωτικά. Είχα δει από την Α Γυμνασίου παιδιά να πεθαίνουν στο σχολείο από βαριά ναρκωτικά, είχα τρομάξει από αυτά», περιγράφει.
Ο ίδιος, ενώ είχε φοβηθεί από όσα συνέβαιναν γύρω του, κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ και για κάποια χρόνια απέφευγε τα ναρκωτικά. «Το αλκοόλ μου απομάκρυνε τα χαρακτηριστικά που δεν ήθελα, όπως τη χαμηλή αυτοπεποίθηση, τη ντροπή και το κόμπλεξ που ένιωθα, με έκανε να νιώθω πιο ελεύθερος», αναφέρει.
Ένα μικρό διάλειμμα για εκείνον ήταν η θητεία του στο στρατό, όπου κατετάγη σε ηλικία 18 ετών στις ειδικές δυνάμεις και δεν είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει να πίνει.
Μόλις, όμως, απολύθηκε άρχισε να εθίζεται στο χόρτο, καθώς «έπινε» για δύο με τρία χρόνια.
«Βρισκόμουν σε έναν κύκλο, όπου υπήρχαν όλα τα ναρκωτικά... κόκα, έκσταση. Πολύ γρήγορα ήρθε και η χρήση της ηρωίνης, δοκίμασα σε ηλικία 24 χρονών και για μια βδομάδα ένιωσα αυτό το μαγικό που περιγράφουν ορισμένοι, όμως φοβήθηκα, μου άρεσε πάρα πολύ αλλά ήξερα πού καταλήγεις με την ηρωίνη», αναφέρει.
Ενώ συνέχισε να κάνει χρήση χασίς, κάποια στιγμή δεν ήταν δυνατό να βρει, κι έτσι κατέληξε και πάλι στην ηρωίνη.
«Υπήρξε κάποια στιγμή στο Ηράκλειο, όπου δεν μπορούσα να βρω χόρτο με τίποτα. Με το χόρτο ήμουν πολύ άρρωστος, δεν μπορούσα να πάω πουθενά χωρίς χόρτο. Για να πάω στο χωριό έπρεπε να έχω μαζί μου χόρτο γιατί δεν μπορούσα να κοιμηθώ αλλιώς. Παίρναμε τηλέφωνο να βρούμε χόρτο, δε βρίσκαμε και μας προτείνουν ηρωίνη...». Κάπως έτσι άρχισαν όλα.
Εκείνο που σκέφτηκε ήταν πως με μία φορά δεν πρόκειται να πάθει κάτι, η μία όμως φορά έγιναν δύο, οι δύο τρεις και τελικά «κόλλησε» χωρίς να προλάβει να το καταλάβει.
«Οι μέρες μου ήταν μετρημένες»
«Ένα πρωί σηκώθηκα και δεν μπορούσα να πάω στη δουλειά μου, έπρεπε να «πιω». Από κει και πέρα με πήρε η κάτω βόλτα, έπρεπε για οτιδήποτε κάνω να «πιω», ακόμα και για να φάω, να πάω τουαλέτα... ζούσα για να πίνω και έπινα για να ζω. Έφτασα σε ένα σημείο κι εγώ που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, για να σηκωθώ από το κρεβάτι έπρεπε να «πιω» , άρχισα να κάνω πράγματα που έλεγα ότι δεν θα τα κάνω ποτέ μου. Θεωρούσα ότι εγώ θα είμαι... « καλός πρεζάκιας» δεν θα είμαι σαν αυτούς που είναι στο δρόμο, δεν θα κλέβω, δεν θα ρημάζω και δε θα καταστρέφω τους δικούς μου. Όμως, έφτασα σε ένα σημείο που έκανα ό, τι έλεγα ότι δε θα κάνω, να καταστρέφω εμένα, τα κοντινά μου πρόσωπα, την οικογένειά μου, όλους. Έφτασα σε ένα σημείο που δεν μπορούσα να «πιω» και να μην «πιω», ήμουν μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», περιγράφει τη στιγμή που συνειδητοποίησε το μέγεθος του προβλήματος που καλείτο να αντιμετωπίσει.
Αρχικά όμως ένιωθε πολύ υπερήφανος για να στραφεί σε άλλους για βοήθεια , θεώρησε ότι μόνος του είχε τις δυνάμεις να τα καταφέρει. Αποπειράθηκε διάφορα, όπως να πάρει σκύλο, να σταματήσει τη δουλειά, να εγκατασταθεί για ένα διάστημα στο χωριό, όμως τίποτα δε λειτούργησε όπως είχε υπολογίσει. Τελικά, έφτασε σε ένα σημείο, όπου βρέθηκε ένα βήμα πριν κλειστεί στη φυλακή. Τότε κατάλαβε ότι το να ζητήσει βοήθεια ήταν μονόδρομος.
«Οι μέρες μου ήταν μετρημένες και μετά από ένα γεγονός αποφάσισα να μιλήσω στους δικούς μου», αναφέρει. Προτίμησε να αναζητήσει βοήθεια εκτός Ηρακλείου και τότε βρήκε το κέντρο Όασις στη Θεσσαλονίκη.
«Εκεί κατάλαβα πως ό, τι ήξερα ήταν λάθος, το κρασί που εδώ το λέμε «αγίασμα», όπως και τη ρακή, το χόρτο, που έλεγα πως είναι «του Θεού»... Όλα ήταν παραμύθια της Χαλιμάς και δικά μου, για να τα λέω στους άλλους να με αφήνουν να κάνω αυτά που θέλω», περιγράφει.
Τελικά, μέσα στους έντεκα μήνες παραμονής του στο κέντρο κατάφερε να αλλάξει νοοτροπία, έμαθε πώς να ζει υγιής, άρχισε να μαθαίνει ποιος πραγματικά είναι και τι πραγματικά του αρέσει. «Τώρα είμαι καλά, έχω βρει τον εαυτό μου», αναφέρει.
Όταν βρέθηκε για λίγο στο Ηράκλειο, αισθάνθηκε ακόμα κάπως ευάλωτος και αποφάσισε να παραμείνει στο κέντρο για μερικούς ακόμα μήνες. «Θέλω να πατήσω στα πόδια μου με ανθρώπους που με βοηθάνε, με ξέρουν και μπορώ να στηριχτώ πάνω τους και μετά να κατέβω στο Ηράκλειο, όπου δεν υπάρχουν πράγματα για να υποστηρίζουν ανθρώπους σαν εμένα», αναφέρει.

