
ΜΕΡΟΣ 8ο
Μετά ταύτα κατά διαταγήν του Προέδρου καλείται έτερος μάρτυς, όστις ερωτηθείς περί της ταυτότητός του κ. λ. π. απήντησεν ότι ονομάζεται ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ του ΝΙΚΟΛΑΟΥ, εγεννήθη και κατοικεί εις Μουρνιές Ιεραπέτρας, ετών 53, απόστρατος αξιωματικός της Χωροφυλακής και Χριστιανός Ορθόδοξος.

Ωρκίσθη επί του Ιερού Ευαγγελίου κατά τα άρθρα 85 της Σ.Π.Ν. και 121 και 391 της Κ. Π. Δικονομίας, εξετασθείς δε καταθέτει ως εξής: Πλην των όσων έχω καταθέσει κατά την προανάκρισιν, εν συνεχεία εκείνων καταθέτω και τα εξής : Ενθυμούμαι ότι όταν έφευγαν οι Ιταλοί, παρουσιάσθησαν τμήματα Γερμ. Στρατού εις τα χωρία μας. Είχομεν την πληροφορίαν ότι εις την Κάτω Σύμην οι αντάρτες εσκότωσαν δύο Γερμανούς την 15ην Σεπτεμβρίου 1943. Τα ανωτέρω Γερμανικά τμήματα μας συνέλαβον αφού περιεκύκλωσαν το χωρίον, συνέλαβον δε όσους εύρον εντός του χωρίου εις διάστημα 9 λεπτών, βρεθήκαμε δε 20 άτομα. Αφού μας επήραν από εκεί και μας μετέφεραν εις την θέσιν « Σφακούρα », εκεί παρουσιάσθηκα εγώ εις τον Γερμανόν αξιωματικόν εις τον οποίον είπα « Αξιωματικός είμαι και εγώ, έθαψα το παιδί μου πριν λίγες μέρες, τι θα καταλάβης αν με σκοτώσης ». Πράγματι με έβγαλε από την γραμμήν και μου είπεν να φύγω, δεν επρόφθασα να πάω λίγα μέτρα και ήκουσα τους πυροβολισμούς όπου εφόνευσν τους 19 άλλους. Όλα τα σπίτια του χωριού ανερχόμενα εις 150 τα έκαψαν. Την επομένην της απελευθερώσεως μου ήλθε άλλο Γερμανικόν τμήμα και με συνέλαβεν, προσεποιήθην τον τρελλόν και εγλύτωσα. Την επομένην ήλθον ξανά και δεν βρήκαν κανέναν εκτός έναν άρρωστον ονόματι Χαράλαμπον Ιωάννου Γραμματικάκην, ετών 17 τον οποίον και εξετέλεσαν. Προ της καταστροφής ο Πρόεδρος της Κοινότητος εκάλεσε τους κατοίκους να εξέλθουν του χωρίου, είπεν ότι θα καταστραφή, πράγμα όπερ και εγένετο. Μέσα εις το χωρίον εκάη και μία γραία ονόματι Μαρία Ανδρεοπούλη, 80 ετών. Δεν γνωρίζω διατί μας συνέλαβον και μας πήγαν εις την τοποθεσίαν «Σφακούρα». Πάντως και από τα πέριξ χωρία εφόνευσαν πολλούς εις την ανωτέρω τοποθεσίαν. Μίαν γυναίκα τότε μου είχεν είπει ότι «πρόσεχε διότι στη Σφακούρα σκοτώνουν». Κανείς από τους συγχωριανούς μου δεν ήτο τότε αντάρτης, ούτε και είχε γίνει καμμία συμπλοκή μεταξύ Γερμανών και ανταρτών, μετά από καιρόν οι Γερμανοί έκαμαν την περιφέρειαν μας απηγορευμένην ζώνην και μας απηγόρευσαν να πηγαίνωμεν. Όλα τα υπάρχοντά μας ζώα, τρόφιμα, ρουχισμόν κ. λ. π. μας τα επήραν οι Γερμανοί, αφού προηγουμένως μας υπεχρέωσαν να τα εγκαταλείψωμεν. Κατ’ ερωτήσεις του Βασ. Επιτρ. ο μάρτυς απαντά: Τα εις την περιφέρειάν μου Γερμανικά τμήματα είχον επί των πηλικίων των ως σήμα την νεκροκεφαλήν. Η διαταγή εκτελέσεως της καταστροφής ήτο γενική διαταγή και μελετημένη, τούτο δε γνωρίζω διότι ο αδελφός μου ως πρόεδρος της Κοινότητος Μύρτου, εκάλεσε με τον ασύρματον τους κατηγορουμένους δια να τους είπει ότι το χωρίο μας ήτο αθώο και ότι οι κάτοικοι δεν είχον κάνει τίποτε και δεν θα έπρεπε να καή, εκείνοι όμως απήντησαν «πρέπει να καή». Και πράγματι το χωρίον μας εκάη, ο δε αδελφός μου εξετελέσθη κατά Σεπτέμβριον του 1943. Κατ’ ερωτήσεις του εκ των συνηγόρων Α. Κρυστάλλη ο μάρτυς απαντά: Πλην των φόνων, οι οποίοι εγένοντο εις το χωρίον μας εγένοντο και εις άλλα χωρία, όπως στη Μύρτο, στα Γδόχια και στα Ριζά. Μεθ’ ό ο μάρτυς δηλοί ότι ουδέν έτερον έχει να προσθέση.
Μετά ταύτα κατά διαταγήν του Προέδρου προσήλθεν έτερος μάρτυς όστις ερωτηθείς περί της ταυτότητός του κ. λ. π. απήντησεν ότι ονομάζεται:
ΑΡΕΤΟΥΛΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ του ΝΙΚΟΛΑΟΥ, εγεννήθη εις Μύθον Ιεράπετρας και κατοικεί ομοίως, γεωργός, ετών 38 και Χριστιανός Ορθόδοξος. Ωρκίσθη επι του Ιερού Ευαγγελίου κατά τα άρθρα 85 της Στρατ. Ποιν. Νομ. και 121 και 391 της Κ. Π. Δικον., εξετασθείς δε καταθέτει τα εξής. Πλην των όσων έχω αναφέρει εν τη προανακρίσει εν συνεχεία τούτων καταθέτω και τα εξής: Τον Σεπτέμβριον του 1943 ακριβώς την 15ην του μηνός, ημέραν Τετάρτην εις την περιφέρειαν Μαλλών διηρχετο έν σώμα Γερμανικόν πλησίον του χωρίου και εντός ενός αερομύλου ευρέθησαν 3 πρόσωπα τα οποία επλησίασαν οι Γερμανοί και είς Γερμανός στρατιώτης τα εξετέλεσε με ταχυβόλον, μία δε γυναίκα μεταβαίνουσα εις τον μύλον δια να αλέση αντελήφθη την σκηνήν και εγκατέλειψε το άλεσμά της, ήλθε εις το χωρίον και μας ειδοποίησεν, όλοι μας τότε εφύγαμε. Έναν γέροντα 80 ετών τον εξετέλεσαν εις την αυλήν του. Αμέσως μετά ταύτα επεδόθησαν εις την λεηλασίαν και εις την τελείαν καταστροφήν. Έψαχναν να μας βρουν όπως ο κυνηγός ψάχνει να βρή τις περδικες, όλα τα υπάρχοντά μας τα επήραν και τα επώλησαν εις τας πόλεις. Γνωρίζω ότι η πώλησις των υπαρχόντων μας εγένετο εις την περιοχήν της Ιεραπέτρας. Μετά από το χωριό μας οι Γερμανοί κατηυθήνθησαν προς το χωρίον Μουρνιές και μετά εις το χωρίον Ρίζες. Τις Μουρνιές και τις Ρίζες έκαψαν, ως επίσης τον Κρεββατά και Κάτω Σύμη της Επαρχίας Βιάννου. Προ της τοιαύτης καταστάσεως ηναγκάσθην ο πληθυσμός ολόκληρος να εγκαταλείψη την περιοχήν. Κατ’ ερωτήσεις του Βασιλ. Επιτρόπου ο μάρτυς απαντά: Αυτοί οι οποίοι ήλθον και κατέστρεψαν τα χωριά μας ήταν τακτικός Γερμανικός Στρατός, Διοικητής δε του Φρουρίου Κρήτης ήτο τότε ο Μπρόγερ. Εδιάβασα την εφημερίδα «Κρητικός Κήρυξ» η οποία έλεγε ότι συνεπεία ανταρτικής δράσεως εξηλήφθησαν από προσώπου γης διάφορα χωρία.
Αλοίμονον εάν έχωμεν και την ελαχίστην αμφιβολίαν περί της ευθύνης των κατηγορουμένων, οι οποίοι ήσαν και Διοικηταί της Κρήτης. Κατ’ ερωτήσεις του εκ των συνηγόρων υπερασπίσεως Α. Κρυστάλλη ο μάρτυς απαντά: Έμαθα ότι εγένετο συμπλοκή μεταξύ ανταρτών και Γερμανών έξω της Σύμης, εις την οποίαν (συμπλοκήν) έγινε η εκτέλεσις των 3 ανθρώπων, απέχει 800-1000 μέτρα. Η κατάστασις δεν ήτο καθόλου επικίνδυνος δια τους Γερμανούς κατά την είσοδόν των εις το χωρίον. Όπως γνωρίζομεν όποι οι αντάρτες δεν κατοικούν εις τα χωρία αλλά κατοικούν εις τα όρη. Ουδέποτε ο Καπετάν Παντουβάς ήλθε εις το χωρίο μας χειμώνα δε και καλοκαίρι οι αντάρτες ζούν στα βουνά και ουδέποτε είδαμε αντάρτες μέσα στο χωριό μας. Κατ΄ ερωτήσεις του εκ των κατηγορουμένων Φ. Μύλλερ ο μάρτυς απαντά: Το χωρίον μας δεν κατεστράφη, αφήρπασαν όμως όλα τα ζώα μας και έπιπλα των κατοίκων. Μετά την καταστροφήν των πέρις χωρίων και τον φόνον ορισμένων ανθρώπων εμάθαμε ότι η περιοχή εκηρύχθη υπό των Γερμανών απαγορευμένη ζώνη. Μεθ’ ό ο μάρτυς εδήλωσεν ότι ουδέν έχει να προσθέση.
Μετά ταύτα κατά διαταγήν του Προέδρου προσήλθεν έτερος μάρτυς, όστις ερωτηθείς περί της ταυτότητός του κ. λ. π. απήντησεν ότι ονομάζεται:
ΤΣΙΚΑΛΟΥΔΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ του ΓΕΩΡΓΙΟΥ, εγεννήθη και κατοικεί εις Ριζά Ιεραπέτρας, ετών 38, γεωργός και Χριστιανός Ορθόδοξος. Ωρκίσθη επί του Ιερού Ευαγγελίου κατά τα άρθρα 85 της Στρ. ποιν Νομοθ. και 121 και 391 την Κοιν. Ποιν. Δικονομίας εξετασθείς δε καταθέτει τα εξής: Πλην των όσων εν τη ενόρκω προανακρίσει έχω καταθέσει εν συνεχεία τούτων καταθέτω και τα εξής: Κατά την 10ην Σεπτεμβρίου 1943 εφονεύθησαν 2 Γερμανοί εις το χωρίον Κάτω Σύμη, το χωρίον μας δε, απέχει από την Κάτω Σύμη περί τας 4 ώρας. Προηγουμένως οι Γερμανοί είχον στείλει αποσπάσματα Γερμανικά τα οποία είπαν να μην φύγουν οι κάτοικοι διότι όσοι λείπουν από τα σπίτια των θα καίονται τούτα. Στας 16 Δεκεμβρίου μπήκανε στα χωριά και όποιους άνδρες βρήκαν τους συνέλαβον δηλ. περί τους 20 επί αρρένων κατοίκων 40, όσους βρήκανε εις ένα συνοικισμόν τους πήγαν εις την εκκλησίαν απ’ έξω και τους εσκότωσαν, το αυτό έγινε και εις τον άλλον συνοικισμόν, μεταξύ των εκτελεσθέντων ήτο και μία κοπέλα. Εγώ εσώθην διότι εκρύβην μέσα εις μίαν κασέλαν. Την επομένην ημέραν πέρασε άλλο απόσπασμα, αφήρεσεν όλα τα υπάρχοντα και κατόπιν έβαλε φωτιά και έκαψε τον μεγαλύτερον συνοικισμόν, ο οποίος είχε 60 σπίτια. Τότε εγώ βγήκα από την κασέλαν και πήγα στα βουνά, η εκτέλεσις εγένετο εντός διαστήματος 10 λεπτών, η γυναίκα η οποία εκάη στο σπίτι της ήτο ηλικίας 90 ετών και δεν ηδυνήθη να κινηθή, της περιοχής μας εξεδιώχθημεν, θεωρηθείσης ταύτης μετέπειτα «νεκράς ζώνης».
Η καταστροφή στο χωριό εγένετο επειδή έγινεν η συμπλοκή της Σύμης. Εις το χωριό μας δεν ήλθον καθόλου αντάρτες. Οι συλληφθέντες μεταξύ των οποίων και δύο ανάπηροι με δεκανίκια δεν είχον όπλα. Κατ’ ερωτήσεις του Β. Ε. ο μάρτυς απαντά : Τα γεγονότα των καταστροφών εγνώριζον οι κατηγορούμενοι Στρατηγοί και ασφαλώς τα είχον διατάξει. Τούτο γνωρίζω διότι μετά παρέλευσιν 40 ημερών συζήτησα με Γερμανούς στρατιώτας και μου είπαν ότι αι καταστροφαί εγένοντο διότι ήτο διαταγή ανωτέρων. Ο Γερμανικός Στρατός που ήλθεν εκεί ήτο τακτικός Στρατός. Κατ’ ερωτήσεις του εκ των συνηγόρων Α. Κρυστάλλη ο μάρτυς απαντά: Αι ανωτέρω καταστροφαί επαναλαμβάνω εγένοντο επειδή εφονεύθησαν δύο Γερμανοί στρατιώται εις Κάτω Σύμη. Περί συμπλοκής ανταρτών και Γερμανών δεν ήκουσα. Τας καταστροφάς και τους φόνους του χωρίου είδον ιδίοις όμμασιν εις το χωρίον μου οι Γερμανοί δεν εφόνευσαν γυναίκες, εκτός της γραίας, η οποία εκάη ζώσα. Όταν εφύγαμε από το χωριό μας, διότι η περιοχή εκηρύχθη «νεκρά ζώνη» μας διέτρεφεν ο Ερυθρός Σταυρός. Μεθ’ ό κατ’ ερωτήσεις του εκ των συνηγόρων Σ. Ιωαννίδης ο μάρτυς απαντά ως εξής: Οι Γερμανοί έβαλον φωτιά εις τα χωρία που αναφέρω και όποιος επρολάμβανε έφευγε. Δεν ελπίζομεν ποτέ ότι θα εκαίετο το χωρίο διά να φύγωμεν αμέσως. Άμα έγιναν αι εκτελέσεις εζητήσαμεν να γυρίσωμεν εις το χωρίο μας δια να θάψωμεν τα πτώματα, δεν μας επέτρεψαν όμως και όταν γυρίσαμε μετά 40 ημέρας βρήκαμε τα κόκκαλα και τους σκελετούς ανθρώπων, διότι τα σκυλιά τους είχον καταφάγει. Εν συνεχεία κατ’ ερωτήσεις του εκ των κατηγορουμένων Μ. Μπρόγερ ο μάρτυς απαντά: Όσοι κάτοικοι έλλειπον από το χωριό ήσαν στις εργασίας των. Γνωρίζω καλά ότι στα δικά μας χωριά δεν ήσαν αντάρτες, ούτε που περάσανε αντάρτες από το χωριό μας. Οι αντάρτες ήσαν προς την περιφέρειαν του Νομού Λασηθίου. Εν συνεχεία κατ’ ερωτήσεις του εκ των κατηγορουμένων Φ. Μύλλερ ο μάρτυς απαντά: Το χωρίον μας εγκαταλείψαμεν μετά την εκτέλεσιν των ανδρών και επήγαμε εις την Ιεράπετραν. Η σύζυγός μου ήλθεν εις Ιεράπετραν, τα δε παιδιά μου μείνανε εις το έλεος του Θεού. Μεθ’ ό ο μάρτυς εδήλωσεν ότι ουδέν άλλο έχει να προσθέση.
Μετά ταύτα κατά διαταγήν του Προέδρου προσήλθεν έτερος μάρτυς όστις ερωτηθείς περί της ταυτότητός του κ. λ. π. απήντησεν ότι ονομάζεται :
ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ του ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, εγεννήθη και κατοικεί εις Μύρτον Ιεραπέτρας, γραμματεύς Κοινοτήτος, ετών 52 και Χριστιανός Ορθόδοξος. Ωρκίσθη επί του Ιερού Ευαγγελίου κατά τα άρθρα 85 της Σ. Π. Νομοθεσίας και 121 και 391 της Κ. Π. Δικον. Εξετασθείς δε καταθέτει τα εξής : Πλην των όσων εν τη ανακρίσει μου κατέθεσα εν συνεχεία καταθέτω τα εξής. Εγώ το 1943 όπου έγιναν τα επεισόδια ήμην Γραμματεύς της Κοινότητος Ιεραπέτρας. Ο πληθυσμός επήγαινε στις εργασίες χωρίς να φοβάται τίποτε. Την 15ην Σεπτεμβρίου 1943 είδαμε Γερμανικά τμήματα εις παράταξιν μάχης, εγώ με τον Πρόεδρον του χωρίου επήγαμε προς τα τμήματα και ερωτήσαμεν τι σκοπό είχον, αυτοί μας απήντησαν να τους πούμε πόσοι αντάρτες ήσαν στο χωρίον, τότε τους είπαμε ότι δεν είναι κανείς. Επίσης τους ρωτήσαμε τι σκοπόν έχουν δια το χωριό, μας απήντησαν ότι θα μας πούν σε δύο ώρες γιατί περιμένουν οδηγίες. Εν τω μεταξύ έστησαν φυλάκια σε όλα τα υψώματα του χωριού με πολυβόλα. Ρωτήσαμε τον επι κεφαλής αξιωματικόν να μας είπει τι θα κάνουν οι κάτοικοι του χωρίου, τότε μας εζήτησαν κατάλογον με πόσους κατοίκους έχει το χωρίον ξεχωριστά άνδρες και ξεχωριστά γυναίκες. Εις το χωρίον ήσαν τότε και πολλοί ξένοι από πολλά χωριά, οι οποίοι φεύγανε και μαζί με αυτούς έφυγαν και κάτοικοι του χωρίου. Είχαμε κάνει και φαγητά δια τους Γερμανούς οι οποίοι έδωσαν εντολήν εις τον Πρόεδρον της Κοινότητος να ειδοποιήση τον πληθυσμόν του χωρίου να μη φύγη. Ο πληθυσμός όμως δεν εισήκουσε τον Πρόεδρον αλλά έφευγε διότι εφοβείτο. Στας δύο η ώρα ο Στρατός εισέβαλε από τα διάφορα μέρη και όσους βρήκε στο χωριό τους εξετέλεσε, περί τους 18 τον αριθμόν, μεταξύ των οποίων ήσαν και γέροντες, άλλους δε, ετυφέκισαν επί τόπου και άλλους επήγαν σε ένα οχύρωμα και τους εξετέλεσαν. Ο εκτελεσθείς πενθερός μου ήτο 88 ετών, η θεία μου 83 ετών, επίσης εφόνευσαν τον Πρόεδρον και Αντιπρόεδρον της Κοινότητος. Απ’ έξω από το χωρίο με συνέλαβον, παρεκάλεσα όμως τον Γερμανόν που με έπιασε να με αφήση και πράγματι με άφησε ελεύθερον, επειδή ήτο μόνος του μου είπε δε επί λέξει « φύγε γρήγορα, διότι εάν σε ιδούν θα μας σκοτώσουν και τους δύο. Το χωρίο μας απετελείτο από 160 οικογενείας, το κατέστρεψαν δε τελείως και εφόνευσαν 40 άτομα, μας αφήρεσαν δε όλα μας τα υπάρχοντα. Κατ’ ερωτήσεις του Β. Ε. ο μάρτυς απαντά : Τας οδηγίας τας οποίας επερίμεναν οι Γερμανοί ασφαλώς τις επερίμεναν από το Στρατηγείον. Εν συνεχεία κατ’ ερωτήσεις του εκ των συνηγόρων Α. Κρυστάλλη ο μάρτυς απαντά: Επί δύο ώρας οι Γερμανοί εζήτουν με τον ασύρματον πληροφορίας από το Στρατοδικείον των τί να κάνουν εις το χωρίο αυτό. Ο επικεφαλής δε των τμημάτων τούτων ήτο Ταγματάρχης. Κατ’ ερωτήσεις του εκ των κατηγορουμένων Φ. Μύλλερ ο μάρτυς απαντά: Γνωρίζω την ημερομηνίαν των γεγονότων, διότι εκάη το χωρίον μου και δεν ημπορώ να την ξεχάσω. Αύτη ήτο η 15η Σεπτεμβρίου 1943. Εις το χωρίον μας όταν εισήρχοντο οι Γερμανοί σηκώσαμε λευκήν σημαίαν, γιατί εφοβηθήκαμεν μήπως μας κάνουν τίποτε κακό, και τούτο επειδή ήρχοντο εις παράταξιν μάχης πυροβολώντας συνάμα προς όλας τας διευθύνσεις. Εις την περιφέρειάν μας δεν υπήρχον αντάτρες, ούτε είχον φανή ποτέ. Μεθ’ ό ο μάρτυς εδήλωσεν ότι ουδέν άλλο έχει να προσθέση.
* O Γιώργος Καλογεράκης είναι εκπαιδευτικός, ιστορικός και συγγραφέας
ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ

