Του Δημήτρη Χ. Σάββα

Είναι γνωστό το μεγάλο γεγονός της Βηθλεέμ, όπου κάτω από το αντιφέγγισμα των αστεριών που πραγματικά έκαναν τις χιονισμένες βουνοκορφές του Λιβάνου ν’ αστράφτουν, εκεί μέσα στη φάτνη του σπηλαίου, για μια στιγμή όλα σταμάτησαν.

Σταμάτησαν για να ξαναρχίσουν, ν’ αρχίσει μια άλλη ζωή με νέο ρυθμό. “Ετέχθη υμίν σήμερον Σωτήρ”. Τι καλύτερο και τι πιο χαρμόσυνο μήνυμα.

Ενα ψυχρό σπήλαιο εφιλοξένησε στην γέννησί Του τον Υιόν της Παρθένου, λίγα πτωχικά, ρούχα εσπαργάνωσαν το πανάχραντο σώμα, άκακα ζώα ήκουσαν για πρώτη φορά τους γλυκούς κλαυθμηρισμούς του πτωχοί και ασήμαντοι ποιμένες ήσαν οι πρώτοι προσκυνηταί του. Δεν αντήχησαν βασιλικές σάλπιγγες στην γέννησί του, δεν επανηγύρισαν ούτε ο Ηρώδης, ούτε της Ρώμης τα ανάκτορα, ούτε λαοί και στρατοί, με κρότους και ζητωκραυγές και κωδωνοκρουσίες τον ερχομόν του.

Κάθε εποχή και κάθε φυλή έχει να του δώση τους οπαδούς του και τους πιστούς του. Κάθε γλώσσα και κάθε λαός έχει να παρουσιαστή υμνητάς του μεγαλείου του. Το βρέφος της Βηθελέμ, το αδύνατο και πτωχό υψώθηκε πιο πάνω από τα στέμματα των αυτοκρατόρων, πιο πάνω από τους μεγάλους και τους σοφούς της γης.

Οι ισχυρισμοί όμως ίσως να έχουν αντίθετη γνώμη. Νομίζουν πως είναι άτρωτοι, παντοδύναμοι, πώς εξάλλου θα τους έλεγαν κατακτητές;

Από τους ανθρώπους που ζήσανε αυτές τις στιγμές ήταν και ο αείμνηστος θεολόγος Νικόλαος Ζευγαδάκης. Ο ίδιος μέσω ενός ενδιαφέροντος κειμένου του, μας μιλάει για τα χριστούγεννα εκείνης της μαρτυρικής πράγματι εποχής!

Ολα τα παρακάτω διαδραματίζονται, τέτοιες μέρες, τούτες τις μέρες στο Ηράκλειο, κατά τα έτη 1941-1943.

“Και τις τρεις χρονιές της μαύρης Γερμανικής σκλαβιάς η μεγάλη ημέρα των Χριστουγέννων πέρασε ειρηνικά και ήρεμα στην πολυτυραννισμένη και πολύπαθη πόλι μας. Την τελευταία μονάχα χρονιά είχαμε 4 συναγερμούς, το απόγευμα δε έβαλαν τα επάκτια και διεδόθηκε ότι ένα συμμαχικό υποβρύχιο, όχι μακρυά από την παραλία, βύθισε ένα καράβι που ήταν στην υπηρεσία των Γερμανών. Η λειτουργία έγινε την συνηθισμένη πρωινή ώρα.

Την παραμονή της μεγάλης αυτής ημέρας το 1941 κίνησι και εορτάσιμη χαρά δεν υπήρχε στην πόλι καμμία. Καλαντάδες δεν γυρίσανε. Κρέας, ή άλλα τρόφιμα, δεν υπήρχαν στην αγορά. Το λίγο κρέας, που υπήρχε, επωλείτο κρυφά προς 1200-1500 δρ. Οι άνθρωποι επηγαινοήρχοντο ανήσυχοι δια να βρουν κάτι να φάνε αύριο, χρονιάρικη μέρα. Αντίθετα οι κατακτητές θα εώρταζαν με κάθε πολυτέλεια και ευμάρεια. Ρύζι, ζάχαρι, κούβους, όρνιθες, όλα τα είχαν. Οι αίθουσες “Ν. Κέντρου” και “Ντορέ” ενώθηκαν και έγιναν “Σπήτι του Στρατιώτου”. Εκεί θα εώρταζαν αύριο τα Χριστόυγεννα οι αντίχριστοι. Η Χριστουγεννιάτικη λειτουργία έγινε τη χρονιά αυτή και στο Στρατόπεδο Ελλήνων αιχμαλώβτων στο Καπετανάκειο. Η γενική ευχή ήταν: ”Του χρόνου ελεύθεροι και με ειρήνη!”.

Το 1942 ο διοικητής Φρουρίου Κρήτης επέτρεψε την κυκλοφορία κατά τις κυριώτερες ημέρες των εορτών μέχρι την 1 μετά τα μεσάνυκτα. Στην αγορά υπήρχαν την παραμονή πατάτες, αρκετά αμύγδαλα και καρύδια και προς παντός φυστίκια. Το κρέας επωλείτο εις τη μαύρη αγορά. Σαπούνι, τσιγάρα, γλυκίσματα κ.λπ., υπήρχαν ως συνήθως. Τα μανδαρίνια είχαν επιταχθή από τον στρατόν κατοχής. Τα κέντρα Ρεγκινάκη και “Ολυμπος” κατελήφθησαν δια το δένδρο των Χριστουγέννων των κατακτητών. Βγήκαν εφέτος 2 τυφλοί καλαντάδες. Οι άνθρωποι με μετριώτατο εορτάσιμο ενθουσιασμό, με γαλήνη όμως και ήρεμία ηύχοντο και εφέτος “χρόνια πολλά και του χρόνου ελεύθεροι!”.

Το 1943, τελευταία σκλαβωμένα Χριστούγεννα. Ο ιδιοκτήτης Φρουρίου Κρήτης δια την “φιλήσυχον στάσιν του πληθυσμού” και με την ευκαιρία των εορτών επέτρεψε τις κωδωνοκρουσίες και την ελεύθερη διεξαγωγή των εκλησιαστικών τελετών στις δημόσιες πλατείες, την ελεύθερη νυκτερινή κυκλοφορία από την 24 Δ/μβρίου μέχρι την 7 Ιανουαρίου κ.λπ. Στην αγορά την παραμονή υπήρχαν αρκετά αρνιά προς 140 χιλ. δρ., ψάρι, φρούτα και πολύ ολίγες φασόλες, ρύζι και ζάχαρι. Βγήκαν εφέτος δύο καλαντάδες.

Κίνησι υπήρχε τη χρονιά αυτή αρκετή και χαρούμενη. Ο λόγος ήταν ο καλός καιρός. Αλλά προ παντός ο λαμπρός εκείνος καιρός που επικρατούσε τώρα στα μακρυνά μέτωπα του μεγάλου αγώνα, τον δροσερό και ζωογόνο αέρα του οποίου άρχιζε να αναπνέη η πολυβασανισμένη αλλά ηρωική και άκαμπτη κρητική ψυχή, που διαισθανότανε πλειά ζωηρότατα ότι τα όνειρα και οι πόθοι της, που εξεδήλωνε κάθε μεγάλη ημέρα σαν ετούτη με την ολόθερμη ευχή και “του χρόνου ελεύθεροι!”, θα γινόντανε ως του χρόνου πραγματικότης με τη χάρι και τη βοήθεια του Θεού”.



Θα κλείσω όμως με τα Χριστούγεννα των δικών μου παιδικών χρόνων. Τούτες τις μέρες ο νους μου γυρίζει στη γενέθλια γη, στο χωρίο μου Λαύκος, ένα από τα εικοσιτέσσερα χωριά του Πηλίου. Θυμάμαι... Θυμάμαι.. τους συγχωριανούς μου(!), μικρούς και μεγάλους, πλούσιους και φτωχούς. Ο καθένας μοχθούσε το καλύτερο να ψωνίσει για την οικογένειά του, να πάρει δώρο στη γυναίκα του, στα παιδιά του δώρα που συνήθως τα “έφερνε” ο Αη Βασίλης ο οποίος έμπαινε από το μπουχαρί (την καπνοδόχο) του τζακιού στο σπίτι του καθενός.

Θυμάμαι τις προετοιμασίες που έκαναν οι γυναίκες, το στρώσιμο των σπιτιών με τα πολύχρωμα υφαντά τους. Ολα έπρεπε να είναι, εντάξει, περιμένοντας την παγερή και ατέλειωτη άγια νύχτα του Δεκέμβρη. Χιονισμένη τις πιο πολλές φορές, με κρύο και αγιάζι που ερχόταν από τις κορφές του βουνου αλλά και από το διάσελο του Αιγαίου Πελάγους.

Θυμάμαι τον γλυκό και γνώριμο ήχο της καμπάνας από τα βαθιά χαράματα και μόλις περίπου ξημέρωνε, ύστερα από λίγο, τέλειωνε η Εκκλησία.

Θυμάμαι στη συνέχεια να μας περιμένει η μακαρίτισσα η μητέρα μου στο χειμωνιάτικο, ένα μεγάλο δωμάτιο για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, με την σούπα να αχνίζει, τον κούρκο (τη γαλοπούλα) να ευωδιάζει, το ψωμί να μοσχομυρίζει και το κρασί απ’ το αμπέλι να συμπληρώνει τη μοναδική αυτή συντροφιά. Τι να πρωτοθυμηθώ...

Από τη στήλη μας αυτή σας ευχόμαστε καλά Χριστούγεννα γεμάτα υγεία, ευτυχία και δημιουργική διάθεση.