
ΜΕΡΟΣ 16ο
Ο Σταύρος Ανωγειανάκης, Πρόεδρος της Αγίας Βαρβάρας Ηρακλείου. Θερμός πατριώτης, συλλαμβάνεται στις 14 Μαΐου 1942. Μεταφέρεται αρχικά στις φυλακές Ηρακλείου και στη συνέχεια στην Αγυιά Χανίων. Δικάζεται και καταδικάζεται σε θάνατο και η ποινή εκτελείται στις 19 Αυγούστου 1942. Σύμφωνα με μαρτυρίες συγχωριανών του εκτελείται με απάνθρωπο τρόπο. Αποκεφαλίζεται με τσεκούρι. Η προτομή του ήρωα στολίζει τον εξωτερικό χώρο του Δημαρχείου Αγίας Βαρβάρας.

Εις το σημείον τούτον ο Πρόεδρος ανακοινοί ότι ο Δικηγόρος Γ. Αντωνιάδης λόγω κωλύματος αδυνατεί να αναλάβη την υπεράσπισιν των κατηγορουμένων. Κατόπιν τούτου οι κατηγορούμενοι εδήλωσαν ότι θα σκεφθούν και κατά την αυριανήν συνεδρίασιν θα αποφανθούν περί τούτου.
Μεθ’ ό κατά διαταγήν του Προέδρου προσήλθεν έτερος μάρτυς όστις ερωτηθείς περί της ταυτότητός του κ. λ. π. απήντησεν ότι ονομάζεται:
ΒΛΕΠΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ εγεννήθη εις Κεφαλά Αποκορώνου και κατοικεί εις Μοναστηράκι Λασηθίου, βυρσοδέψης ετών 45, άγαμος και Χριστιανός Ορθόδοξος. Ωρκίσθη επί του Ιερού Ευαγγελίου κατά τα άρθρα 85 της Σ. Π. Ν. και 121 και 391 της Κ. Π. Δικονομίας εξετασθείς δε καταθέτει το εξής: Πλην των όσων εν τη προανακρίσει κατέθεσα, εν συνεχεία καταθέτω και τα εξής: Το 1944, 22 Αυγούστου εκάησαν τα χωρία, ήτοι Γερακάρι, Γουργούθι, Καρδάκι, Σμιλές, Κρύα Βρύση, Άνω Μέρος και άλλα.
Εγώ ευρέθηκα τότε εις το χωρίον Καρδάκι, εκεί βρεθήκαμε κυκλωμένοι από Γερμανούς οι οποίοι εμάζεψαν όλους τους άνδρες και γυναίκες, επίσης διέταξαν στις 12 η ώρα να βρεθούν εις την πλατείαν του χωριού και οι κάτοικοι των άλλων χωριών. Όταν έφυγαν από εκεί κατόπιν διαταγής τα γυναικόπαιδα, εμάς μας έβαλον μέσα εις ένα αχούρι το οποίον ήτο σαν φυλακή. Στας τρεις η ώρα ήλθεν ένας Γερμανός Ελληνομαθής και μας είπεν ότι θα μας τυφεκίσουν, διότι οι Άγγλοι «Κομμάντος», πέρασαν απ’ εδώ τον απαχθέντα Στρατηγόν Κράιπε και δεν βρέθηκε κανείς να μαρτυρήση. Από το χωριό αυτό δεν άφησαν κανένα άτομο να φύγη, εκτός δύο άνδρες, οι οποίοι όταν εγένοντο αι συλλήψεις δεν ευρέθηκαν στο χωριό.
Άμα ο Ελληνομαθής μας είπεν τ’ ανωτέρω, εγώ είπα στους συντρόφους μου
«μη φοβάσθε, ο θάνατος δεν είναι τίποτα, είναι ένας γλυκός αιώνιος ύπνος».
Τότε ωμίλησεν ένας μοναχογυιός του οποίου το όνομα δεν ενθυμούμαι και αποτεινόμενος προς τον Πρατικάκην είπεν: «Αυτήν την στιγμήν σκοτωνόμεθα τρία αδέλφια και αφήνωμεν παιδιά». Μετά σηκώθηκε ο Εμμανουήλ Κυδωνάκης, ο οποίος με πικρόν χαμόγελον είπεν ότι: «Δεν λυπάμαι δια τον θάνατον αλλά λυπάμαι ότι πηγαίνω… Μετά τούτον ωμίλησεν πάλιν ο μοναχογυιός ο οποίος είπε: «Καημένε δεν γνωρίζεις ότι οι Γερμανοί μας σκοτώνουν δια να πάρουν τα υπάρχοντά μας», εγώ τότε είπα : «Εάν δεν μας σκοτώσουν και μας βγάλουν έξω θα τρέξωμε προς διαφόρους κατευθύνσεις δια να σωθούμε». Όταν στας τρεις η ώρα ήλθεν ο Γερμανός, μας επήρε τις ταυτότητες και ήρχισεν να μας βγάζη ταυτοχρόνως έξω από το αχούρι που εκρατούμεθα δια να μας εκτελέσουν. Πρώτος βγήκα εγώ, αλλά ο Κυδωνάκης μου είπε: «Στάσου κουμπάρε να πεθάνωμε μαζί». Πήρανε την πρώτην πεντάδα και τους εξετέλεσαν, η εκτέλεσις εγένετο ανά πέντε άτομα και εξ αποστάσεως 45 μέτρων, άρχισαν να παίρνουν την δεύτερη πεντάδα και πρώτος ήμην εγώ, τότε προ του Εκτελεστικού αποσπάσματος στάθηκα στο τελευταίον άκρον της πεντάδος. Ένας από την πεντάδα μας ονόματι Γενεβάλης είπε: «Άχ ! παιδάκια μου που φεύγω και σας αφήνω πεινασμένα.». Πριν μας σκοτώσουν εγώ πλησίασα τους Γερμανούς εις τους οποίους είπα ότι μας σκοτώνουν άδικα. Επίσης ο Κυδωνάκης είπεν κατά την ώραν της εκτελέσεως: «Ζήτω η Ελευθερία! ζητούμεν από τους αδελφούς μας να εκδικηθούν το αθώον αίμα που χύνεται». Η σφαίρα που έφαγα εγώ εμπήκε από την αριστερή ωμοπλάτην μου και βγήκε από το στήθος, έπεσα χάμω, άφησα τα μάτια μου ανοιχτά, και είδα τον Γερμανόν να δίνη τις χαριστικές βολές, χαριστικήν βολήν όμως δεν ήκουσα να μου ρίξουν. Σε λίγην ώρα μας πήρανε και κρατώντας μας από τα πόδια και τα χέρια και μας επέταξαν μέσα σε μία κάμαρα μαζί με άλλους σκοτωμένους. Άμα έφυγαν οι Γερμανοί και επήραν άλλους δι’ εκτέλεσιν και αντελήφθην ότι φορούσα τον αρραβώναν μου τον οποίον έβγαλα από το χέρι και τον έβαλα στη τσέπη. Σκοτώσανε άλλους 5 και ούτω καθ’ εξής. Τους εξετέλεσαν όλους που είχον συλλάβει. Εκεί που είμεθα σκοτωμένοι ήλθεν Γερμανός και εκαμάρωνε το έργον του λέγοντας: «Για – Για- Για». Όταν επρόκειτο να φύγουν οι Γερμανοί από αυτό το σπίτι, είδα να έχουν εκεί μία ψεκαστήρα και ένα τενεκέ, τότε εσκέφθηκα πως θα μας βάλουν φωτιά και με βαρύ παράπονο είπα : «Άχ ! Γιατί δεν με εσκότωσαν;» Τότε έκανα πολλές προσπάθειες και σέρνοντας εις τον τοίχον βγήκα έξω. Το σπίτι είχε δύο δρόμους, ο ένας πήγαινε στη μέση του χωριού και ο άλλος στο χωριό Άνω Μέρος, οι οποίοι δρόμοι όμως δυστυχώς εφυλάσσοντο από τους Γερμανούς, εσκέφθηκα να φύγω αλλά κατάλαβα πως δεν άντεχα, διότι ήμην εξαντλημένος από το τραύμα μου, ενεθυμήθην ότι την ώρα του τυφεκισμού μου εκρατούσα μίαν μαγκούραν. Πήγα μόνος μου στον τόπο της εκτελέσεως πήρα την μαγκούραν ματωμένος και με αυτήν επροχώρησα. Εις τον τόπον της εκτελέσεως ήσαν και πολλά δένδρα, τα οποία έκαναν σκιάν, πράγμα που θα με βοηθούσε δια να μην φαίνομαι, έκανα τον σταυρόν μου και άρχισα να προχωρώ σιγά-σιγά προς την βρύσην του χωριού, εκεί μου ήλθεν μεγάλη δύσπνοια και έχασα τα λογικά μου, αμφέβαλα δε αν ήμην ζωντανός ή πεθαμένος, έλεγα δε εις τον εαυτόν μου η θεία πρόνοια με έσωσε δια να μαρτυρήσω τα όσα έγιναν. Εγνώριζον ότι θα πεθάνω αλλά απεφάσισα να πεθάνω όρθιος, μέχρις ότου ειδώ άνθρωπον να μαρτυρήσω τα όσα είδα και τα όσα υπέφερα. Στας 2 μετά μεσονύκτιον έφθασα στο χωρίον Μοναστηράκι και το πρώτο σπίτι που μπήκα ήτο ενός ονόματι Αρχοντάκη. Από την ώρα που μας έπιασαν μέχρι την ώραν της εκτελέσεως δεν μας έδωσαν ούτε νερό να πιούμε. Οι εκτελεσθέντες μαζί μου ήσαν 20 άνθρωποι, επίσης εξετελέσθησαν άλλα 9 άτομα. Έκαψαν τα χωριά Σμίλες - Άνω Μέρος - Καρδάκι - Γερακάρι - Κρύα Βρύση και άλλα, αφήρεσαν δε όλα τα ζώα μικρά και μεγάλα εκ των ανωτέρων χωρίων. Μεθ’ ό ο μάρτυς εδήλωσεν ότι ουδέν έχει έτερον να προσθέση.
Εις το σημείον τούτο ο Πρόεδρος διέκοψεν χάριν αναψυχής την συνεδρίασιν δια την 23ην Νοεμβρίου 1946 ημέραν Σάββατον και ώραν 9.30 π. μ.
Την 23ην Νοεμβρίου 1946 ημέραν Σάββατον και ώραν 9.30 π. μ. επανήλθεν το Δικαστήριον εις Δημοσίαν αυτού συνεδρίασιν παρόντων του τε Βασιλικού Επιτρόπου, του Γραμματέως, των κατηγορουμένων και των συνηγόρων των.
Ενταύθα ο Πρόεδρος αντί του παραιτηθέντος συνηγόρου των κατηγορουμένων Στ. Ιωαννίδη, διορίζει αυτεπαγγέλτως τον παρόντα δικηγόρον Νικόπουλον Ιωάννην, Μεθ’ ό ο Γραμματεύς κατ΄εντολήν του Προέδρου ανέγνω τας ενόρκους καταθέσεις των μαρτύρων 1) Γεωργ. Ιωάν. Ιερωνυμάκη, Ανθυπασπιστού Χωροφυλακής ετών 39 γεννηθέντος εις Γρα Κερά Χανίων και κατοικούντος εις Χανιά, 2) Καρτσωνάκην Ιωάννην του Γεωργ., ετών 34 γεωργού, γεννηθέντος εις Μαλάθυρον Κισσάμου και κατοικούντος ομοίως,
3) Αντωνίου Μαραγκάκη του Γεωργ. ιερέως ετών 42, γεννηθέντος εις Νιό Χωριό και κατοικούντος ομοίως, 4) Θεοδοσάκη Μιχαήλ του Δημητρίου, ετών 57 γεωργού γεννηθέντος εις Καλάθαινες Κισσάμου και κατοικούντος ομοίως
5) Κων/νου Κ. Τεκάκη, ετών 74 Καφεπώλου, γεννηθέντος και κατοικούντος εις Κούνενι Κισσάμου, 6) Ιωάννην Εμμαν. Γεωργιάδη, ιατρού ετών 70, γεννηθέντος και κατοικούντος εις Κεφάλι της Επαρχίας Κισσάμου 7) Νικολάου Αποστόλου Παπαδάκη, ετών 57 γεωργού, γεννηθέντος και κατοικούντος εις… Κισσάμου
9) Μυλωνάκη Περικλή του Ιωάν. ετών 45, Προέδρου Κοινότητος, γεννηθέντος και κατοικούντος εις Έλος Κισσάμου, 10) Νικολάου Μιχαήλ Στημαδωράκη εκ Κάμπου Κισσάμου ετών 62, επαγγέλματος υποδηματοποιού, 11) Θεοχάρη Θεοχαρουλάκη ή Μυλωνάκη του Κων/νου ετών 38 ιατρού και κατοικούντος εις Δραπανιά Κισσάμου, 12) Μαρκαντωνάκη Γεωργίου του Χρήστου ετών 47 κτηματίου, γεννηθέντος και κατοικούντος εις Τοπόλια Κισσάμου και
13) Παναγιωτάκη Βασιλείου του Παναγιώτου, γεωργού γεννηθέντος και κατοικούντος εις Παλαιά Ρούματα Κισσάμου. Μεθ’ ό κατά διαταγήν του Προέδρου προσήλθεν εις μάρτυς υπερασπίσεως.
Εις το σημείον τούτο προσλαμβάνεται ως διερμηνεύς του μάρτυρος τούτου, μη γνωρίζοντος την Ελληνικήν γλώσσαν η Αϊλδη Δημητρίου Ψάλτη, γεννηθείσα εν Χαλκίδι και κατοικούσα ενταύθα, υπάλληλος του Ερυθρού Σταυρού, ετών 38 και Χριστιανός Ορθόδοξος. Ωρκίσθη επί του Ιερού Ευαγγελίου κατά τα άρθρα 121, 132 και 133 της Κοινής Ποιν. Δικονομίας, ότι θέλει κάμει πιστή διερμήνευσιν εκ της Γαλλικής εις την Ελληνικήν και τανάπαλιν. Μεθ’ ό προσελθών ο μάρτυς ερωτηθείς δια της άνω διερμηνέως και του ετέρου διερμηνέως μεταφράζοντος εκ της Ελληνικής εις την Γερμανικήν, περί της ταυτότητός του κ. λ. π. απήντησεν ότι ονομάζεται : ΜΠΕΝΤ ΝΙΛΣ ΧΕΛΓΚΕΡ, εγεννήθη εις Γκάσμπουρν Σουηδίας και κατοικεί ως εκ της υπηρεσίας του ενταύθα, Πρόεδρος της Επιτροπής Βοηθημάτων του Ερυθρού Σταυρού, εν Σουηδία δε Γενικός Γραμματεύς της περιθάλψεως εν τω Σουηδικώ Υπουργείω Προνοίας, ετών 43 και Χριστιανός διαμαρτυρόμενος, τους κατηγορουμένους γνωρίζει απλώς. Ωρκίσθη επί του Ιερού Ευαγγελίου κατά τα άρθρα 85 της Σ. Π. Ν. και 121 και 391 της Κ. Π. Δικονονομίας εξετασθείς δε καταθέτει τα εξής : Βεβαιώ την υπό σημερινήν χρονολογίαν βεβαίωσίν μου ην παρέδωκα προ ολίγου εις τον Γραμματέαν του Δικαστηρίου, ανεγνώσθη δε η βεβαίωσις αύτη έχουσα ούτω: Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Μπέντς Νιλ Χέλγκερ, γεννηθείς την 15ην Ιουνίου 1903 εις Γκάσμπουρν Σουηδίας, υπήκοος Σουηδός, εις την ιδιότητά μου του Προέδρου της επιτροπής Διαχειρήσεως Βοηθημάτων εν Ελλάδι (υπό την αιγίδα του Διεθνούς Κομιτάτου του Ερυθρού Σταύρου) υπό διάλυσιν κατόπιν παρακλήσεων των Γερμανών Στρατηγών Μπρόγερ και Μύλλερ, πρώην Διοικητών των Στρατευμάτων κατοχής εις την Κρήτην, και τώρα κατηγορουμένων εις το Ειδικόν Στρατοδικείον Εγκληματιών Πολέμου,
παράκλησιν την οποίαν μου είχεν διαβιβάσει ο συνήγορος του κ. Αθαν. Κρυστάλλη, βεβαιώ τα ακόλουθα όσον αφορά τας σχέσεις της Ε. Δ. Β. Ε. μετά των Στρατηγών : 1) Μία επιστολή αποτελουμένη από τον διπλωματικόν αντιπρόσωπον της Σουηδικής Κυβερνήσεως, τον αντιπρόσωπον του Δ. Κ. Ε. Σ. και τον Πρόεδρον της Ε. Δ. Β. Ε. (ο οποίος είναι και υπογεγραμμένος) πήγε τον μήνα Σεπτέμβριον 1942 εις την Κρήτην κατόπιν προσκλήσεως του Στρατηγού Μπρόγερ, διά να συζητήση με τας αρχάς της Νήσου τα πρακτικά με τα οποία θ’ απεσκόπουν όπως παρασχεθή βοήθεια εις τον άμαχον πληθυσμόν υπό της
Ε. Δ. Β. Ε συμφώνως προς τας Διεθνείς Συμβάσεις αίτινες διεπραγματεύθησαν υπό της Σουηδικής Κυβερνήσεως. Η αντιπροσωπεία εγένετο δεκτή υπό του Στρατηγού Μπρόγερ, η οποία επεβεβαίωσε το ενδιαφέρον τούτον, δια την πραγματοποίησιν τούτου του έργου, και ο οποίος επέτρεψε εις την αποστολήν να λάβη γνώσιν των πληροφοριών των συγκεντρωμένων υπό των στρατιωτικών υπηρεσιών σχετικώς με την επισιτιστικήν κατάστασιν της νήσου, και της έδωσεν ευκαιρίαν ν’ επισκέπτεται τα διάφορα τμήματα της νήσου δια να περισυλλέγη από τας αστικάς αρχάς και τας εκκλησιαστικάς τας λεπτομερείς πληροφορίας τας οποίας η Ε. Δ. Β. Ε. είχεν ανάγκην να καταστρώση το πρόγραμμά της.
2) Η αποστολή τροφίμων εις την Ελλάδα ημποδίσθη λόγω της στάσεως των Γερμανικών Ναυτικών αρχών, αι οποίαι αρχικώς δεν ήθελον δια λόγους Στρατιωτικούς να δώσουν εις τα Σουηδικά πλοία ασφαλή συνοδείαν, ούτε να υποδείξουν εις αυτά δρομολόγιον δια τα ταξίδια των εις Ηράκλειον.
Εάν αι πληροφορίαι αι ληφθείσαι υπό της Ε. Δ. Β. Ε. την εποχήν ταύτην είναι ακριβείς, τότε χάριν της προσωπικής μεσολαβήσεως του Στρατηγού Μπρόγερ εις τας ανωτέρας αρχάς του Βερολίνου εξουδετερώθη η αντίστασις των Ναυτικών αρχών.
* O Γιώργος Καλογεράκης είναι εκπαιδευτικός, ιστορικός και συγγραφέας
ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ

