Του Κ. Παπουτσάκη

-Πώς τα καλοπέρασες Διογένη αυτές τις Άγιες μέρες;
-Καλά τα πέρασα Κωνσταντή. Ε, όπως τα πέρασα και οπέρυσις και κάθε χρόνο.
-Με την κρίση όμως δεν στερήθηκες πολλά πράματα; Δε σου έλειπε κάτι απαραίτητο;
-Όι, ότι είχα κάθε χρόνο είχα κι εδά. Ήσφαξα έναν πετεινό που δεν ήκανε τ’ αυγό 3,5 κιλά. Ήσφαξα το χοίρο, δεν ήτανε μεγάλος γιατί του ‘κανα... δίαιτα για να μην έχει πολλά ξίγκια γιατί κάνουνε λέει καλό στο... συγκοινωνιξακό.
Τον ήκοψα απού λες και κάμαμε τα σύγλινα μια κουρούπα, την τσιλαδιά, ετηγανίσαμε το σκώτι, τσι μπριτζόλες, τον άλλο τονε κρεμάσαμε στο τζάκι καπνιστό.
Δυο χοιρομέρια, τα απάκια, τα πλευρά, τη βιζουρά, τα λουκάνικα...
Και όλα αυτά θα τα φάτε βρε Διογένη;
-Ε, μα κι εσύ! Το ένα χοιρομέρι ήδωκα του ενός κοπελιού και το άλλο τ’ αλλουνού από μισά λουκάνικα και ότι άλλο εκρεμούντανε στο τζάκι και στσι κουρούπες για να μη σου τα πολυλογώ. Εμείς εκρατήσαμε μιαολιά από όπου και λίγο και το βάνομε στα κάρβουνα, απάκι ή λουκάνικο ή από πλευρά κομμάτι απού λένε και στα κάλαντα και πίνω εγώ 3 κρασά και το Αβγιονιό ένα και μακαρίζομε τσαποθαμένους μας.
-Καλύτερα να λέτε Διογένη στην υγειά των ζωντανών που την έχουνε ανάγκη τους πεθαμένους τους... προσέχει ο Θεός!
Δηλαδή Διογένη εσύ όχι μόνο δεν έχεις έξοδα τις γιορτές αντιθέτως είχες έσοδα!
Ε, όι ήκαμε το Αβγιονιό μου έξοδα γιατί εγέμισε τη μια λεκανίδα κουραμπιέδες και την άλλη... μακαρούνια με το μέλι.
-Μελομακάρουνα θες να πεις.
-Πώς αλλάξανε οι καιροί μπρε Κωνσταντή. Ήδωκα τη φούσκα του χοιρού στα εγγονάκια μου να τη φουσκώσουνε να τηνε παίζουνε και δεν εθέλανε!
Ίντανε λέει μπρε παππού τουτονά, αυτό βρωμεί και βγάνει κατρουλιές, στη μούρη μας δα το βάλουμε;
-Ε, μα όταν εμείς Διογένη τη βάζαμε στο στόμα μας και τη φουσκώναμε, από τη χαρά μας και η κατρουλιά εμύριζε... άρωμα!
Όλα που μυρίζανε τότε σήμερα βρωμάνε...
-Να θώριες Κωνσταντή τη χαρά του Αβγιονιού μου απού τσι φέρανε μια καινούρια ρόμπα δώρο! Χωστά-χωστά εξάνοιγε στο καθρέφτη όλη την ώρα και καμαρωνότανε!
Μα ύστερα δεν ήθελε να πάμε στην εκκλησά γιατί εντρεπούτανε λέει γιατί ήθελε να τηνε ξανοίγουνε όλοι!
Γιάντα μπρε Αβγιονιό να ντρέπεσαι να ‘ναι μουζωμένη η μούρη σου μάλιστα. Εγανάχτησα να τηνε συμβάσω.
-Τελικά πήγατε στην εκκλησιά;
-Επήαμε ναι και με τη... ρόμπα. Πιο ευτυχισμένη μέρα Κωνσταντή δεν ήζησα στη ζωή μου.
-Γιατί Διογένη;
-Ε, μετά απού εβγήκαμε απού την εκκλησά να θώργιες!
Άλλοι μας σε χαιρετούσανε, άλλοι μας σε φιλούσανε και μας σε λέγανε τα χρόνια πολλά, κι άλλες ευχές.
Όλοι μας σε μιλούσανε, μας σε γελούσανε. Όλοι είμαστε χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι!
-Άμα βλέπεις Διογένη χαρούμενους ανθρώπους να έρχονται με αγάπη με εγκαρδιότητα κοντά σου να σου μιλάνε να σου γελάνε, γίνεσαι κι εσύ το ίδιο χαρούμενος.
Είναι μεταδοτικό. Γι’ αυτό οι μέρες αυτές οι γιορτινές είναι χαρούμενες πάντα.
-Ε, με τα πάρε δώσε απού λες εξεντράπηκε η Αβγιονιό, μα ύστερα πάλι εξαναντράπηκε...
-Γιατί πάλι Διογένη;
-Γιατί μαθές ήτανε η πλατέα γεμάτη και τα καφενεία και τσι λέω να κάτσομε δα Αβγιονιό σ’ ένα καφενείο μια και είναι μεγάλη γιορτή να πιούμε δυο καφεδάκια να περάσει μια χαρά η ώρα μας.
-Ιγιέ Παναγία μου! Με τόσονε κόσμο εγώ ντρέπομαι.
Δεν θέλω γω ετσά πολυτέλειες!
Με τα πολλά τηνε σύβασακαι κάτσαμε. Ήπια εγώ τον καφέ αυτή ήφαε μια βανίλια. Εξάνοιγε γύρου-γύρου να δει ανε τηνε ξανοίγανε. Άμα είδε πως δε τηνε ξανοίγανε αλλη δουλειά δεν είχανε εκαλόκατσε εσυνήθισε και μετά δεν ήθελε να φύγομε. Κάτσε ακόμη μιαολιά Διογένη τα ωζά είναι ταϊσμένα... (Είχε και μια λιακάδα! Κλασικότατη αλκυονίδα).
Είδες εδά Αβγιονιό που δεν ήθελες;
Ναι Διογένη του χρόνου να... ξαναρθούμε πάλι!
Για να μου σου τα πολυλογώ άμα εφύγαμε εκάμαμε μια ώρα να πάμε στο σπίτι! Σε όλο το δρόμο και απ’ όλα τα σπίτια απού περνούσαμε εχορτάσαμε τα χρόνια πολλά, τσι αγκαλιές και τα φιλιά!
-Έτσι έπρεπε Διογένη να είναι οι άνθρωποι κάθε μέρα και όχι μια φορά το χρόνο.
-Ετσά χαρές και ετσά ευτυχία δε τηνε θυμούμαι! Όι και το Πάσχα πάλι...
-Αυτό θα πει κοινωνικότητα. Ο κοινωνικός άνθρωπος είναι πιο ευτυχισμένος.
-Τοσηνά αγάπη που πήραμε και δώκαμε η ευτυχία μας εβγήκε στα ουράνια! Ετσάνε δα στον παράδεισο εσκεφτούμουνε.
Και ετσά απού θώρουνε το Αβγιονιό μου και ήλαμπε από ευτυχία, εγώ ήμουνε στον παράδεισο!...